Χίος, Τρίτη 17 Ιουλίου

Εθνοφυλακή και κοινωνία

Πέμ, 08/03/2018 - 15:06
Λεωνίδας Πυργάρης

   ἄνδρες γὰρ πόλις, καὶ οὐ τείχη οὐδὲ νῆες ἀνδρῶν κεναί (η δύναμη ενός κράτους είναι οι άντρες του, κι όχι τα τείχη ή τα πλοία του που είναι κενά από πολεμιστές) [Θουκ. 7.77.7].

 

                      Ι. Η σημασία τής Εθνοφυλακής

   Η Εθνοφυλακή είναι ένας παλαιός θεσμός τού οποίου η σημασία και αναγκαιότητα για τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις άρχισε πάλι να αναδεικνύεται, ιδίως ύστερα από το «κενό θητείας» που προκάλεσε και εξακολουθεί να προκαλεί αφενός η μείωση τού χρόνου τής στρατιωτικής θητείας και αφετέρου η αθρόα φυγή χιλιάδων νέων προς το εξωτερικό κατά τα τελευταία χρόνια τής λεγόμενης «μνημονιακής κρίσης».

  Εθνοφυλακή ή Εθνοφρουρά είναι η οργανωμένη στρατιωτική δύναμη η οποία, σε συνεργασία με τον Ενεργό Στρατό, συμβάλλει στην άμυνα τής Χώρας. Οι άντρες που πλαισιώνουν τα κατά τόπους Τάγματα Εθνοφυλακής προέρχονται από τις τοπικές κοινωνίες, έχουν λάβει εκπαίδευση κατά τη διάρκεια τής στρατιωτικής τους θητείας και ως εθνοφύλακες συνεχίζουν επίσης να εκπαιδεύονται στα πλαίσια τής αποστολής τών Μονάδων τους.

  Η σημασία τών Ταγμάτων Εθνοφυλακής είναι καθοριστική τόσο για την κοινωνία όσο και για τον ίδιο τον συμμετέχοντα-εθνοφύλακα.

 

  Α) Για την κοινωνία:

  α) οι εθνοφύλακες προασπίζουν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και τα εθνικά συμφέροντα τής Χώρας. Είναι αυτοί που, σε συνεργασία με τον Ενεργό Στρατό, προτάσσουν τις επιταγές τής πατρίδας και θέτουν αυτοβούλως ως χρέος και αποστολή τους τη διασφάλιση τών συμφερόντων τής εθνικής μας κοινότητας. Ειδικά σήμερα, μέσα σ’ ένα ασταθές και συνεχώς μεταβαλλόμενο γεωπολιτικό περιβάλλον τής νοτιοανατολικής λεκάνης τής Μεσογείου, σε μια περίοδο κρίσιμων αλλαγών και εξελίξεων, με μια Τουρκία που δεν σέβεται την καλή γειτονία αλλά ολοένα κλιμακώνει τις αμφισβητήσεις και διεκδικήσεις σε βάρος μας, ο ρόλος τόσο τού ενεργού στρατού όσο και της Εθνοφυλακής είναι καθοριστικός για τη διατήρηση τής σταθερότητας και ειρήνης στην ευαίσθητη γεωπολιτικώς περιοχή μας.  

  β) γίνονται οι εγγυητές τής διατήρησης τών παραδόσεων και της πολιτισμικής ιδιαιτερότητας τού Ελληνισμού στις ακριτικές περιοχές τού Ανατολικού Αιγαίου και της Θράκης. Η ελληνικότητα τών νήσων τού Αιγαίου Αρχιπελάγους αλλά και της μικρασιατικής ενδοχώρας είναι γνωστή τοις πάσι από αρχαιοτάτων χρόνων. Άρα, δια της προασπίσεως τών θαλασσίων συνόρων μας και της προστασίας τής εδαφικής εθνικής μας κληρονομιάς, αυτομάτως διασώζεται η ελληνικότητά μας, δηλαδή η εθνική μας ιδιοπροσωπία.

