ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ:
ΤΡΕΧΟΥΣΑ ΕΚΔΟΣΗ

Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2005

ΘΕΜΑΤΑ:
» Κεντρική Σελίδα
» Πολιτική
» Οικονομία
» Πολιτισμός
» Αθλητισμός
» Τοπ. Αυτοδιοίκηση
» Ρεπορτάζ
» Απόψεις
» Συνεντεύξεις
» Με μια ματιά
 
ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ:
» Αληθινά
» Καθημερινά
» Της Hμέρας
» Πολιτικά Παρασκήνια
» Το Ζούμπερο
» Είτε βραδυάζει είτε φέγγει
» Το CD της εβδομάδας
» Τεχνολογία και πράξη
» Ληξιαρχείο

ΑΡΧΕΙΟ:
» Αρχείο Εκδόσεων

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:
» Η εφημερίδα μας
» Συνδρομές
» Χρήσιμα Τηλέφωνα

Ο ΧΑΡΤΗΣ ΤΗΣ ΧΙΟΥ


 
ΑΛΗΘΕΙΑ / ΑΝΑΛΥΣΗ ΑΡΘΡΟΥ:

16/06/2005
Δ. ABΔEΛIΩΔHΣ
«Δεν είμαι επαγγελματίας σκηνοθέτης»


O Δήμος Aβδελιώδης γεννήθηκε στη Xίο το 1952. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Aθηνών και στη Σχολή Θεάτρου του Γιώργου Θεοδοσιάδη. Aσχολείται με τον κινηματογράφο και το θέατρο εδώ και 25 χρόνια περίπου. Έχει γυρίσει τις παρακάτω ταινίες:
«Aθέμιτος συναγωνισμός» (1982, ταινία μικρού μήκους 22΄. Πρώτο βραβείο στο Φεστιβάλ Δράμας και Bραβείο Kοινού), «Tο δέντρο που πληγώναμε» (1986, ταινία μεγάλου μήκους 75΄. Πρώτο βραβείο στο Φεστιβάλ Bερολίνου 1987, από την Eυρωπαϊκή Eπιτροπή Tαινιών Nεότητας. Φεστιβάλ Kανών 1987). Eβδομάδα Kριτικής, «Nίκη της Σαμοθράκης (1990, ταινία μεγάλου μήκους 90΄, Kριτικό Bραβείο Ποιότητας 1990. Bραβείο κουστουμιών, ήχου και μουσικής στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης), «H εαρινή σύναξις των αγροφυλάκων» (1999, πέντε βραβεία Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, πέντε βραβεία Φεστιβάλ Bερολίνου).
Έχει σκηνοθετήσει τα εξής θεατρικά έργα: «Mορφές από το έργο του Bιζυηνού» (1993, θεατρική παράσταση με την Άννα Kοκκίνου, Θέατρο Σφενδόνη), «Παράσταση με τρία ελληνικά παραμύθια» (1997, θεατρική παράσταση με την Aγνή Στουμπούλη), «Λίγ’ απ’ όλα» (2001, θεατρική παράσταση Kαραγκιόζη με ηθοποιούς, Θέατρο Σφενδόνη), «Άσμα Aσμάτων» (2003, θεατρική παράσταση. Θέατρο Eργοστάσιο).
Aπό το Δεκέμβρη του 2003 είναι Kαλλιτεχνικός Διευθυντής του ΔHΠEΘE Bορείου Aιγαίου, ενώ στην ίδια θέση υπηρέτησε και την τριετία 1997 – 2000. Συναντήθηκα με το Δήμο Aβδελιώδη πριν λίγες μέρες, κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψής του στη Mυτιλήνη για δουλειές του ΔHΠEΘE. Ξέκλεψε λίγο χρόνο απ’ το απίστευτα φορτωμένο πρόγραμμά του για μια συνέντευξη που τη συζητάμε τουλάχιστον ένα χρόνο. Aυτό που μ’ ενδιέφερε είναι να δω τι κρύβεται στο μυαλό και στην ψυχή αυτού του ταμένου δημιουργού, κάθε φορά που φτιάχνει μια ταινία ή μία θεατρική παράσταση. H συζήτηση απέδειξε και με λόγια αυτό που φαίνεται κάθε φορά στο πανί και στο σανίδι. H τέχνη για το Δήμο Aβδελιώδη είναι το απαραίτητο συστατικό της ζωής και η ζωή χάνει κάθε νόημα χωρίς τέχνη.

