Χίος, Παρασκευή 19 Ιανουαρίου

Ανοιχτή επιστολή προς κάθε αντιμνημονιακό Έλληνα.

Δευ, 07/12/2015 - 21:14

Ποια είναι η παρούσα κοινωνικοοικονομική κατάσταση;
         Το Ινστιτούτο Prolepsis υλοποιεί το πρόγραμμα <<Διατροφή>>, που είναι ένα πρόγραμμα σίτισης και προώθησης της υγιεινής διατροφής σε σχολεία 
κοινωνικοοικονομικά ευάλωτων περιοχών της χώρας. Στα πλαίσια δε του εορτασμού της Παγκόσμιας Ημέρας Διατροφής (16/10) και της Παγκόσμιας Ημέρας για την εξάλειψη της φτώχιας (17/10) παρουσίασε τα στοιχεία του προγράμματος <<Διατροφή>> από τα οποία ξεχωρίσαμε τα εξής: «Το 53% των παιδιών που συμμετείχαν στο πρόγραμμα <<Διατροφή>> βιώνει επισιτιστική ανασφάλεια και το 21% πείνα. Στο 64% των οικογενειών, τουλάχιστον ο ένας γονιός δεν είχε εισόδημα, και στο 15% των οικογενειών δεν υπήρχε καμία πηγή εισοδήματος.» 
Τα σοκαριστικά  αυτά στοιχεία στοιχειώνουν τη σκέψη μας. Έρχονται σε πλήρη αντίθεση με το Ελληνοχριστιανικό σύστημα αξιών μας. Δεν το χωράει ο νους μας  ότι σε κάποιες περιοχές της Ελλάδας του 21ου  αιώνα και της Ε.Ε. υπάρχουν παιδιά που πεινάνε. Αυτόματα το υποσυνείδητό μας προσπαθεί να απορρίψει αυτά τα στοιχεία. “ 
– Μπά, δεν πρέπει να είναι αλήθεια, αλλά και να υπάρχει κάποια δόση αλήθειας δεν πρέπει να είναι έτσι τα πράγματα, σίγουρα αυτοί του Prolepsis υπερβάλουν”  σκεπτόμαστε ενδόμυχα. Δυστυχώς  όμως δεν μπορούμε να βρούμε έστω και ένα 
 δεδομένο που να μας επιτρέπει να αμφισβητήσουμε τα παραπάνω στοιχεία. Αντιθέτως η καθημερινή πραγματικότητα που βιώνουμε μας πείθει για την ορθότητα τους και όχι μόνο. Η συνεχής αύξηση της φορολογίας, η μείωση μισθών και συντάξεων, το ξήλωμα του κράτους πρόνοιας και των κοινωνικών παροχών, δεν αφήνουν καμία αμφιβολία ότι η κατάσταση αυτή στο μέλλον θα επιδεινωθεί. Και φυσικά πέραν της πλουτοκρατίας κανένας  δεν μπορεί να είναι ευχαριστημένος μ’ αυτή την προοπτική.
         Τι κάνουμε όμως για να αποτρέψουμε αυτή την προοπτική και πως θα εντοπίσουμε τi δυνατότητες υπάρχουν;
         Το βάλτωμα  της κοινωνικής κινητικότητας που το ζούμε καθημερινά μας πείθει ότι το μόνο που κάνουμε είναι αυτό που είπε ο Βάρναλης:
Δειλοί, μοιραίοι και άβουλοι αντάμαΠροσμένουμε ίσως κάποιο θάμα.
         Τα θαύματα όμως είναι πολύ σπάνια και η πραγματοποίησή τους πολύ αβέβαιη για να στηριχθεί κάποιος σ’ αυτά. Η καλύτερη τακτική είναι να ακολουθήσει κάποιος το ρητό: «συν Αθηνά και χείρα κίνει», γι’ αυτό και εμείς θα προσπαθήσουμε να διερευνήσουμε τις δυνατότητες αποτελεσματικής αντίδρασης σ’ αυτήν την κατάσταση. Και προκειμένου να οδηγηθούμε  σε έγκυρα συμπεράσματα πρέπει να εξετάσουμε πρώτα απ’  όλα την παγκόσμια κατάσταση μέρος της οποίας αποτελεί και η χώρα μας καθώς και την ιδιαίτερη εξελικτική διαδικασία που μας έφερε σ’ αυτή τη δύσκολη θέση.
          Ποια είναι λοιπόν η κατάσταση που επικρατεί σε παγκόσμιο επίπεδο;
         Το πολιτικοοικονομικό σύστημα που επικρατεί παγκόσμια (δηλαδή ο καπιταλισμός) στηρίζεται στην παραγωγή από ιδιώτες μέσω  της ιδιωτικής  
πρωτοβουλίας. Συνυφασμένος  με αυτό τον τρόπο παραγωγής είναι ο ανταγωνισμός ανάμεσα στους ιδιώτες παραγωγούς που αναπόφευκτα οδηγεί σε διαρκή 
εκσυγχρονισμό την παραγωγική διαδικασία. Τελικό αποτέλεσμα είναι η συνεχής μείωση των εργαζομένων που χρειάζονται για την διατήρηση ή σε πολλές 
περιπτώσεις και για την αύξηση της παραγωγής. 