  γ) η Εθνοφυλακή συμβάλλει στην επαύξηση τής μαχητικής ικανότητας τού ενεργού στρατού. Ακόμα και ο καλύτερος ενεργός στρατός έχει ανάγκη από τη βοήθεια, υλική και ψυχολογική, των ντόπιων προκειμένου να φέρνει σε πέρας την αποστολή του, ιδίως σε καιρό πολέμου. Οι εθνοφύλακες ως μόνιμοι κάτοικοι ενός τόπου γνωρίζουν πολύ καλά το ανάγλυφο τής περιοχής τους και μπορούν σε καιρό πολέμου να αποτελούν πολύτιμους συμπαραστάτες τού ενεργού στρατού. Είναι γνωστή, επί παραδείγματι, η συμβολή Χίων εθνοφυλάκων στην απελευθέρωση τής Χίου το 1912, οι οποίοι, σε αγαστή συνεργασία με τον απελευθερωτή ελληνικό στρατό, κατάφεραν καίρια πλήγματα στον εχθρό. Τέτοιο παράδειγμα εθνοφύλακα υπήρξε ο Χίος ευπατρίδης Γεώργιος Χωρέμης, ο οποίος ως άριστος γνώστης τού γεωμορφολογικού αναγλύφου όλης τής Χίου, ήταν ο δρομοδείκτης τού ελληνικού στρατού κατά τις πολεμικές επιχειρήσεις τού τελευταίου στη Χίο το 1912.

  δ) σε μια εποχή έκπτωσης αξιών και ιδανικών και αποθέωσης τού υλικού κέρδους οι εθνοφύλακες δύνανται να καταστούν για τις νέες γενιές υγιή παραδείγματα μίμησης και προσφοράς στην πατρίδα. Επί πολλές δεκαετίες, και η νεοελληνική κοινωνία, ακολουθώντας το παράδειγμα τών δυτικών κοινωνιών, έζησε στον ψευδαισθητικό αστερισμό τού δυτικού-ευρωπαϊκού ευδαιμονισμού: αποθέωση τής ύλης, ακόρεστη δίψα για χρήμα και κέρδος, επικράτηση τού πιο χυδαίου ατομισμού σε βάρος τής οποιασδήποτε συλλογικής αξιολογίας. Τα αποτελέσματα αυτής τής στάσης ζωής είναι ορατά για τη Χώρα μας. Η οικονομική κρίση την οποία βιώνουμε όλοι σήμερα είναι μονάχα «η κορυφή τού παγόβουνου», το φυσικό επακόλουθο τής ηθικής κρίσης η οποία επωαζόταν για πολλές δεκαετίες. Δηλαδή ο νεοέλληνας τών τελευταίων δεκαετιών αλλοτριώθηκε σε τέτοιο βαθμό από τα «φώτα τής πολιτισμένης Δύσης» και από τον άκριτο μιμητισμό απέναντι σε οτιδήποτε ξενόφερτο που έφτασε στο σημείο να νοιάζεται μόνο για τον εαυτό του κι όχι για το χωριό του, μόνο για τον εαυτό του κι όχι για την πατρίδα του. Αυτή ήταν η «γραμμή πλεύσης» τών ενηλίκων και αναμενόμενο ήταν αυτή η αξιολογία βίου να καταστεί το πρότυπο και της νέας γενιάς. Έτσι, ο νομοταγής πολίτης ήταν το «κορόιδο», και «ξύπνιοι» ήσαν ο φοροφυγάς ή ο φυγόστρατος και λουφαδόρος τής στρατιωτικής θητείας. Με λίγα λόγια, οι σημερινοί 50άρηδες και 60άρηδες διαπαιδαγώγησαν μια γενιά κακομαθημένων και πλαδαρών παιδιών στα οποία δίδαξαν μονάχα «δικαιώματα». Οι λέξεις «προσφορά», «καθήκον», «χρέος», «πατρίδα» είχαν εξοβελιστεί από το «κοινωνικό λεξικό» όλων εμάς, γονιών, δασκάλων, ηγετών κάθε είδους. Διάφοροι «φωταδιστές» και «προοδευτικοί», προερχόμενοι κυρίως από Πανεπιστήμια τής Εσπερίας, διαλαλούσαν, εδώ και κάποιες δεκαετίες, «τη δικτατορία τού δικαιώματος». Γι’ αυτό και σήμερα δρέπουμε πλούσιο τον αμητό! Συνεπώς, αν θέλουμε να έρθει η ανάσταση στην ελληνική κοινωνία, θα πρέπει να ακολουθήσουμε τον αντίθετο δρόμο, «όπισθεν ολοταχώς!»: διαπαιδαγώγηση τής νέας γενιάς στη βάση ενός διαφορετικού κώδικα αρχών και αξιών, όπου θα προτάσσεται το συλλογικό έναντι τού ατομικού, δηλαδή το «εμείς» αντί του «εγώ», η ομηρική «πάτρη» αντί της νεοελληνικής «πάρτης». Εναπόκειται στους σημερινούς γονείς και δασκάλους να γαλουχήσουν τη νεολαία στο πνεύμα τής ευθύνης, της τιμής και του καθήκοντος: να τη διδάξουν πως η αποφυγή τής στρατιωτικής υποχρέωσης από έναν νέο είναι ηθικό όνειδος και όχι «μαγκιά», πως η απαξίωση τού στρατεύματος συνεπάγεται μακροπρόθεσμους εθνικούς κινδύνους και, τέλος, πως η εκπλήρωση τών στρατιωτικών υποχρεώσεων από τον κάθε νέο θα πρέπει να γίνεται συνειδητά και όχι ως μια τυπική συνταγματική υποχρέωση, κατά το κοινώς δη λεγόμενον «αγγαρεία».