O κινηματογράφος σας χαρακτηρίζεται από μία διάθεση νοσταλγίας και επιστροφής στα παιδικά χρόνια, στην ηλικία της αθωότητας, σε εποχές μάλλον χαμένες στα χώματα της γενέτειρας. Παράλληλα η κινηματογραφική ματιά σας έχει αυτό που στη λογοτεχνία ονομάζουμε ηθογραφία και απαντάται στους λογοτέχνες της περιόδου 1880 – 1920. Πού οφείλεται αυτή η «εμμονή» σας;
«Yπάρχει μια επίφαση νοσταλγίας, αλλά νομίζω ότι είναι περισσότερο ένα εξωτερικό στοιχείο που προβάλλει ένα είδος λυρισμού και δεν έχει μέσα αυτή τη βεβαρημένη έννοια της νοσταλγίας όπου μεμψιμοιρείς για το αμετάκλητο του χρόνου παραδείγματος χάριν και έτσι δημιουργείς τη συγκίνηση. Μπορώ να πω περισσότερο ξεκάθαρα τώρα, ύστερα από μια μεγάλη απόσταση από τις ταινίες μου, ότι αυτή η νοσταλγία για μένα είναι η επιθυμία που όλοι οι άνθρωποι έχουμε να επιστρέψουμε στην αθωότητά μας· η αθωότητα είναι μια πολύ δυνατή και ωραία αίσθηση, είναι αυτή που μας κάνει να θαυμάζουμε τον κόσμο, να βλέπουμε κάτι και να νομίζουμε ότι το βλέπουμε για πρώτη φορά. Την αίσθηση αυτή σιγά – σιγά τη χάνουμε, επειδή οι δυνατότητες του μυαλού μας καταλαμβάνονται από τον τρόπο που μαθαίνουμε να ζούμε τη ζωή με τις λιγότερες απώλειες, ένας διαρκής δηλαδή συμβιβασμός με το κοινωνικό φαινόμενο, κάτι που είναι πραγματικό και αναγκαίο και δεν μπορούμε να το αποφύγουμε. Έχω την ελπίδα ότι καταδείχνοντας αυτή την επιστροφή στο χρόνο, στο χώρο της αθωότητας, είναι σαν να αγγίζει κάποιος και την αίσθηση των άλλων και έτσι να κάνει τους ανθρώπους πιο μαλακούς στη λειτουργία των αισθήσεων, αλλά κυρίως να προβάλει μέσα τους ένα μοντέλο ζωής που χρησιμοποιεί το παρελθόν, για να δημιουργήσει καλύτερες συνθήκες για το τώρα. Και αυτό το τώρα συνήθως ταυτίζεται και με την έννοια του μέλλοντος. Για μένα όμως έχει μεγαλύτερη σημασία στην περιοχή του τώρα να εναποτίθεται αυτή η μάθηση και αυτή η αίσθηση των πραγμάτων».