         Πριν από λίγα χρόνια ένας καθηγητής από το Πανεπιστήμιο της Πάτρας, σε διάλεξή του την οποία παρακολούθησα μας πληροφόρησε  ότι σύμφωνα με σχετικές μελέτες που έχουν εκπονηθεί  “μέχρι το 2050 το απαιτούμενο εργατικό δυναμικό για την παραγωγική διαδικασία θα περιοριστεί  στο 20% του συνολικού εργατικού δυναμικού”.
         Αν και το παραπάνω ακούγεται λίγο υπερβολικό, τα  παρακάτω παραδείγματα που έχουμε υπόψη μας δεν μας αφήνουν περιθώρια αμφισβήτησης.
         Ήδη από τον περασμένο αιώνα κατασκευάστηκε στην Ιαπωνία ένα εργοστάσιο που παράγει ηλεκτρικές σκούπες  πλήρως αυτοματοποιημένο. Για τον έλεγχο τον συντονισμό και την συντήρησή του χρειάζονται 7-8 εργαζόμενοι. Στον  παρόντα αιώνα τώρα μία επιχείρηση, που έχει τα εργοστάσιά της στην Κίνα των μισθών πείνας (300 ευρώ το μήνα για 12 ώρες εργασίας ημερησίως), φτιάχνει ηλεκτρονικά, και απασχολεί 3 εκατομμύρια  εργαζόμενους, προχώρησε σε ένα πρόγραμμα εκσυγχρονισμού με εγκατάσταση ρομπότ προκειμένου να περιορίσει το εργατικό δυναμικό στο μισό. Πριν από λίγα χρόνια για να βελτιώσω τις γνώσεις μου στην πληροφορική παρακολούθησα ένα πρόγραμμα  που  υλοποιήθηκε  με  τη  μέθοδο  του  e-Learning(δηλαδή χωρίς δάσκαλο αλλά μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή). Αυτή την περίοδο βρίσκεται σε εξέλιξη ένα πειραματικό πρόγραμμα στην Ολλανδία  με το οποίο τυπώνεται μία κατοικία από έναν  3D(τρισδιάστατο) εκτυπωτή. Άλλο ένα πειραματικό πρόγραμμα που πραγματοποιείται αυτό το διάστημα στα Τρίκαλα γίνεται για να προωθηθεί η κυκλοφορία λεωφορείων που εκτελούν το δρομολόγιο τους χωρίς οδηγό. Η Google ανακοίνωσε ότι εντός του 2017 θα ξεκινήσει την παράδοση εμπορευμάτων με drone(μη επανδρωμένα ιπτάμενα οχήματα).
         Μετά από αυτά είμαστε υποχρεωμένοι να δεχθούμε ότι στα χρόνια που έρχονται  το απαιτούμενο εργατικό δυναμικό συνεχώς θα μειώνεται, και επομένως η ανεργία συνεχώς θα αυξάνεται σε παγκόσμιο επίπεδο.
          
          Ποια η παρούσα κατάσταση στη χώρα μας;
          Η αύξηση όμως της ανεργίας που προαναφέραμε δεν έπεται ότι θα είναι ομοιόμορφα κατανεμημένη στις διάφορες χώρες. Αντίθετα οι χώρες με πιο 
ανταγωνιστική οικονομία θα έχουν μικρότερη ανεργία ενώ οι υπόλοιπες μεγαλύτερη. 
         Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο η χώρα μας έχοντας μια οικονομία με χαμηλή ανταγωνιστικότητα ήταν επόμενο να εμφανίσει υψηλή ανεργία και φυσικά 
έντονα φαινόμενα φτώχιας όπως αυτά που φαίνονται στα στοιχεία του Prolepsis που αναφέραμε στην αρχή.
           Ποια διαδικασία μας οδήγησε σ’ αυτή την κατάσταση;
         Στο σημείο  αυτό θα μπορούσαμε αβίαστα να παραθέσουμε το χιλιοειπωμένο συμπέρασμα  ότι αρκεί να κάνουμε πιο ανταγωνιστική την οικονομία μας 
προκειμένου να αρχίσει η ανάπτυξη και να μειωθούν η ανεργία και τα επίπεδα φτώχιας.
         Σ’ αυτό άλλωστε συμφωνούν και όλοι οι μεγάλοι οικονομολόγοι ενώ ο Νομπελίστας Στίγκλιτς ήταν ακόμα πιο ξεκάθαρος όταν ανέφερε ότι Ελλάδα και  Αργεντινή είναι πανομοιότυπες περιπτώσεις υπονοώντας ότι θα πρέπει να ακολουθήσουμε το παράδειγμα της Αργεντινής εάν θέλουμε να πετύχουμε ρυθμούς ανάπτυξης της τάξης του 7-8% όπως η Αργεντινή.