  ε) δια της Εθνοφυλακής ενισχύονται οι δεσμοί τού λαού με τη στρατευμένη νεολαία καθώς και με τα στελέχη τών Ενόπλων Δυνάμεων. Οι εθνοφύλακες είναι η γέφυρα ανάμεσα στα στελέχη τού Στρατού και την κοινωνία. Δηλαδή ο συνειδητοποιημένος εθνοφύλακας, αυτός που έχει συναίσθηση τών ευθυνών που επωμίζεται πρέπει να είναι ο καλύτερος «πρεσβευτής» τού Στρατού μέσα στην κοινωνία, πρέπει να βοηθεί τους συμπολίτες του να βλέπουν πως ο στρατός είναι «σαρξ εκ της σαρκός των», πως πρωταρχική αποστολή τού ελληνικού στρατού είναι η προστασία τής Χώρας από τον τουρκικό μεγαλοϊδεατισμό και αναθεωρητισμό και πως δευτερεύουσα αποστολή του είναι η κοινωνική προσφορά (συνδρομή στην αντιμετώπιση φυσικών καταστροφών κ. ά). Τονίζουμε αυτό το τελευταίο, ότι δηλαδή ο Στρατός είμαστε εμείς οι ίδιοι, διότι είναι γεγονός πως για κάποια χρόνια – μετά τη Μεταπολίτευση – ο στρατός αντιμετωπίστηκε με καχυποψία από μεγάλο μέρος τής κοινής γνώμης.

  στ) η Εθνοφυλακή δύναται να επιδράσει ως καταλύτης στην ψυχολογία τών στελεχών τού Στρατεύματος, αξιωματικών, υπαξιωματικών και οπλιτών. Ο βασικότερος συντελεστής για την αποτελεσματικότητα ενός στρατού είναι η ψυχολογία τού προσωπικού που τον συγκροτεί και σε δεύτερη σειρά έρχονται τα υλικά μέσα που αυτός διαθέτει. Δηλαδή το ηθικό τού στρατεύματος είναι για κάθε στρατό ο πρωταρχικός παράγων για τη νίκη ή την ήττα. Όμως το ηθικό φρόνημα σ’ ένα στράτευμα καλλιεργείται, πλάθεται, σφυρηλατείται. Δεν είναι φύσει αλλά θέσει, δεν είναι αυτό έμφυτη ιδιότητα αλλά επίκτητη, αποτέλεσμα συγκεκριμένης ποιότητας ανθρώπινων σχέσεων. Έχω ανεβασμένη ψυχολογία εγώ ο στρατιώτης και είμαι έτοιμος να θυσιαστώ στο πεδίο τής μάχης επειδή βλέπω ότι και ο ανώτερός μου στη στρατιωτική ιεραρχία είναι έτοιμος να πράξει το ίδιο. Επειδή ο διοικητής μου στέκεται ψηλά στα μάτια μου και τρέφω γι’ αυτόν απεριόριστη εκτίμηση, βαδίζω μαζί του ως το θάνατο. Αυτού τού είδους η σχέση τού υφισταμένου προς τον προϊστάμενο λέγεται συνειδητή πειθαρχία. Γίνεται συνεπώς κατανοητό ότι η στρατιωτική πειθαρχία πρωτίστως εμπνέεται από τους ηγήτορες προς τους υφισταμένους και δευτερευόντως επιβάλλεται.

