Χίος, Κυριακή 21 Ιανουαρίου

Ένας επίλογος στην ιστορική περίοδο: «πρώτη φορά αριστερά».

Σάβ, 27/02/2016 - 09:18

Ο επίλογος δεν είναι τίποτα περισσότερο από κάποιες τελικές διευκρινίσεις, μια σύνοψη ή τέλος κάποια συμπεράσματα, καθώς επίσης και η πληροφόρηση σχετικά με τη λήξη μιας αφήγησης, μιας πρωτοβουλίας, μιας διερεύνησης, μιας διαδικασίας, μιας περιόδου. Αυτή ακριβώς είναι και η πρόθεσή μας στο κείμενο αυτό. Ένας επίλογος στην ιστορική περίοδο: «πρώτη φορά αριστερά».

 Από τις 25 Ιανουαρίου μπήκαμε στον δεύτερο χρόνο διακυβέρνησης της χώρας μας από μία κυβέρνηση της αριστεράς, ενώ τα μπλόκα στις εθνικές οδούς ανακαλούν στη μνήμη αλλοτινές εποχές τότε που κυβερνούσε η «επάρατη» δεξιά. Δεν άλλαξε επομένως τίποτα; Από πολλές απόψεις όντως δεν άλλαξε τίποτα. Η εμπειρία όμως που αποκομίσαμε από αυτήν την περίοδο σίγουρα άλλαξε τον τρόπο σκέψης μας.

 Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Βασικό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης (πιθανόν λόγω του φόβου μπροστά στο άγνωστο) είναι η επιδίωξη της διατήρησης μιας κατάστασης όσο αυτή δεν εξελίσσετε σε ιδιαίτερα επώδυνες μορφές. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο στην πρόσφατη πολιτική ιστορία του τόπου μας την κυβέρνηση ασκούσαν εναλλάξ ή από κοινού η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ. Όταν βέβαια από το 2008, που ξεκίνησε η κρίση και ειδικά από το 2010 και μετά που μπήκαμε στην εποχή των μνημονίων, το επίπεδο ζωής και το εισόδημά μας άρχισαν να μειώνονται δραστικά, οι Έλληνες τόλμησαν την αριστερή στροφή που έφερε στην κυβέρνηση τον ΣΥΡΙΖΑ.

 Ακολούθησε μια περίοδος ψευδαισθήσεων μέχρι την ψήφιση του τρίτου μνημονίου και στη συνέχεια είχαμε μια περίοδο απογοήτευσης-δέους-αβεβαιότητας σχετικά με το επίπεδο ποιότητας της ζωής μας και την επερχόμενη υποβάθμισή του. Ταυτόχρονα και παράλληλα με αυτά όμως είχαμε και μία κατάσταση κοινωνικής εγρήγορσης που εκδηλώθηκε με την πραγματοποίηση ενός δημόσιου διαλόγου για τα δεινά που αντιμετωπίζαμε και τις ενδεδειγμένες λύσεις. Στον διάλογο αυτό συμμετείχε και ο γράφων με δύο κείμενα που δημοσιεύτηκαν στον τοπικό ηλεκτρονικό τύπο και τιτλοφορούνταν: «Το σύνδρομο της Βάρκιζας» και «Ανοιχτή επιστολή προς κάθε αντιμνημονιακό Έλληνα». Πολλές ιδέες - απόψεις ακούστηκαν και προτάθηκαν για εφαρμογή. Το πρώτο διάστημα κυριάρχησε το ζήτημα των Γερμανικών αποζημιώσεων, αλλά πέραν αυτού διατυπώθηκαν και προτάσεις για επιστροφή στη δραχμή, για στάση πληρωμών, ενοχοποιήθηκε η δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία μας, η ασυνέπεια στην εφαρμογή των μνημονίων κ.ά. Η έναρξη όμως εφαρμογής του 3ου μνημονίου με την προώθηση επώδυνων μέτρων σε επιμέρους τομείς (π.χ. ασφαλιστικό) μας προσγείωσε στην πραγματικότητα η οποία συνίσταται στο ότι αποτύχαμε να αντιμετωπίσουμε την επιδείνωση του επιπέδου της ζωής μας, να απεξαρτηθούμε από το βραχνά των μνημονίων και σαστισμένοι επιστρέψαμε στις πρακτικές του παρελθόντος.

