Χίος, Σάββατο 24 Φεβρουαρίου

Έναν ποιητή

Τρί, 07/11/2017 - 17:10

Κύριε, καθώς αμπόδιστος περιδιαβάζεις στα τρυφερά χειρόγραφα νέου ποιητή, μια αίσθηση σκορπιέται αγαλλίασης.
Μια βεβαιότητα ελπιδοφόρα αντρειώνει την ψυχή του κόσμου, πως το ψωμί και το κρασί της σωτηρίας δεν θα λείψει από τη γη.
Τούτος ο κόσμος των σαρκολατρών, τυράννων, εκμεταλλευτών, υλολατρών, φονιάδων, αφού σε πείσμα τους γεννά ακόμα πρωτοστάτες ανειρήνευτους, έχει το χρέος της ανάστασης εντός.
Κύριε ο λόγος «ήγγικεν η ώρα» να γενεί νυστέρι, να πετάξει μάτια πάνω του, στα κόκαλα ως ξυπνητήρι να χοχλάζει, να αλαλάζει.
Ω Κύριε, θέσε καρφί πικρό, τον αναστάντα λόγο, ανυποχώρητο, στο πέλμα. Πόνος η κάθε κίνηση καημού. Η δούλα ακινησία μας αιμορραγία να’ ναι τρόμου.
Τους φέροντες τα ρόδινα φτερά του «καλοζώ», του «ας μη σε νοιάζει», ευδόκησε να λησμονούν, πως τα επίπεδα της πίστης, της σοφίας, της επίγνωσης και της απαίτησης αθάνατα .
Αν κι ας προς ώραν, οι απάνθρωποι της κίβδηλης ζωής, βρίσκοντας αρεστά λάγνα τεχνάσματα φθοράς, κέρδισαν της συνείδησης το μούδιασμα.
Ηλιθιάσαμε και νεφελώσαμε. Γύρω μας η παράνοια πρησμένη, αφού η εγρήγορση του νου χύνεται σε λασπόνερα απεραντολογίας.
Μια χαύνωση κυοφορείται βολική, πως η κρεμάλα στήνεται για ξένους κι ας βλέπομε πως τα χεράκια που την ευτρεπίζουν... τα δικά μας, καθώς δένουνε ωραία γραβάτα το σχοινί στον τράχηλό μας.
Μη βλέπεις, μην ακούς μας λένε, μη μιλάς, μην αντιδράς, μόνο να ζεις ως όρισαν. Κι εσύ απορείς μη βλέποντας του τρόπου φως, μη βρίσκοντας του τόπου χρέος, συντροφιά με χοίρους.
Όταν ακούς λογιέσαι ύποπτος, δεν λένε που. Όταν συχνά πολύ κοιτάς περίεργος, δεν λεν γιατί. Όταν μιλάς παράξενος, δεν λεν σε ποιους. Αυτό το ‘χουνε καταργήσει με χρωματιστά πρωτόκολλα και χρυσοφόρους υπο-νόμους.
Μια η μεγάλη αρχή. Στητή κι αράγιστη δαιμονική καθέδρα: το είσαι ή δεν είσαι απ’ τους δικούς μας.
Κύριε, ως θωρείς όλα στρωτά, καλοβαλμένα κατά το συμφέρον. Η κοινωνία πλάθεται λαπάς. Ρέει χυλός ανάλατος η ιστορία. Οι μηχανές φορτίζουν τρέλα τους νευρώνες. Μισοσβησμένη, μισομεθυσμένη, κατακάθεται η συvείδηση.
Κι όμως δεν το κατάλαβαν. Τους γέλασες, τους ξέφυγε. Από της πολτοποίησης τα γρανάζια, της απάτης, της παγκοσμιοποίησης, πιο έξω ο ποιητής σου και προφήτης.
Όπως τον ιερό Αυγουστίνο κάποτε τον πρόσταξες «πάρε και διάβασε και ξύπνα», ω Κύριε, στα παραμιλητά, στα ξεφωνήματα των ποιητών δώσε και σήμερα εντολή να ιδούμε πως...
Το κρέας που δαγκάμε, το δικό μας. Ο αγέρας που αναπνέομε, η μπόχα τους. Τα κανακέματα που κάνομε, το κέφι τους. Η ζήλεια μας, η ευτυχία τους. Ο μαύρος ανταγωνισμός μας, το συμφέρον τους.
Ω Κύριε, έναν ποιητή. Χωρίς τον ποιητή ανύπαρκτοι τόποι και χρόνοι. Ο ποιητής έχει τα μάτια. Υψώνεται προφητικά και δείχνει. Με κίνδυνο να λιώσει, να διαλυθεί, δείχνει τον αίτιο.
Ένα ποιητή να καθορά, να μη φοβάται, Κύριε. Ο κάθε τόπος να’χει. Κι ας μην του δίνουνε τιμή κι αξία. Έναν ποιητή ...
 

Άλλες απόψεις: Του Γιώργη Διλμπόη