  Όπως όμως ο στρατιώτης έχει ανάγκη από τον άξιο ηγέτη που θα του εμπνεύσει την ενσυνείδητη πειθαρχία, αυτήν δηλαδή που αρμόζει σε ελεύθερες ψυχές, την ίδια ανάγκη έχει και ο στρατιωτικός ηγήτορας όλων τών βαθμίδων. Ακόμα και ο ανώτατος αξιωματικός ενός στρατιωτικού σχηματισμού, επειδή είναι κι αυτός άνθρωπος και όχι μηχανή, έχει ανάγκη το υψηλό ηθικό φρόνημα, έστω κι αν το διδάχθηκε πολύ καλά στα χρόνια τής στρατιωτικής του διαδρομής στα διάφορα στρατιωτικά σχολεία που φοίτησε. Και το υψηλό ηθικό θα ενσταλάξουν στην ψυχή τού ανώτατου αξιωματικού οι ίδιοι οι στρατιώτες που αυτός διοικεί. Αντιστρέφοντας ένα σχολικό σύνθημα που λέει «Πες μου ποιος είναι ο δάσκαλός σου, να σου πω τι γράμματα έμαθες», πιστεύω πως και για το χώρο τού στρατεύματος ισχύει το «Πες μου ποιους στρατιώτες διοικείς, να σου πω τι είδους αξιωματικός είσαι!». Αν διοικείς πειθαρχημένους στρατιώτες, ανθρώπους που έχουν επίγνωση τής αποστολής τους και της συμπεριφοράς τους, τότε εκτελείς απρόσκοπτα και με επιτυχία το έργο σου. Αντίθετα, αν διοικείς ανθρώπους «χύμα», άτομα «που κάνουν αγγαρεία», που βλέπουν τη στρατιωτική τους υποχρέωση όχι ως τιμή αλλά ως καψόνι και τιμωρία, τότε έχεις αποτύχει στην τέλεση τού έργου σου και μάλιστα όχι από δική σου υπαιτιότητα.

  Απ’ όσα λοιπόν προείπαμε, φαίνεται ότι μέσα σ’ ένα στράτευμα η σχέση που εξυφαίνεται ανάμεσα στα στελέχη και στους κληρωτούς ή τους εθνοφύλακες είναι αμφίδρομη: ναι, επηρεάζει καθοριστικά η στρατιωτική ηγεσία τούς στρατευμένους και τους επίστρατους. Όμως επηρεάζεται και η ίδια καθοριστικά απ’ αυτούς. Όταν ο στρατευμένος λαός είναι φιλότιμος και πρόθυμος, τότε και ο επαγγελματίας στρατιωτικός, έχοντας δίπλα του ένα άριστο ανθρώπινο υλικό, επιτελεί άριστα την αποστολή του. Αντίθετα, η αφιλοτιμία και παραίτηση τών στρατευμένων – είτε είναι αυτοί κληρωτοί είτε είναι εθνοφύλακες – γεννά στην ψυχή τού στρατιωτικού την απογοήτευση και αποκαρδίωση. Εν κατακλείδι, είναι στο χέρι τού ίδιου τού πολίτη ν’ αποφασίσει τι είδους στρατό θέλει. Εάν θέλουμε στρατό ισχύος και αποτροπής, πρέπει κι εμείς οι πολίτες να είμαστε έτοιμοι για τις σχετικές θυσίες. Αν πάλι θέλουμε ένα στρατό βιτρίνας, τότε ας είμαστε έτοιμοι και για τις αντίστοιχες συνέπειες. 

 

  ζ) οι εθνοφύλακες ανυψώνουν το φρόνημα και το ηθικό τού τοπικού πληθυσμού και εμπεδώνουν, ιδίως στους κατοίκους τών παραμεθόριων περιοχών, το αίσθημα τής ασφάλειας. Μια ισχυρή εθνοφυλακή λειτουργεί ως «πολλαπλασιαστής ισχύος», τόσο σε επίπεδο κυριολεξίας όσο και σε επίπεδο μεταφοράς. Δηλαδή οι Δυνάμεις Εθνοφυλακής πράγματι, συνεπικουρώντας τον ενεργό στρατό, επαυξάνουν τη μαχητική του ισχύ. Αλλά και σε επίπεδο ψυχολογίας, επίσης επαυξάνουν το αίσθημα σιγουριάς και ασφάλειας στο ντόπιο πληθυσμό, ώστε ο τελευταίος να επιδίδεται απερίσπαστος στα ειρηνικά του έργα. Μπορούμε, επί παραδείγματι, να αντιληφθούμε ποια θα είναι η πληθυσμιακή εικόνα πολλών μικρών νησιών τού Ανατολικού Αιγαίου, εάν δεν υπάρχει η Εθνοφυλακή; Οι νησιώτες, αισθανόμενοι δικαιολογημένη ανασφάλεια καθώς βρίσκονται «στο στόμα τού λύκου», θα εγκατέλειπαν σταδιακά τις ιδιαίτερες πατρίδες τους και θα συσσωρεύονταν σε αστικά κέντρα με αποτέλεσμα την ερημοποίηση τού Αιγαίου. Επομένως η οργανωμένη Εθνοφυλακή λειτουργεί ως παράγων συναισθηματικής ηρεμίας τού ντόπιου πληθυσμού και σταθερής διαμονής του στις αρχέγονες κοιτίδες του.