 Για να διερευνήσουμε τους λόγους αυτής της αποτυχίας μας θα ξεκινήσουμε εξετάζοντας τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις που διαμορφώνουν την ποιότητα της ζωής μας. Η δημόσια παιδεία, οι προνοιακές παροχές, η δίκαιη αμοιβή των εργαζομένων, οι παροχές υγείας και γενικά ότι συνιστά το κράτος πρόνοιας προϋποθέτει ένα σημαντικό κόστος το οποίο φυσικά θα προέλθει από πόρους τους οποίους εποφθαλμιά η πλουτοκρατία. Όπως είναι ευνόητο αυτή δεν έχει καμία διάθεση να περιορίσει τις αρπαχτικές διαθέσεις της. Το πώς ακριβώς σκέπτεται μας το είπε ο Πλάτωνας πριν από σχεδόν 2,5 χιλιάδες χρόνια:

 Σ’ όσους έλαχε εξαρχής να είναι γιοί βασιλιάδων, ή οι ίδιοι να είναι ικανοί ν’ . αποκτήσουν κάποια εξουσία ή τυραννία ή κυριαρχία, πιο πράμα αληθινά θα . ήταν γι’ αυτούς τους ανθρώπους ποιο αισχρό και χειρότερο από τη σωφροσύνη; . Για ποιο λόγο αυτοί, ενώ μπορούν να απολαύσουν όλα τα αγαθά χωρίς φραγμό, . να προσθέσουν σαν αφέντη στους εαυτούς τους το νόμο και τη λογική και τις . επικρίσεις των πολλών ανθρώπων;

 Έχοντας λοιπόν αυτή τη νοοτροπία οι πλουτοκράτες των Βρυξελλών, του Βερολίνου καθώς και οι ντόπιοι τοποτηρητές τους είναι λογικό να προωθούν την πολιτική των μνημονίων, η οποία στοχεύει στην απόσπαση από το σύνολο της κοινωνίας του μέγιστου δυνατού πλούτου και την οικειοποίησή του από αυτούς. Απέναντι λοιπόν σ’ αυτούς και την οργανωμένη επίθεσή τους έχουμε την συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας, η οποία βέβαια λόγω του όγκου της θα μπορούσε να τους σαρώσει εν μία νυκτί. Γιατί όμως δεν γίνεται κάτι τέτοιο; Διότι η κοινωνία απέναντι στην οργανωμένη επίθεση της πλουτοκρατίας, αντιπαραθέτει μία αποσπασματική, σπασμωδική, ανοργάνωτη, και άναρχη άμυνα. Τι εμποδίζει όμως το κοινωνικό σύνολο να οργανωθεί και να την εκμηδενίσει με τον όγκο των δυνάμεων του; Οι βασικές παράμετροι που εμποδίζουν κάτι τέτοιο, είναι οι εξής:

 α) Η συντεχνιακή λογική.

 Κάθε κλάδος ή κοινωνική ομάδα που θίγεται αγωνίζεται και προβάλει τα αιτήματά του. Η πρακτική αυτή όμως πέραν του ότι αποτελεί αποσπασματική δράση πολλές φορές τον/την φέρνει σε αντίθεση με την υπόλοιπη κοινωνία.

 β) Η άκρατη επικράτηση του ατομικισμού.