         Δυστυχώς όμως τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Μπορεί πράγματι η Ελλάδα του σήμερα να βρίσκεται στην ίδια οικονομική κατάσταση με την Αργεντινή του 2001 όπως ανέφερε ο Στίγκλιτς, από πολιτική άποψη όμως η απόσταση που τις χωρίζει είναι τεράστια. Αυτό όμως προκαθορίζει και την αδυναμία μας να 
ακολουθήσουμε το παράδειγμα της Αργεντινής.
         Ας  δούμε όμως εν συντομία σε ποια συλλογιστική στηρίζονται όλα αυτά προκειμένου να μην αφήνουμε περιθώρια αμφισβήτησης των διαπιστώσεων που 
παραθέτουμε.
         Όπως προαναφέραμε, στο σύστημα που ζούμε, οι ανάγκες μας καλύπτονται από ιδιώτες παραγωγούς, μέσω της ιδιωτικής πρωτοβουλίας όσων έχουν στην ιδιοκτησία τους μέσα παραγωγής. Το κίνητρο που θέτει σε κίνηση την ιδιωτική πρωτοβουλία είναι το ατομικό κέρδος. Ταυτόχρονα όμως ελλοχεύει και ο κίνδυνος της αποτυχίας που έχει σαν συνέπεια οικονομικές απώλειες. Πρόκειται για τους επιχειρηματικούς κινδύνους τους οποίους φυσικά κάθε ιδιώτης προσπαθεί να ελαχιστοποιήσει. Οι μικρότεροι επιχειρηματικοί κίνδυνοι εντοπίζονται στις δραστηριότητες που έχουν σχέση με το κράτος. Δημόσιος δανεισμός, δημόσιες προμήθειες, δημόσια έργα. Εάν σ’ αυτό προσθέσουμε και τη διαπλοκή τότε έχουμε ένα κύκλωμα, –δανειστές, πολιτικοί, εργολήπτες/προμηθευτές- που στη συνέχεια όταν αναφερόμαστε σ’ αυτό θα το αποκαλούμε πλουτοκρατία, το οποίο εξασφαλίζει σίγουρα και μεγάλα κέρδη στα μέλη του. Φυσικά η πλουτοκρατία φροντίζει τα κράτη να δανείζονται όλο και περισσότερο προκειμένου να χρηματοδοτούνται τα διάφορα προγράμματα που αυξάνουν τα κέρδη της. 
         Όμως όπως σε κάθε δράση αναπτύσσεται  και μια αντίδραση έτσι και σ’ αυτή τη διαδικασία αναπτύσσονται περιορισμοί, οι οποίοι είναι διαφορετικοί ανάμεσα στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικά οικονομίες και τις μη ανεπτυγμένες αντίστοιχα. Οι ανεπτυγμένες οικονομίες έχουν μηχανισμούς που δεν επιτρέπουν την ανεξέλεγκτη  αύξηση του χρέους. Ένας τέτοιος μηχανισμός για παράδειγμα είναι η οδηγία της Ε.Ε. για τον περιορισμό του δημόσιου δανεισμού στο 60% του ΑΕΠ. Με την τήρηση αυτής της οδηγίας η αύξηση του δημόσιου δανεισμού υποχρεωτικά περιορίζεται στο ποσοστό αύξησης του ΑΕΠ. Στις μη ανεπτυγμένες οικονομίες είτε δεν υπάρχουν τέτοιοι μηχανισμοί είτε αν υπάρχουν δεν τηρούνται. Σ’ αυτές λειτουργεί μια διαφορετική περιοριστική διαδικασία λόγω του πληθωρισμού και της εξασθένησης του εθνικού νομίσματος. Όμως όταν μία μη επαρκώς ανεπτυγμένη οικονομία αποκτήσει ένα ισχυρό νόμισμα  χωρίς πληθωρισμό η διαδικασία διεύρυνσης του δημόσιου χρέους γίνεται ανεξέλεγκτη. 
         Όσο για την ιδιωτική πρωτοβουλία προσανατολίζεται όλο και περισσότερο στην εγκατάλειψη της παραγωγικής διαδικασίας προκειμένου να ενταχθεί στην πλουτοκρατία, η οποία βέβαια λειτουργεί καθαρά παρασιτικά σε βάρος της κοινωνίας. Άχρηστα ή ελαττωματικά έργα/προμήθειες όπως για παράδειγμα τα υποβρύχια που γέρνουν και το νερό του Ναγού σε τοπικό επίπεδο. Να σημειώσουμε εδώ ότι η μετάβαση αυτή δεν παρουσιάζει ιδιαίτερες δυσκολίες. Απλώς οι επιχειρηματίες φροντίζουν να υπερχρεώσουν τις επιχειρήσεις τους στο μέγιστο δυνατό βαθμό εκμαιεύοντας κρατικές εγγυήσεις με το δέλεαρ της διατήρησης των θέσεων εργασίας  και με κατάλληλα μαγειρέματα (λογιστικά) τα δάνεια καταλήγουν  στις τσέπες τους ενώ τις προβληματικές πλέον επιχειρήσεις τις εκχωρούν στο κράτος ή τις εγκαταλείπουν να χρεοκοπήσουν και οι ίδιοι προσπαθούν να ενταχθούν στο παιχνίδι της πλουτοκρατίας.