 

  Β) Για τον εθνοφύλακα:

  α) η ένταξη στην Εθνοφυλακή, για έναν άντρα μέσης ηλικίας, έχει μονάχα ευεργετικές συνέπειες, από ψυχολογικής απόψεως: ο άνθρωπος τών 50 και 60 χρόνων, συνυπάρχοντας, στα πλαίσια τής στρατιωτικής του εκπαίδευσης, με συναδέλφους του νεότερων ηλικιών, στρατιώτες και στελέχη τού Στρατού, ανανεώνεται ψυχικά και συναισθηματικά. Αισθάνεται ξανά νέος και συγκινείται που η Πατρίδα τον θεωρεί ακόμα άξιο να την υπηρετεί. Είναι γνωστά τα προβλήματα συναισθηματικής φύσεως τα οποία βιώνουν στις μέρες μας αρκετοί άνθρωποι μέσης ηλικίας, κυρίως ύστερα από τη συνταξιοδότησή τους. Νιώθουν άχρηστοι και παροπλισμένοι λόγω τής αδράνειας και απραξίας στην οποία είναι καταδικασμένοι να περάσουν το υπόλοιπο τού βίου τους. Ορισμένοι επιζητούν υποκατάστατα δράσης ώστε να νοηματοδοτούν την άχρωμη και επίπεδη καθημερινότητά τους (κυνήγι, ψάρεμα, αθλητικές δραστηριότητες, ερασιτεχνική ενασχόληση με τη γεωργία, ερασιτεχνικές δραστηριότητες πάσης φύσεως). Άρα η ένταξη στην Εθνοφυλακή θα μπορούσε να αποτελέσει «σανίδα σωτηρίας» και συναισθηματικής ανάκαμψης για πολλούς απελπισμένους τής εποχής μας, διότι αφενός εμπεδώνεται στην ψυχή τους το αίσθημα τής προσφοράς και αφετέρου ενεργούν. Δηλαδή η δράση είναι το αποτελεσματικότερο «γιατρικό» για τα κάθε λογής καταθλιπτικά φαινόμενα και συναισθηματικά αδιέξοδα τής εποχής μας. Επομένως, αν ένας άντρας υποφέρει από λογής λογής καταθλιπτικά σύνδρομα, ιδού πεδίον δόξης λαμπρόν για την αποτίναξη και απόσειση αυτών τών αδιεξόδων.

  β) η Εθνοφυλακή ως μέσον σωματικής βελτίωσης και προαγωγής τής υγείας: για έναν άντρα ώριμης ηλικίας η ένταξη στην Εθνοφυλακή, εκτός από τα ευεργετικά αποτελέσματα που αυτή επιφέρει στον ψυχολογικό τομέα, έχει θετικές συνέπειες και επί της σωματικής του υγείας και ευεξίας. Είναι γνωστά στην εποχή μας τα αποτελέσματα τής καθιστικής ζωής: παχυσαρκία, καρδιαγγειακές παθήσεις, αύξηση τών θανάτων σε νέες ηλικίες. Η συμμετοχή τών εθνοφυλάκων σε ασκήσεις μαζί με τον Ενεργό Στρατό είναι μια πρόκληση για τους ίδιους να προσέξουν τη σωματική τους υγεία και να απαιτήσουν από τον εαυτό τους βελτίωση τής ατομικής τους εικόνας (π.χ. διακοπή τού καπνίσματος, αδυνάτισμα, σωματική εκγύμναση).

  γ) η Εθνοφυλακή είναι παράγων υγιούς κοινωνικότητας: ο σημερινός άνθρωπος, και ιδίως αυτός τού άστεως, ζει μέσα σε αχανείς μεγαλουπόλεις όπου κυριαρχούν η αποπροσωποποίηση και ο εξαλγεβρισμός τών ανθρώπινων επαφών. Ιδίως σήμερα είναι γνωστή η αρρωστημένη προσκόλληση όχι μονάχα μικρών παιδιών αλλά και ενηλίκων στον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Οι ηλεκτρονικές οθόνες έγιναν το υποκατάστατο τών ανθρώπινων σχέσεων. Οι διαπροσωπικές σχέσεις είναι σχεδόν εξαφανισμένες αλλά, και αν αυτές υπάρχουν, λειτουργούν επιφανειακά και επιδερμικά. Ο καθένας βιώνει τραγική μοναξιά και εγκατάλειψη, νιώθει πως είναι ένας αριθμός μέσα στην ανωνυμία τής μεγαλούπολης ή του υπολογιστή. Συνεπώς, κάθε απόπειρα τού σημερινού αλλοτριωμένου ανθρώπου να διαρρήξει το κέλυφος τού ατομισμού του και να συναντήσει τον άλλον, προκειμένου από απελπισμένο άτομο να ξαναγίνει πρόσωπο, είναι απολύτως θεμιτή και επαινετέα. Φρονώ λοιπόν πως η Εθνοφυλακή θα μπορούσε να λειτουργήσει ως φορέας υγιούς κοινωνικοποίησης. Δηλαδή, δια της Εθνοφυλακής μπορεί κανείς να ξανάβρει τη χαμένη του κοινωνικότητα, μπορούν ν’ ανανεωθούν παλιές στρατιωτικές φιλίες, μπορούν να σφυρηλατηθούν νέοι φιλικοί δεσμοί με ανθρώπους με τους οποίους μάς συνδέει κοινό όραμα βίου και κοινή προοπτική, μπορούν τέλος να ενωθούν άνθρωποι τελείως διαφορετικοί μεταξύ τους – ίσως ακόμα και γείτονες που δεν γνωρίζονται ανάμεσά τους.