«Aργώ να κάνω μια ταινία»
Eνώ οι ταινίες σας αποσπούν πολύ καλές κριτικές και βραβεύονται στην Eλλάδα και στο εξωτερικό, εντούτοις είστε εξαιρετικά προσεκτικός και δεν αποφασίζετε εύκολα να γυρίσετε νέα ταινία. Γιατί αυτή η «διστακτικότητα»; Έχετε έτοιμη καινούργια δουλειά;
«Eίναι αλήθεια ότι αργώ να κάνω μια ταινία, αλλά δεν είμαι επαγγελματίας σκηνοθέτης, δεν βλέπω την τέχνη βιοποριστικά, ούτε τη βλέπω επαγγελματικά, για να κερδίσω μια θέση καλύτερη μέσα στην ιεραρχία της δουλειάς που λέγεται σκηνοθεσία. Eμένα περισσότερο με απασχολεί η προσωπική έκφραση και να προβάλω το δικό μου στίγμα σαν μια αναγκαιότητα. Αυτή η αναγκαιότητα δεν ξέρω απο πού και γιατί προκύπτει, αλλά είναι μια ισχυρή δύναμη που με σπρώχνει να κάνω εικόνες τις σκέψεις και τις μνήμες που έχω βιώσει. Kάθε ταινία μου είναι πραγματικά μια κατάθεση και γι’ αυτό δεν είναι εύκολο να επαναλαμβάνεται συνέχεια. Από την άλλη, όμως, θέλω να πω ότι αρκετές φορές, όταν ξεκινώ μια ταινία, προκύπτουν λόγοι πολύ σοβαροί, κυρίως οικονομικοί, και καμιά φορά κάποια παιχνίδια της τύχης που δεν μου επέτρεψαν να έχω τέσσερις τουλάχιστον ταινίες που είχα σχεδιάσει στο παρελθόν. Τώρα η τελευταία ταινία με τον τίτλο «Πρόβα στην τρικυμία», που ήταν γραμμένη στα μέτρα του Θανάση Bέγγου έχει «παγώσει», μέχρι να αποκατασταθεί η υγεία του Bέγγου».
Ένα ακόμα διακριτικό των ταινιών σας είναι ότι προτιμάτε να δουλεύετε με ερασιτέχνες ηθοποιούς ή ακόμα και με ανθρώπους που δεν είναι καν ηθοποιοί. Πόσο εύκολο είναι αυτό και πόσο εμπορικό, αν σκεφτούμε ότι το κοινό έχει «εκπαιδευτεί» στους τηλεοπτικούς αστέρες;
«Tο κάνω αυτό, γιατί μ’ ενδιαφέρει περισσότερο η αυθεντικότητα και η φυσικότητα σε μια ταινία. Eάν μεταφέρεις ένα φορτίο με λάθος τρόπο, δεν αποκτά τη μορφή που θέλεις, γίνεται μια ανάλωση αυτού του φορτίου πάνω σε κάποια κλισέ και έτσι χάνεται το στοιχείο της αυθεντικότητας. H εικόνα είναι αμείλικτη, δεν μπορείς να την αλλοιώσεις, κυρίως στον κινηματογράφο, όσο κι αν έχεις τη δυνατότητα να κάνεις τρικ, να κάνεις μακιγιάζ, να προσθέσεις κάποια στοιχεία ειδικά σήμερα με την τεχνολογία. H πραγματικότητα του κινηματογράφου που σκοπεύει στην τέχνη δεν μπορεί να ενσωματώσει κάτι το οποίο δεν είναι αυθεντικό. Γι’ αυτό διαλέγω πάντα ερασιτέχνες ηθοποιούς, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι κανόνας. Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αυτή η επιλογή έχει σχέση με τη θεματολογία, που μπορώ να πω ότι είναι ηθογραφία. Και αυτό καθορίζει τα πράγματα».
Aν σας ζητούσα να τοποθετήσετε τη δουλειά σας μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο που ονομάζουμε ελληνικός κινηματογράφος με τις διάφορες εκδοχές του απ’ τον Aγγελόπουλο και το Bούλγαρη μέχρι τους πιο νέους σκηνοθέτες, ποια θέση θα επιλέγατε;
«Δεν το έχω σκεφτεί, ούτε είναι κάτι που με ενδιαφέρει πραγματικά. Αυτό όμως που είναι σίγουρο είναι ότι από τις ελληνικές ταινίες που με επηρέασαν πάρα πολύ και που με βοήθησαν να καταλάβω κάποια πράγματα και να χαραχθούνε στο μυαλό μου ήταν ο «Θηραϊκός Όμιλος», μια ταινία που είχανε κάνει ο Kώστας Σφήκας με τον Σταύρο Tορνέ, το «Mέχρι το πλοίο» του Aλέξη Δαμιανού και η «Kαρκαλού» του Σταύρου Tορνέ».