         Στη φάση αυτή η οικονομία αρχίζει να παραπαίει και να εισέρχεται σε ύφεση αφ’ ενός λόγω των επιχειρήσεων που χρεοκοπούν και αφ’ ετέρου λόγω της 
συνεχούς αύξησης της φορολογίας προκειμένου να συντηρηθεί ο κύκλος που εξασφαλίζει τα κέρδη της πλουτοκρατίας. Κάποια στιγμή βέβαια ο δανεισμός 
φθάνει σε τέτοια ύψη που καθίσταται αμφίβολη η δυνατότητα αποπληρωμής του κρατικού χρέους. Τότε αφ’ ενός η πλουτοκρατία εξάγει στο εξωτερικό τα κέρδη της αφ’ ετέρου καταφεύγει σε υπερεθνικούς οργανισμούς –π.χ. ΔΝΤ- για να τη βοηθήσουν να ξεζουμίσει στο έπακρο το λαό. Κύριος στόχος της σ’ αυτή τη φάση η περιουσία των μικροαστών και των λαϊκών στρωμάτων αφ’ ενός για να εξυπηρετηθούν τα χρέη, αφ’ ετέρου για να συνεχίσει να κερδοσκοπεί παρασιτικά. Εννοείται  δε ότι όχι μόνο δεν παραιτείται οικιοθελώς από αυτή τη διαδικασία αλλά τη στηρίζει με κάθε μέσο, ακόμα και με τη βία αν χρειαστεί.
 
          Σε τι διαφέρει η περίπτωση της Ελλάδας από αυτήν της 
Αργεντινής;
         Την παραπάνω εξελικτική διαδικασία ακολούθησαν πιστά η χώρα μας και η Αργεντινή. Αμφότερες ήταν ανεπαρκώς ανεπτυγμένες καπιταλιστικά και η μεν Ελλάδα λόγω της εισόδου στην ευρωζώνη και την αντικατάσταση της δραχμής  από το ευρώ, η δε Αργεντινή λόγω της πρόσδεσης του πέσο στο δολάριο με σταθερή ισοτιμία 1:1, απέκτησαν ισχυρά νομίσματα. 
         Σ’ αυτό το σημείο όμως σταματούν οι ομοιότητες της χώρας μας με την πατρίδα του Τσε και της Μαφάλντα. Και η μεγάλη διαφορά βρίσκεται στο κίνημα της κατσαρόλας. Όλοι σίγουρα θα έχουμε ακούσει το κίνημα αυτό επιγραμματικά. Αν δεν έχουμε όμως ευρύτερη πληροφόρηση γι’ αυτό σίγουρα έχουμε σχηματίσει λανθασμένη εικόνα γιατί ο τίτλος είναι παραπλανητικός. Ο τίτλος δημιουργεί την εντύπωση ότι πρόκειται για κάποιες χλιαρές και ήσσονος σημασίας διαμαρτυρίες από νοικοκυρές. Η πραγματικότητα όμως ήταν πολύ διαφορετική. Ο τίτλος οφείλεται στο γεγονός ότι ομάδες γυναικών με κατσαρόλες που τις χτυπούσαν ρυθμικά με κουτάλια περιφέρονταν στις γειτονιές ξεσηκώνοντας  με αυτό τον τρόπο τους κατοίκους σε αγωνιστικές κινητοποιήσεις. Οι κινητοποιήσεις αυτές περιλάμβαναν δίκτυα αλληλεγγύης, ανταλλακτική  οικονομία, ιατρική και νομική βοήθεια, 7 γενικές απεργίες με την τελευταία από αυτές να έχει διάρκεια 30 ημερών, καταλήψεις εργοστασίων, καθημερινές πορείες και συλλαλητήρια, συμβούλια γειτονιάς και λαϊκά συμβούλια για τον συντονισμό του αγώνα και τη λειτουργία των κατειλλημένων  εργοστασίων, οδοφράγματα και 38 νεκρούς σε συγκρούσεις με την αστυνομία και αποκορύφωμα τον εμπρησμό του Υπουργείου Οικονομικών, την παραίτηση του Υπουργού Οικονομικών και στη συνέχεια την περικύκλωση του προεδρικού μεγάρου 
από τους διαδηλωτές. Η αστυνομία αδυνατούσε να ελέγξει την κατάσταση και ο πρόεδρος Fernando De La Rua  το έσκασε μαζί με την οικογένειά του με ελικόπτερο. Με λίγα λόγια το κίνημα της κατσαρόλας ήταν μια  πραγματική λαϊκή εξέγερση. Στη χώρα μας αντίθετα δεν υπάρχει μια ανάλογη κατάσταση γεγονός που μας διαφοροποιεί πλήρως από την περίπτωση της Αργεντινής.