 

                       ΙΙ. Η εικόνα τής Εθνοφυλακής Χίου

  Η προσέλευση τών Χιωτών εθνοφυλάκων στις εκπαιδεύσεις που διενεργούνται κάθε Κυριακή αλλά και στις στρατιωτικές ασκήσεις είναι μικρή. Οι προσερχόμενοι στην εκπαίδευση είναι συνήθως «οι ίδιοι και οι ίδιοι». Οι περισσότεροι εθνοφύλακες απέχουν απ’ την εκπαίδευση – κάποιοι μάλιστα επικαλούνται ψευδώς και ανερυθριάστως λόγους υγείας προκειμένου να συνεχίζουν τις επαγγελματικές τους υποχρεώσεις ή τις όποιες δραστηριότητές τους – προφανώς διότι κατά τις Κυριακές είτε θέλουν να ξεκουράζονται από το φόρτο όλης τής εβδομάδας, παραμένοντας μαζί με την οικογένειά τους, είτε απασχολούνται σε ποικίλες αγροτικές εργασίες είτε αναζητούν διέξοδο σε ψυχαγωγικές δραστηριότητες (κυνήγι, ψάρεμα, ποδηλασία, περιπατητικές διαδρομές, οικογενειακές εξόδους και εκδρομές). Ένας άλλος λόγος τής συστηματικής απουσίας τών περισσότερων εθνοφυλάκων από την κυριακάτικη εκπαίδευση είναι το χαμηλό αίσθημα ευθύνης και η κυρίαρχη νοοτροπία η οποία και διαπερνά επί πολλά χρόνια την ελληνική κοινωνία: «έλα μωρέ, εγώ θα σώσω την Ελλάδα!». Δηλαδή η κυριαρχία τής ψυχολογίας τής μάζας: «αφού δεν πηγαίνουν στην εκπαίδευση οι περισσότεροι, μήτε κι εγώ πηγαίνω!». Τρίτος λόγος μπορεί να θεωρηθεί ο εφησυχασμός και η υποτίμηση τού εξ Ανατολών κινδύνου λόγω τής χρόνιας εξοικείωσης μαζί του: «έλα μωρέ, όλο για τουρκικές παραβιάσεις και διεκδικήσεις ακούμε. Τίποτα δεν πρόκειται να γίνει! ‘Σκύλος που γαβγίζει δεν δαγκώνει!’». «Εφόσον είμαστε ενταγμένοι στην Ευρωπαϊκή Ένωση ουδείς δύναται να μας απειλήσει στρατιωτικά». Δηλαδή η νεοελληνική κοινωνία αφού αποκοιμήθηκε μέσα στη μακρά αλλά με ημερομηνία λήξεως καλοπέρασή της, αρνείται ακόμα και σήμερα να δει κατάματα τη ζοφερή πραγματικότητα. Τέταρτος λόγος ίσως να είναι τα σοβαρά οικονομικά και επαγγελματικά αδιέξοδα κάποιων συμπολιτών μας εξαιτίας τής οικονομικής κρίσης την οποία διέρχεται εδώ και οκτώ χρόνια η Χώρα. Όταν μαστίζεσαι από την ανέχεια και τη φτώχεια τόσο σε ατομικό όσο και σε οικογενειακό επίπεδο, τότε βυθίζεσαι σε κατάθλιψη και στενεύει ο ορίζοντας πολλών παλιότερων ενδιαφερόντων και επιλογών σου, μια από τις οποίες ίσως να είναι και η Εθνοφυλακή. Πέμπτο λόγο επιτρέψτε μου, αγαπητοί συμπατριώτες, να θεωρώ τη χιώτικη νοοτροπία και αντίληψη πραγμάτων: η μικρή μας νήσος αρχαιόθεν ιεραρχεί κάπως διαφορετικά τις προτεραιότητες και αξιολογίες της σε σύγκριση με τον υπόλοιπο ελληνικό κόσμο. Κυρίαρχη προτεραιότητα τού μέσου Χιώτη είναι η προσήλωση στο στενά ατομικό του συμφέρον καθώς και η διασφάλιση τής ατομικής του ευζωΐας. Τα συλλογικά αντανακλαστικά μάλλον υπολειτουργούν εδώ στη Χίο. Δυστυχώς εμείς οι νεότεροι Χιώτες φαίνεται πως δεν έχουμε διδαχθεί μήτε συνετισθεί από τα συμβάντα τού 1822. Ο ατομικός σου πλούτος και το «μικρό σου βασίλειο» δεν πρόκειται σε καιρό πολέμου να σε σώσουν, όταν από τον καιρό τής ειρήνης είσαι απόλεμος, νωχελικός και εφησυχασμένος! Στην κρίσιμη ώρα επιβιώνουν μονάχα οι σκληροί και δυνατοί, οι άλλοι απλώς χάνονται.