 Οι ατομικές λύσεις είναι η κυρίαρχη μέριμνα κάθε πολίτη, ενώ οι συλλογικές λύσεις (που είναι οι μόνες κατάλληλες για την πλειοψηφία της κοινωνίας) έχουν απαξιωθεί πλήρως στην συνείδηση του κοινωνικού συνόλου.

 Η συνηθέστερη συμβουλή όλων μας στα νέα παιδιά που έχουν τελειώσει τις σπουδές τους είναι: Να πας στο εξωτερικό να φτιάξεις τη ζωή σου, γιατί εδώ στην Ελλάδα δεν υπάρχει μέλλον. Όσοι επιχειρηματίες μπορούν, μεταφέρουν τις επιχειρήσεις τους στο εξωτερικό. Όσοι είχαν κάποιες αποταμιεύσεις τις πήραν από τις Ελληνικές τράπεζες και τις μετέφεραν στο εξωτερικό. Αυτοί που δεν πρόλαβαν και εγκλωβίστηκαν από τα Capital-controls προσπαθούν εναγωνίως να καταναλώσουν τις όποιες αποταμιεύσεις τους, γι’ αυτό και μειώνεται συνεχώς ο όγκος των κατατεθειμένων στις τράπεζες αποταμιεύσεων. Τέλος όσοι δεν έχουν τη δυνατότητα της φυγής επικεντρώνουν τις προσπάθειές τους στην βελτίωση της ατομικής τους κατάστασης και με τον παραδοσιακό τρόπο (μέσω της κοινωνικής και επαγγελματικής καταξίωσης) αλλά κυρίως μέσω της κομματικής ανέλιξης. Ο στόχος ξεκάθαρος: Στην επερχόμενη φτωχοποίηση της κοινωνίας οι ίδιοι να γίνουν λιγότερο φτωχοί από το υπόλοιπο σύνολο.

 Την κατάσταση επομένως της χώρας μας θα μπορούσαμε να την παρομοιάσουμε με ένα πλοίο που παίρνει νερά. Οι επιβαίνοντες παρόλο που το γνωρίζουν και δημοσίως δείχνουν ότι ενδιαφέρονται για τη σωτηρία του, έμπρακτα οι προσπάθειές τους εστιάζονται είτε στο να το εγκαταλείψουν είτε στο να γίνουν πιστοί υπηρέτες του καπετάνιου. Αυτό το τελευταίο το κάνουν για να καλοπερνούν όσο ακόμα το πλοίο επιπλέει και επειδή ελπίζουν ότι τη στιγμή της βύθισης ο καπετάνιος δεν θα τους ξεχάσει αλλά θα φροντίσει να επιβιβαστούν πρώτοι σε μία σωσίβια λέμβο και έτσι θα γλιτώσουν τουλάχιστον τη ζωή τους σε αντίθεση με τους υπόλοιπους.

 γ) Τα αποπροσανατολιστικά ιδεολογήματα (μύθοι).