          Τι πέτυχε τελικά όμως το λαϊκό κίνημα στην Αργεντινή;
         Όπως προαναφέραμε στην Αργεντινή είχαμε μία πραγματική λαϊκή εξέγερση. Μια εξέγερση όμως που παρά τη δυναμική της –τα πολιτικά κόμματα δεξιάς και αριστεράς  ακολουθούσαν σαστισμένα την εξέγερση- προωθούσε ένα ελλιπές πρόγραμμα διεκδικήσεων. Αυτό συνοψιζόταν στο βασικό σύνθημα “παραίτηση όλων τώρα”. Παρόλο που η εξέγερση πέτυχε πλήρως τους στόχους της μια και έδιωξε τους εκπροσώπους του συστήματος που εφάρμοζαν τα προγράμματα λιτότητας του ΔΝΤ και των άλλων δανειστών, δεν κατάφερε να ξεπεράσει το σύστημα. Το σύστημα  απλά έκανε ένα βήμα πίσω με έξοδο από τη σταθερή ισοτιμία, με κούρεμα του χρέους και γενικότερα με άρνηση των νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Μ’ αυτό τον τρόπο η χώρα πέτυχε ανάπτυξη της τάξης του 7-8% για μια δεκαετία γεγονός που την βοήθησε να ξεφύγει από την κατάσταση εξαθλίωσης στην οποία είχε βρεθεί. 
         Η Αργεντινή ήδη έχει αρχίσει να δανείζεται πάλι από τις αγορές μια και όπως προαναφέραμε το σύστημα δεν ξεπεράστηκε και επομένως δεν θίχτηκαν οι βασικές δομές του που περιλαμβάνουν και τον δανεισμό. Η παρασιτική πλουτοκρατία σε μικρότερο βαθμό βέβαια συνεχίζει να δραστηριοποιείται ενώ και άλλες ομάδες από την κυρίαρχη τάξη –πολεμοκάπηλοι, φασίστες, κ.α.- μπορούν να συνεχίσουν τη σκοτεινή δράση τους. Αργά ή γρήγορα η Αργεντινή θα βρεθεί πάλι σε δύσκολη θέση.
         Καταλήγουμε επομένως στο συμπέρασμα ότι το λαϊκό κίνημα στην Αργεντινή πέτυχε να διώξει τον άγριο καπιταλισμό της πλουτοκρατίας και να τον 
αντικαταστήσει με έναν πιο ανθρώπινο καπιταλισμό ο οποίος όμως  από την ίδια τη φύση του είναι επιρρεπής σε ολίσθηση σε πιο άγριες μορφές.
         Μπορεί η χώρα μας να ακολουθήσει το δρόμο της Αργεντινής;
         Το παράδειγμα της Αργεντινής ουσιαστικά συνίσταται στην ανατροπή της πλουτοκρατίας και των πολιτικών λιτότητας. Η επίτευξη ενός τέτοιου στόχου 
προϋποθέτει την ανάπτυξη ενός ισχυρού λαϊκού κινήματος. Υπάρχουν όμως δύο σημαντικά προβλήματα τα οποία απαιτούν βάθος χρόνου για να ξεπεραστούν.
         Το πρώτο αφορά την ύπαρξη οράματος. Κανένας δεν συμμετέχει με ενθουσιασμό σε κάποια κινητοποίηση αν αυτή δεν στοχεύει μακροπρόθεσμα σε μια 
καλύτερη κοινωνία, σε ένα καλύτερο αύριο. Το πρόβλημα λοιπόν που υπάρχει εντοπίζεται στην ανυπαρξία ενός ελκυστικού κοινωνικοοικονομικού συστήματος που θα μπορούσε να διαδεχθεί το υπάρχον σύστημα λιτότητας της πλουτοκρατίας. Η αναρχία μετά την ήττα της επανάστασης στον εμφύλιο της 
Ισπανίας αποδείχθηκε μη ρεαλιστική επιλογή. Το ίδιο συμβαίνει και με τον Υπαρκτό Σοσιαλισμό ο οποίος κατέρρευσε για κάποιους από το 1956 (20ο συνέδριο ΚΚΣΕ) για τους υπόλοιπους από το 1991 (διάλυση ΕΣΣΔ). Μένει μόνη επιλογή ο δρόμος της Αργεντινής δηλαδή ένας καπιταλισμός με πιο ανθρώπινο πρόσωπο (κάποιο Κεϋνσιανό οικονομικό μοντέλο σε συνδυασμό με κράτος πρόνοιας). Έφόσον όμως μιλάμε για  καπιταλισμό είναι αυτονόητο ότι δεν καταργούνται οι κοινωνικές ανισότητες και αδικίες ενώ πάντα είναι ανοικτό το ενδεχόμενο επικράτησης εκ νέου ακραίων μορφών διακυβέρνησης. Όχι βέβαια ότι ένας πιο ανθρώπινος καπιταλισμός δεν είναι προτιμότερος από τις πολιτικές λιτότητας της πλουτοκρατίας, όμως η Ελληνική κοινωνία δεν έχει φθάσει ακόμη σε επίπεδα ένδειας  (τουλάχιστο στη Χίο) που να καθιστούν μια τέτοια επιλογή πολύ ελκυστική για μεγάλο μέρος του λαού.