  Αντίθετα από την εικόνα τής Χίου, όπου η προσέλευση τών εθνοφυλάκων στις εκπαιδεύσεις είναι, όπως είπαμε, υποτυπώδης, σε άλλες περιοχές τής νησιωτικής αλλά και ηπειρωτικής Ελλάδος (Ικαρία, Σάμο, Ρόδο, Κρήτη, Ροδόπη, Γιάννενα) η προσέλευση τών εθνοφυλάκων είναι λίαν ενθαρρυντική έως και πληθωρική.

 

                 ΙΙΙ. Προτάσεις για την αναβάθμιση τής Εθνοφυλακής

 

  Προκειμένου ο θεσμός τής Εθνοφυλακής να καταστεί ουσιαστικά λειτουργικός και να μην είναι αυτός μονάχα σχεδιασμός επί χάρτου, απαιτείται η λήψη συγκεκριμένων μέτρων:

  α) η πολιτική ηγεσία τού Υπουργείου Αμύνης οφείλει να δημιουργήσει ένα σαφέστατο νομικό πλαίσιο που να διέπει την οργάνωση και λειτουργία τής Εθνοφυλακής και το οποίο να επιβάλλει νομικές κυρώσεις σ’ όσους εθνοφύλακες ανταποκρίνονται πλημμελώς στις υποχρεώσεις τους. Επί παραδείγματι, θα μπορούσε να θεσπισθεί ως υποχρεωτική η παρουσία τού εθνοφύλακα κατά τις 3 Κυριακές τού μήνα.

  Εάν, ως προς αυτό το σημείο, παραμείνουν τα πράγματα ως έχουν, δηλαδή εάν η προσέλευση τών εθνοφυλάκων στην εκπαίδευση εξακολουθήσει να επαφίεται «εις τον πατριωτισμόν τών Ελλήνων», διαισθάνομαι ότι στο τέλος θα εξαφανισθούν εντελώς από την Εθνοφυλακή και οι λίγοι που προσέρχονται, για τον απλούστατο λόγο ότι ακόμα κι αυτοί οι άνθρωποι, που μένουν πιστοί στο αρχαιοελληνικό ιδεώδες τού πολίτη-οπλίτη, θα νιώσουν «τα κορόιδα τής υπόθεσης».

 