 Στην κοινή γνώμη επικρατεί η άποψη ότι όταν η πίεση που δέχεται το κοινωνικό σύνολο, από τα σκληρά μέτρα που επιβάλλονται, γίνει μεγάλη τότε: «θα ξεσηκωθεί ο κόσμος και θα τους πάρει με τις πέτρες». Ο μύθος αυτός στηρίζεται στη θεωρία του ελατηρίου σύμφωνα με την οποία όταν αυτό συμπιέζεται από ένα σώμα, προβάλλει αντίσταση και στη συνέχεια το εκτινάσσει. Όμως για να συμβεί αυτό θα πρέπει το ελατήριο να έχει αρκετή σκληρότητα και ικανοποιητική αντοχή, γιατί σε διαφορετική περίπτωση απλά θα παραμείνει συμπιεσμένο. Ας το δούμε όμως αυτό και με ένα παράδειγμα. Κατά τη διάρκεια του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου η χιτλερική προπαγάνδα καλούσε τους Εβραίους να πάνε σε ειδικούς χώρους εργασίας στους οποίους με την εργασία τους θα ξέφευγαν από την πείνα και θα περνούσαν καλά. Στα εβραϊκά συμβούλια υπήρχαν φωνές που έλεγαν ότι δεν πρέπει να πιστεύουν αυτούς που τους καταδίκασαν στην πείνα και η μόνη λύση είναι η εξέγερση. Η πλειοψηφία βέβαια υιοθέτησε την αντίθετη άποψη που υποστήριζαν κύρια οι ραβίνοι με συνέπεια να παίρνουν το δρόμο για τα κρεματόρια και την εξόντωσή τους. Όσο για την άποψη ότι εάν εξεγείρονταν δεν θα γλυτώνανε περισσότεροι, ο αντίλογος είναι ότι ακόμα και έτσι, όσοι γλυτώνανε θα είχαν διατηρήσει την υπερηφάνεια και την αξιοπρέπειά τους και θα επιζούσαν χωρίς ψυχολογικά προβλήματα. Το παράδειγμα αυτό λοιπόν μας δείχνει ξεκάθαρα ότι σε αυτήν την περίπτωση το ελατήριο αποδείχθηκε τόσο μαλακό που όχι μόνο δεν μπόρεσε να αντισταθεί αλλά καταστράφηκε κιόλας ολοσχερώς.

 δ)Η πλήρη άρνηση της πλειοψηφίας του κοινωνικού συνόλου για μόρφωση και στοχασμό.

 Ο καθαρά ιδεαλιστικός προσανατολισμός του εκπαιδευτικού μας συστήματος τραβάει το χαλί κάτω από τα πόδια του ατόμου και το αφήνει έρμαιο στην αγκαλιά του χυδαίου υλισμού και της άγνοιας. Με άλλα λόγια το εκπαιδευτικό μας σύστημα είναι ιδιαίτερα επιτυχημένο στο να φτιάχνει δυστυχισμένα άβουλα όντα που είναι αμόρφωτα αλλά ταυτόχρονα και φορείς μεγάλης εξειδικευμένης σοφίας.

 Την επιτυχία του αυτή το εκπαιδευτικό μας σύστημα την οφείλει στο γεγονός ότι διαχωρίζει την παροχή της γνώσης από την υλική της βάση (ιδεαλιστικός προσανατολισμός). Η γνώση όπως παρέχεται από το σύστημα δεν έχει καμιά σχέση με τις ταυτόχρονες ανάγκες των εκπαιδευόμενων αλλά με τις μελλοντικές ανάγκες τους για επαγγελματική αποκατάσταση. Αυτό βέβαια καθιστά τη μόρφωση μια βαρετή διαδικασία. Αν σ’ αυτό προσθέσουμε και το γεγονός ότι σε όλο και μικρότερες ηλικίες διδάσκονται αφηρημένες έννοιες και μέθοδοι σκέψης που δεν έχουν την αντίστοιχη ωριμότητα για να τις κατανοήσουν οι εκπαιδευόμενοι, τότε η βαρετή αυτή διαδικασία γίνεται και ιδιαίτερα κουραστική μια και ο εκπαιδευόμενος μαθητής καλείται ουσιαστικά να αποστηθίσει πληθώρα ακατανόητων γνώσεων. Η έντονη απέχθεια γι’ αυτή τη διαδικασία που εμπειρικά διαμορφώνει το άτομο, το ακολουθεί στην εξελικτική του πορεία με συνέπεια αφενός να συγχέει στη συνείδησή του την πραγματική μόρφωση με την οδυνηρή εμπειρία της σχολικής εκπαίδευσης, αφετέρου να αδυνατεί να διαμορφώσει κριτικό πνεύμα. Το αποτέλεσμα; Το άτομο μπορεί να αποκτήσει γνώσεις που του εξασφαλίζουν υπερεξιδίκευση σε ένα γνωστικό τομέα, αλλά αδυνατεί να διαμορφώσει μια κοσμοθεωρία μέσα στην οποία θα εντάξει την ύπαρξή του. Κατά συνέπεια η ύπαρξή του νοηματοδοτείται με το κυνήγι των υλικών απολαύσεων και του πλούτου μια και η πρόσληψη της πραγματικότητας στη συνείδησή του γίνεται χωρίς την παραμικρή κριτική διαδικασία (χυδαίος υλισμός).