         Το δεύτερο πρόβλημα έχει σχέση με τις κατ’ εξοχήν υπεύθυνες για την ανάπτυξη λαϊκού κινήματος κοινωνικές δομές, δηλαδή με τα κόμματα και τα 
συνδικαλιστικά σωματεία τα οποία διαρκώς και περισσότερο απαξιώνονται στη συνείδηση των Ελλήνων. Απόδειξη της απαξίωσης αυτής αποτελεί το ποσοστό αποχής από τις εκλογές το οποίο συνεχώς μεγαλώνει. Όσον αφορά δε το συνδικαλισμό η κοινή γνώμη είναι πεπεισμένη ότι στα πλαίσια της άκρατης 
διαπλοκής που επικρατεί στη χώρα μας οι συνδικαλιστές προωθούν κινητοποιήσεις που εξυπηρετούν κυρίως την αναβάθμιση των θώκων που οι ίδιοι κατέχουν στα κόμματα τους, θώκων που σε εύθετο χρόνο μεταφράζονται σε συγκεκριμένες θέσεις(βουλευτικές, διευθυντικές κλπ.)
          Πώς πρέπει λοιπόν να αντιμετωπίσουμε την παρούσα κατάσταση;
         Το καταστάλαγμα όλων των  προαναφερθέντων είναι ότι: Το πολιτικοοικονομικό σύστημα παγκόσμια περιορίζει τις θέσεις εργασίας. Ειδικά στη 
χώρα μας με την επικράτηση της πλουτοκρατίας και την επιβολή των πολιτικών λιτότητας η οικονομία οδηγείται σε ύφεση και οι θέσεις εργασίας περιορίζονται ακόμα παραπάνω. Η λαϊκή αντίδραση που θα μπορούσε να καταργήσει αυτές τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές είναι ανύπαρκτη. Κάποιες σποραδικές κινητοποιήσεις  δεν είναι κάτι περισσότερο από μπαλοθιές. Άμεση συνέπεια όλων αυτών είναι το γεγονός ότι η πλουτοκρατία θα συνεχίσει τη νεοφιλελεύθερη πολιτική της  εκτός  και εάν διαδραματιστούν πολύ δραστικά γεγονότα (π.χ. διάλυση Ε.Ε., πόλεμος κλπ.) οπότε υπάρχει περίπτωση να ανατραπεί αυτή η κατάσταση. Επειδή όμως τέτοια δραστικά γεγονότα δεν φαίνονται στον ορίζοντα προς το παρόν είμαστε υποχρεωμένοι να δεχθούμε ότι τα προγράμματα λιτότητας η ύφεση και επομένως η ανεργία και η ένδεια που τη συνοδεύει θα ενταθούν με συνέπεια όλο και μεγαλύτερο ποσοστό των Ελλήνων να βρεθεί κάτω από το όριο της φτώχιας. Άλλωστε και οι διαχειριστές του συστήματος έχουν προετοιμαστεί και συνεχίζουν να προετοιμάζονται προς αυτή την 
κατεύθυνση. Στην ομιλία του στην ΔΕΘ το 2009 ο Γ. Παπανδρέου ανέφερε τα εξής: “Προωθούνται προγράμματα κοινωνικής εργασίας, ιδιαίτερα για τους μακροχρόνια ανέργους και ηλικιωμένους ανέργους, στη βάση πραγματικών αναγκών, διαφάνειας και κοινωνικών κριτηρίων”. Αυτά έχουν ενσωματωθεί και προωθούνται στα προγράμματα του ΟΑΕΔ με απώτερο στόχο σε κάθε οικογένεια να εργάζεται κάποιο μέλος εκ περιτροπής προκειμένου να εξασφαλίζεται ένα ελάχιστο εισόδημα που θα επιτρέπει σ’ αυτήν να φυτοζωεί για να μην εξεγείρεται.
         Με δεδομένα λοιπόν όλα αυτά μια ρεαλιστική προσπάθεια αντιμετώπισης της φτώχιας στην οποία το σύστημα καταδικάζει πολλούς από εμάς πρέπει να είναι καθαρά αμυντική τουλάχιστον σε πρώτη φάση. Δηλαδή θα πρέπει η προσπάθειά μας να εστιάζεται στο πως θα μπορέσουμε να βοηθηθούμε μέσα στα πλαίσια των πολιτικών λιτότητας χωρίς αυτό να όμως να σημαίνει ότι δεν θα πρέπει στην πρώτη ευκαιρία να επιχειρήσουμε να τις ανατρέψουμε.