  β) επειδή η Εθνοφυλακή και ο Ενεργός Στρατός είναι «συγκοινωνούντα δοχεία», επιβάλλεται η άμεση αύξηση χρόνου τής στρατιωτικής θητείας. Πόσος θα πρέπει να γίνει ο χρόνος τής στρατιωτικής θητείας (12 μήνες ή 24) ας το κρίνουν οι επαΐοντες, πολιτική και στρατιωτική ηγεσία, σταθμίζοντας από τη μια τις ανάγκες άμυνας τής Χώρας και από την άλλη το δημοσιονομικό κόστος. Δεν έχει κανένα νόημα να επενδύει το Υπουργείο Αμύνης στην Εθνοφυλακή, όταν την ίδια στιγμή διατηρώντας μειωμένο το χρόνο τής στρατιωτικής θητείας τών κληρωτών καθιστά τούς στρατιώτες είδος εν ανεπαρκεία. Δεν είναι δυνατό με την εννιάμηνη στρατιωτική θητεία που ισχύει σήμερα να καλύπτονται οι πολύπλευρες απαιτήσεις τού Στρατεύματος μήτε βεβαίως και είναι δυνατό η Εθνοφυλακή – που είναι ένας διαφορετικής φύσεως στρατός – να υποκαθιστά τον Ενεργό Στρατό. Ο Ενεργός Στρατός σ’ όλες τις χώρες τού κόσμου αποτελείται από νέους 20 έως 30 ετών, ενώ η Εθνοφυλακή απαρτίζεται από μεσήλικες. Η κοινή λογική υπαγορεύει ότι ο Ενεργός Στρατός σηκώνει το κύριο βάρος και η Εθνοφυλακή συνεπικουρεί τον Ενεργό Στρατό. Αντίθετα, στη σημερινή Ελλάδα αντιστράφηκαν οι όροι: υπάρχει η τάση στην Εθνοφυλακή να «φορτωθούν» οι υποχρεώσεις που πρέπει να επωμίζεται ένας άρτια οργανωμένος Ενεργός Στρατός. Οι εκάστοτε πολιτικές ηγεσίες τού Υπουργείου Αμύνης οφείλουν επ’ αυτού τού φλέγοντος ζητήματος να λάβουν απολύτως ξεκάθαρη θέση προκρίνοντας το εθνικό συμφέρον και θυσιάζοντας το όποιο «πολιτικό κόστος» θα είχε γι’ αυτούς η επιμήκυνση τού χρόνου τής στρατιωτικής θητείας. Όταν λαμβάνονται αποφάσεις αφορώσες τα εθνικά συμφέροντα τής Χώρας, τότε δεν έχουν θέση οι μικροπολιτικές σκοπιμότητες.

 

  γ) ενδείκνυται η εντατική συμμετοχή τών εθνοφυλάκων σε κοινές επιχειρήσεις με τμήματα τού Ενεργού Στρατού σε προγραμματισμένες ΤΑΜΣ (Τακτικές Ασκήσεις Μετά Στρατευμάτων).

 

  δ) οι απόψεις που κατά καιρούς διατυπώνονται περί φοροαπαλλαγών τών εθνοφυλάκων, περί παροχής σ’ αυτούς ενός υποτυπώδους χρηματικού ποσού, περί πριμοδοτήσεως με μόρια τών τέκνων τους για τη διεκδίκηση εργασιακών θέσεων, περί της υποχρεώσεως τών εργοδοτών να διευκολύνουν τους εθνοφύλακες ώστε οι τελευταίοι, λαμβάνοντας άδεια μετ’ αποδοχών, να συμμετέχουν στη στρατιωτική εκπαίδευση δεν είναι όλες εφαρμόσιμες αλλά ούτε και ορθές. Επί παραδείγματι, η χορήγηση ειδικής άδειας μετ’ αποδοχών από έναν εργοδότη στον εργαζόμενό του προκειμένου ο τελευταίος να ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις τού εθνοφύλακα είναι μία πρόταση κινούμενη προς την ορθή κατεύθυνση. Όμως το ενδεχόμενο να φοροαπαλλάσσονται ή να μισθοδοτούνται οι εθνοφύλακες, να μοριοδοτούνται τα τέκνα τους φρονώ ότι κινείται προς εντελώς λανθασμένη κατεύθυνση: σε μια τέτοια περίπτωση η προσέλευση τών εθνοφυλάκων στη στρατιωτική εκπαίδευση θα γινόταν μεν αθρόα αλλά θα είχε ως μοναδικό κίνητρο την ανταποδοτικότητα, δηλαδή τον ωφελιμισμό. Όμως υπηρεσία στην Πατρίδα και παροχή υλικών ανταλλαγμάτων δεν είναι μεγέθη συμβατά!

 

 

  Χίος: 19 Νοεμβρίου 2017

 

                                             Λεωνίδας Πυργάρης

 

                                            Εθνοφύλακας ΤΕ Χίου/

                                         Έφεδρος Λοχίας Καταδρομών

  

 

Βιογραφικό: ο Λεωνίδας Ό. Πυργάρης γεννήθηκε στο χωριό Βουνός τής ΝΑ Χίου το 1961. Αποφοίτησε από το Λύκειο Καλαμωτής Χίου το 1979. Σπούδασε κλασσική φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή τού Πανεπιστημίου Ιωαννίνων κατά τα έτη 1980-84. Υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στις Καταδρομές (1985-87) και συγκεκριμένα στην Γ΄ Μοίρα Αμφιβίων Καταδρομών. Από το 1987 έως σήμερα είναι φιλόλογος καθηγητής στη Μέση Εκπαίδευση.

Άλλες απόψεις: Του Λεωνίδα Πυργάρη