 Το άτομο γίνεται έρμαιο του κάθε απατεώνα μια και αδυνατεί να κρίνει σε βάθος. Λόγω της άκριτης πρόσληψης της πραγματικότητας ο αυτοπροσδιοριζόμενος σαν αριστερός, είναι και αριστερός. Ο αυτοπροσδιοριζόμενος σαν φίλος είναι και φίλος. Ο αυτοπροσδιοριζόμενος σαν φιλαλήθης είναι και φιλαλήθης. Η συνειδητοποίηση του ενδεχόμενου να είναι θύμα εξαπάτησης πολύ δύσκολα μπορεί να πραγματοποιηθεί γιατί δεν υπάρχει η απαιτούμενη κοινωνική μόρφωση. Η γνώμη του ατόμου για τα διάφορα ζητήματα εν πολύς ετεροκαθορίζεται. Η διαμόρφωση επομένως της γνώμης των επιμέρους ατόμων, που αποτελούν το κοινωνικό σύνολο, από έναν έμπειρο και ιδιαίτερα εξειδικευμένο δημοσιογράφο, γίνεται παιχνιδάκι. Δεδομένου ότι η πλουτοκρατία διαθέτει και, τα μεγαλύτερα ΜΜΕ, αλλά και, το χρήμα για να καλοπληρώσει τους δημοσιογράφους που την εξυπηρετούν γίνεται αντιληπτό ότι η γνώμη των πολλών(κοινή γνώμη) ετεροκαθορίζεται. Ο λαός μετατρέπεται σε όχλο που υπηρετεί τα συμφέροντά της. Όσο για τη σκέψη δημιουργίας μαζικού κινήματος και ενιαίου μετώπου των διάφορων κοινωνικών ομάδων εναντίον της, σ’ αυτές τις συνθήκες, μάλλον θα έπρεπε να τη χαρακτηρίσουμε ουτοπική. Η σημασία της παραμέτρου αυτής είναι πολύ σημαντική και ίσως αποτελεί και τη βάση στην οποία στηρίζονται οι προαναφερθείσες παράμετροι.

 Μετά από όλα αυτά εύλογα μπορεί να αναρωτηθεί κάποιος αν υπάρχει ελπίδα να αλλάξει κάτι ή μήπως κάθε προσπάθεια είναι μάταιη; Ας προχωρήσουμε λοιπόν στη διερεύνηση αυτού του ερωτήματος.

 Στη φύση το απόλυτο δεν υπάρχει. Απόλυτο κενό δεν υπάρχει, απόλυτη μόνωση δεν υπάρχει, απόλυτο σκοτάδι δεν υπάρχει. Με άλλα λόγια: Κάθε κανόνας έχει και τις εξαιρέσεις του. Επομένως αυτά που προαναφέραμε περιγράφουν το γενικό πλαίσιο μέσα στο οποίο περικλείεται η ζωή της κοινωνίας, αλλά υπάρχει και η εξαίρεση η οποία συνίσταται σε ένα θύλακα υπεύθυνων πολιτών (ο οποίος, οφείλουμε να παραδεχτούμε, ότι διαρκώς συρρικνώνεται) που αντιτίθεται και αντιπαλεύει όλα τα παραπάνω. Τα όπλα του; Ιδέες, προτάσεις, απόψεις, πρωτοβουλίες, δράσεις.

 Στο ερώτημα αν είναι αρκούντως ισχυρά τα όπλα αυτά η απάντηση είναι ανεπιφύλακτα ΝΑΙ.