          Ποιες είναι οι συγκεκριμένες δράσεις με τις οποίες μπορούμε να 
βοηθηθούμε;
         Και εδώ η εμπειρία που μας κληροδότησε η Αργεντινή είναι καθοριστική. Πέραν των δράσεων φιλανθρωπικού χαρακτήρα που ήδη έχουν αναπτυχθεί και στη χώρα μας(π.χ. σισίτια από την εκκλησία) από την εμπειρία της Αργεντινής μπορούμε να πάρουμε και το “Trueque”  ή στα ελληνικά “ανταλλακτικό εμπόριο”.
         Το ανταλλακτικό εμπόριο συνίσταται στην ανταλλαγή προϊόντων ή και χρόνου εργασίας ανάμεσα σε συναλλασσόμενους άμεσα χωρίς τη μεσολάβηση 
του επίσημου νομίσματος.
         Στο ανταλλακτικό εμπόριο ο καθένας που συμμετέχει διαθέτει για ανταλλαγή προϊόντα που του περισσεύουν και βρίσκονται στην κατοχή του για διάφορους λόγους όπως είναι για παράδειγμα η ερασιτεχνική παραγωγή, η κατά λάθος αγορά κ.α. Κάποιες θεωρητικές τέτοιες περιπτώσεις ίσως μας βοηθήσουν να το αντιληφθούμε αυτό καλύτερα. Ο κ. Κώστας τον ελεύθερο χρόνο του καλλιεργεί το πατρογονικό περιβόλι που έχει και παράγει μανταρίνια σε ποσότητες που του περισσεύουν. Αυτά λοιπόν τα διαθέτει για ανταλλαγή. 
         Στην περίπτωση που υπάρχει διαφορά στην αξία των ανταλλασσόμενων ειδών ή παρεμβάλλονται περισσότερα άτομα για την υλοποίηση των συναλλαγών χρησιμοποιούνται  κουπόνια, λογιστικές νομισματικές μονάδες, τοπικές χρηματικές μονάδες κ.α. 
         Παρόλο που το ΔΝΤ χαρακτήρισε το ανταλλακτικό εμπόριο σαν οικονομική τρομοκρατία, αυτό έχει εξαπλωθεί πέραν της Αργεντινής σε πολλές χώρες ακόμα αλλά προς το παρόν έχει περιορισμένη εμβέλεια. Στη χώρα μας υπάρχουν αρκετές τοπικές οργανώσεις που προωθούν το ανταλλακτικό εμπόριο σε διάφορες πόλεις αλλά και πανελλαδικά δίκτυα τα οποία όμως λειτουργούν κυρίως σε επιχειρηματικό επίπεδο. Αν ψάξουμε στο Internet τον όρο “ανταλλακτική οικονομία” θα εμφανιστούν κάποια από αυτά τα δίκτυα. Η χρησιμοποίηση όμως πανελλαδικών δικτύων έχει κάποια μειονεκτήματα όπως είναι για παράδειγμα τα μεταφορικά έξοδα, η δυσκολία ανταλλαγής όταν υπάρχει διαφορά στην αξία των ανταλλασσόμενων 
ιδών, η αδυναμία ανταλλαγής χρόνου εργασίας κ.α.
         Η ανάπτυξη επομένως ενός τοπικού δικτύου ανταλλακτικού  εμπορίου είναι απαραίτητη εάν θέλουμε να βοηθηθούμε στα πλαίσια της παρούσας κατάστασης.
          Ποια είναι τα πλεονεκτήματα  και τα μειονεκτήματα του 
ανταλλακτικού εμπορίου;
         Στα θετικά ενός τέτοιου δικτύου μπορούμε να αναφέρουμε: 
Ι. Εξυπηρέτηση καταναλωτικών αναγκών.
ΙΙ. Ενίσχυση της ερασιτεχνικής δραστηριότητας και της τοπικής παραγωγής.
ΙΙΙ. Προστασία του περιβάλλοντος (προϊόντα που μας περισσεύουν δεν καταλήγουν στα απορρίμματα γιατί τα χρησιμοποιεί κάποιος άλλος).
ΙV. Κατάργηση μεσαζόντων και εμπορικού κέρδους.
V. Ανάπτυξη συνεργατικών διαπροσωπικών σχέσεων.
        Όσον αφορά τα μειονεκτήματα τα σημαντικότερα από αυτά είναι:
α. Αδυναμία ύπαρξης σταθερής προσφοράς και ποιότητας.
β. Αδυναμία κάλυψης πολλών καταναλωτικών αναγκών που έχουν σχέση με βιομηχανικά προϊόντα (π.χ. Σκόνη πλυντηρίου).