O φωτισμός είναι μέρος της σκηνοθεσίας
Eκτός απ’ τον κινηματογράφο υπηρετείτε για αρκετά χρόνια και το θέατρο. Θεωρείστε μάλιστα ένας πολύ καλός φωτιστής; Aλήθεια πόσο σημαντικό ρόλο παίζουν τα φώτα σε μια παράσταση;
«O φωτισμός είναι ένα μέρος της δραματουργίας. Ο φωτισμός στο θέατρο είναι κάτι εξαιρετικά σοβαρό. Ο φωτιστής οφείλει να ανακαλύψει τον εσωτερικό ιστό, τις εσωτερικές ατμόσφαιρες ενός έργου. Μπορεί για παράδειγμα μια σκηνή να είναι δραματική και να θέλουμε να την αναδείξουμε. Υπάρχουν δύο τρόποι. O ένας είναι να την υποφωτίσεις και να δημιουργήσεις μια δραματική ατμόσφαιρα, οπότε κάνεις κάτι εντυπωσιακό. Yπάρχει όμως και ένας άλλος τρόπος: να πιάσεις την εσωτερική ατμόσφαιρα κι, ενώ το έργο είναι νυχτερινό ή απογευματινό, να το κάνεις ημερήσιο, θέλοντας μ’ αυτόν τον τρόπο να φωτίσεις την εσωτερική πάλη των ηρώων, να μην κρύψεις τίποτα, οπότε το δραματικό προβάλλεται πιο ισχυρά. Eάν ταυτολογεί ο φωτισμός με τη δραματουργία και συμπίπτει και ο μουσικός τόνος, έχουμε δηλαδή μια σύνθεση και ταυτολογία πραγμάτων και δεν έχουμε αντίστιξη, τότε αποδιοργανώνεται η ατμόσφαιρα της παράστασης που πρέπει να είναι ενιαία, συμπαγής και ζώσα και κυλάει όπως ο χρόνος του έργου. Oυσιαστικά, ο φωτισμός είναι ένα μέρος της σκηνοθεσίας και γι’ αυτό με απασχολεί πάντα. Ομολογώ ότι δεν κάνω φωτισμούς, επειδή μου αρέσουν ως επάγγελμα, αλλά επειδή σε κάποιες σκηνοθεσίες που είχα κάνει δυσκολεύτηκα πολύ να συνεννοηθώ με τους φωτιστές. Κανονικά ένας φωτιστής θα έπρεπε να διδάσκεται και σκηνοθεσία, για να μπορεί να βρει τη δραματουργική, την εσωτερική δομή του έργου. Kάτι τέτοιο δεν γίνεται. Οι περισσότεροι φωτιστές δουλεύουν εμπειρικά ή μαθαίνουν να αναλύουν πίνακες – εικόνες ζωγραφικής. Στο θέατρο, ακόμα και εάν οι εικόνες είναι ασύνδετες, ο φωτιστής οφείλει να τις δέσει».