 Η κοινωνία είναι ένα χαοτικό σύστημα. Όπως ακριβώς το φτερούγισμα μιας πεταλούδας στο Πεκίνο μπορεί να δώσει τυφώνα στη Νέα Υόρκη μετά από ένα μήνα, έτσι και μια συζήτηση σε μια καφετέρια σήμερα θα μπορούσε να ρίξει την κυβέρνηση σε ένα χρόνο. Τέτοια περίπτωση για παράδειγμα είναι η ίδρυση του ΚΚΕ. Στην αρχή συζητιόνταν κάποιες σοσιαλιστικές ιδέες που ήρθαν από το εξωτερικό. Αυτές μετεξελίχθηκαν σε σοσιαλιστικούς ομίλους- συλλόγους που με τη σειρά τους μετεξελίχθηκαν στο ΚΚΕ το οποίο με τη σειρά του έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο την περίοδο της Γερμανικής κατοχής.

 Για να εκδηλώσουν όμως τη δράση τους οι ιδέες πρέπει να είναι προσαρμοσμένες στις συνθήκες και τις ανάγκες της κοινωνίας. Λειτουργούν με άλλα λόγια όπως τα γονίδια. Για να εκδηλώσουν τη δράση τους απαιτείται η ικανοποίηση και των σχετικών προϋποθέσεων. Με άλλα λόγια δεν απαιτούνται οι τέλειες ιδέες που θα φτιάξουν την τέλεια κοινωνία γιατί η κοινωνία δεν εξελίσσεται έτσι, αλλά μας χρειάζονται ιδέες που θα ανταποκρίνονται πλήρως στις συνθήκες και την κοινωνική αναγκαιότητα. Μας χρειάζεται όμως πληθώρα ιδεών διότι εκ των προτέρων δεν μπορούμε να γνωρίζουμε ποιες είναι οι κατάλληλες, αλλά από όλες αυτές, η ίδια η κοινωνία θα μας υποδείξει τις κατάλληλες με την κοινωνική κινητικότητα που αυτές θα δημιουργήσουν.

 Το γεγονός λοιπόν της αδυναμίας ανατροπής των μνημονίων οδηγεί στο συμπέρασμα ότι όσες προτάσεις διατυπώθηκαν μέχρι τώρα δεν ήταν προσαρμοσμένες στα κοινωνικά δεδομένα, είτε γιατί δεν αναγνωρίστηκαν σαν αναγκαιότητα από την κοινωνία, είτε γιατί κρίθηκαν ανεδαφικές, είτε γιατί δεν εξασφάλισαν την επαρκή διάδοσή τους. Ουσιαστικά δηλαδή μετά την αποτυχία της αριστερής στροφής επιστρέψαμε σαστισμένοι στις ανεπαρκείς μορφές πάλης του παρελθόντος χωρίς καμιά άλλη ουσιαστική αλλαγή πέραν της συνειδητοποίησης αυτής της ανεπάρκειας μέσα από την πείρα που αποκομίσαμε και την κριτική ανάλυση στην οποία συνεπακόλουθα οδηγηθήκαμε.

 Ολοκληρώνοντας καταλήγουμε ότι για την κοινωνική πρόοδο απαιτείται μια νέα γενιά ιδεών οι οποίες θα έχουν απεγκλωβιστεί από την αναποτελεσματική κομματική λογική, θα προωθούν καινοτόμες μορφές πάλης, αιτήματα ευρέως αποδεκτά και αναγνωρίσιμα από το κοινωνικό σύνολο, θα χρησιμοποιούν πρωτοπόρες μορφές για τη διάδοσή τους και τέλος θα πρέπει να έχουμε τεταμένη την προσοχή μας για να τις αναγνωρίσουμε όταν εμφανιστούν.

 

 

Άλλες απόψεις: Του Βασίλη Μητσού