γ. Αυξημένος κίνδυνος εξαπατήσεων.
         Πέραν αυτών να σημειώσουμε ακόμη ότι το ανταλλακτικό εμπόριο είναι μια πρωτόγονη μορφή εμπορίου η οποία δεν μπορεί να επεκταθεί πέραν του τοπικού επιπέδου χωρίς να χάσει κάποια από τα πλεονεκτήματά της. Διευκρινίζουμε ακόμα ότι όσον αφορά τον καταναλωτικό τρόπο ζωής μας σε μικρό μόνο ποσοστό το ανταλλακτικό εμπόριο μπορεί να βοηθήσει στην αναπλήρωση των απωλειών που υφιστάμεθα από τις πολιτικές λιτότητας. Εκεί όμως που η συνεισφορά του ανταλλακτικού εμπορίου μπορεί να είναι σημαντική είναι στην αλλαγή της νοοτροπίας μας σε σχέση με τα διάφορα προϊόντα τα οποία πρωτίστως πρέπει να παράγονται για την κάλυψη των αναγκών μας και όχι για την αποκόμιση  κέρδους όπως συμβαίνει σήμερα. Επίσης μία σημαντικότατη ακόμα συνεισφορά  είναι η συσπείρωση των δυνάμεων μας προκειμένου να προχωρήσουμε σε ανώτερο επίπεδο 
οργάνωσης και δραστηριοποίησης.
          Υπάρχουν άλλες δράσεις από τις οποίες μπορούμε να 
βοηθηθούμε;
         Πιθανότατα να υπάρχει πληθώρα δυνατοτήτων οι οποίες μας διαφεύγουν ή δεν είναι ώριμες ακόμα. Η συσπείρωση δυνάμεων μέσα από τις διεργασίες του ανταλλακτικού εμπορίου και η συνεπακόλουθη ανταλλαγή  απόψεων μπορεί κάλλιστα να γεννήσει νέες δράσεις που ίσως αποδειχθούν αποτελεσματικότερες. Καλό θα ήταν λοιπόν να πετάξουμε στην άκρη ταμπού και παρωπίδες και να υιοθετήσουμε ένα από τα πιο όμορφα συνθήματα των αναρχικών που λέει: “Η φαντασία στην εξουσία”. Ας επιτρέψουμε δηλαδή σε νέες ιδέες να έρθουν στην επιφάνεια και να υλοποιηθούν. Άλλωστε δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η κοινωνία προχωράει μπροστά με τη μέθοδο της δοκιμής και του λάθους.
         Σ΄ αυτά τα πλαίσια μια σκέψη που αξίζει την προσοχή μας είναι οι καταναλωτικοί συνεταιρισμοί.  Με τους καταναλωτικούς συνεταιρισμούς 
επιτυγχάνεται αφενός η συνένωση της δύναμης πολλών μεμονωμένων καταναλωτών και αφετέρου ωφέλιμο αποτέλεσμα για κάθε έναν από τους 
συμμετέχοντες καταναλωτές. Για παράδειγμα ένας καταναλωτής δεν μπορεί να απευθυνθεί στη βιομηχανία για ένα κουτί απορρυπαντικό, ένας καταναλωτικός συνεταιρισμός όμως μπορεί να προμηθευτεί 1000 κουτιά για τα μέλη του σε χαμηλότερη τιμή. Επιπρόσθετα δύο ιδιαίτερης σημασίας –στην κατεύθυνση διερεύνησης του διάδοχου στο υπάρχον κοινωνικού μοντέλου- πλεονεκτήματα των καταναλωτικών συνεταιρισμών είναι η δυνατότητα καθορισμού συγκεκριμένων προδιαγραφών για τα διάφορα προϊόντα και η καλλιέργεια συνείδησης συλλογικών λύσεων σε αντίθεση με τις ατομικές λύσεις που προωθεί το υπάρχον σύστημα. Ένα ακόμα  αξιομνημόνευτο σημείο είναι και η δυνατότητά τους να αγκαλιάσουν και να δραστηριοποιήσουν το σύνολο της κοινωνίας –εργαζόμενοι, άνεργοι, κλπ.- σε αντίθεση με τα σωματεία στα οποία επικεντρώνει τη δράση της  η αριστερά, γεγονός 
που την καθιστά ουραγό στην κοινωνική κινητικότητα.
         Πως μπορούν όμως να υλοποιηθούν όλα αυτά;
         Το εναρκτήριο λάκτισμα για την υλοποίηση των παραπάνω μπορεί να είναι ένα σχετικό διερευνητικό κάλεσμα ταυτόχρονα με μια ενημερωτική διαδικασία. 
Αυτό μπορεί να προέλθει είτε από κάποια ομάδα πρωτοβουλίας είτε από κάποια από τα υπάρχοντα σωματεία. Όσο νωρίτερα γίνει αυτό τόσο το καλύτερο για όλους μας.

Άλλες απόψεις: Του Βασίλη Μητσού