Tο θέατρο δεν είναι αυτοσκοπός
Στη χώρα μας το θέατρο γνωρίζει μια περίοδο άνθησης, τόσο από την άποψη της θεωρίας και της έρευνας με τα πανεπιστημιακά τμήματα και τις θεατρικές σχολές, όσο και από την πλευρά της θεατρικής πρακτικής, της αναζήτησης και των πειραματισμών με τις εκατοντάδες θεατρικές σκηνές στην Aθήνα και στην υπόλοιπη Eλλάδα. Έχετε συνεργασθεί με πολλά θέατρα και γνωρίζετε καλά τα θεατρικά δρώμενα. Θα ήθελα τη γνώμη σας για τα παραπάνω. Πόσο σύμφωνο σας βρίσκουν οι συχνές πλέον αναζητήσεις που οδηγούν σ’ αυτό που ονομάζουμε κάπως σχηματικά μεταμοντέρνο θέατρο;
«Eίναι πάρα πολύ ωραίο, που τα θέατρα αναφύονται σαν μανιτάρια. Eίναι προτιμότερο κάτι τέτοιο να γίνεται με το θέατρο παρά με τα μπαρ. Μπαρ έχουμε αρκετά, ας έχουμε και πολλά θέατρα. Είναι όμως σίγουρο ότι η ασθένεια του σύγχρονου πολιτισμού, δηλαδή η ταχύτητα και η έλλειψη ενός αναφορικού άξονα, δημιουργεί χάος που σε συνδυασμό με το κυνήγι της επιτυχίας και το άγχος της επιβίωσης καθορίζουν τις επιλογές, οι οποίες συχνά δεν υπηρετούν τον κύριο στόχο που είναι η αποστολή του θεάτρου και η μύηση. Έτσι δημιουργείται κάτι εξαιρετικά αντίστροφο: ζητείται οι θεατές να δοξάσουν το θέατρο και τους ηθοποιούς, ενώ θα έπρεπε οι ηθοποιοί και οι καλλιτέχνες, γενικά, να ταπεινώνονται, για να μπορέσουν να μυήσουν το κοινό στις ιδέες που κουβαλάει το θέατρο. Το θέατρο δεν είναι αυτοσκοπός. Είναι ένα μέσο, για να μπορέσουμε να δούμε τον κόσμο διαφορετικά. Να καλλιεργηθεί ο κόσμος, να οξυνθεί η ευαισθησία του πάνω σ’ αυτά που έχει δημιουργήσει η ιστορία και η παράδοση του θεάτρου. Και ο μοντερνισμός και ο μεταμοντερνισμός έγιναν χάρη των εντυπώσεων. Δεν ήτανε τεχνοτροπίες συνδεδεμένες με ουσιαστικές ανάγκες. Η τέχνη που μπορεί να μας ενδιαφέρει και να μας συγκινεί και να μας ψυχαγωγεί, με την κυριολεξία του όρου, πρέπει να έχει μέσα τα στοιχεία του ρεαλισμού και της ανάγκης. O μοντερνισμός και μεταμοντερνισμός χρησιμοποιούν το θέαμα, για να φτιάξουν μια εντυπωσιακή βιτρίνα, που όμως από μέσα δεν έχει τίποτα, είναι χώρος κενός, άδειος. Nομίζω ότι ο σωστός δρόμος βρίσκεται σ’ αυτό που λέμε λαϊκό θέατρο, όπου το πλατύτερο κοινό επικοινωνεί με καλλιτέχνες που βλέπουν την τέχνη ως αποστολή. Το επάγγελμα δεν αποτελεί εμπόδιο στα παραπάνω, γιατί αυτός που δουλεύει με συνέπεια και μέθοδο, έχοντας ένα σκοπό ανώτερο από τον επαγγελματισμό και την προσωπική φιλοδοξία, δείχνει και το δρόμο που πρέπει να ακολουθεί το σωστό θέατρο: το θέατρο δηλαδή που επανασυνδέει διαρκώς τα μέλη μιας ομάδας, μιας κοινότητας, ενός μεγάλου πληθυσμιακού χώρου. Όταν χάνεται αυτή η ενότητα, είναι κάτι το τραγικό, γιατί καταστρέφεται η συνέχεια και οι άνθρωποι μένουν χωρίς εσωτερική πατρίδα και δεν μπορούν να οργανώσουν τη σκέψη και τη ζωή τους, δεν μπορούν να ζητάνε κομμάτια ευτυχίας από τη ζωή».
Ως τέχνη τι κοινό έχουν ο κινηματογράφος και το θέατρο;
«Eίναι και οι δύο αφηγηματικές τέχνες και είναι οι πιο λαϊκές απ’ όλες. Eπίσης και οι δύο χρησιμοποιούν τις άλλες τέχνες, για να αρθρώσουν το λόγο τους. Από την άλλη έχουν και πολύ μεγάλες διαφορές. Μια τέτοια διαφορά είναι ο τρόπος που συνομιλούν με τους θεατές. Το θέατρο έχει την ανωτερότητα ως προς αυτό, αφού υποκαθιστά ουσιαστικά την αρχαία τελετουργία, όπου η ομάδα ως σύνολο συμμετέχει στην τελετή που πραγματοποιείται στον παρόντα χρόνο. Αυτό σημαίνει μια ζωντανή επικοινωνία στο χώρο και στο χρόνο. Ο κινηματογράφος είναι οργανωμένος αφηγηματικά με τον ίδιο τρόπο, αλλά ο χρόνος που τελείται το έργο της τέχνης αποσπασματικά ανήκει πια στο παρελθόν, όταν θα είναι έτοιμη η ταινία. Υπάρχει το στοιχείο της απόστασης και της αποστασιοποίησης του θεατή από το συγκεκριμένο έργο τέχνης. Μια άλλη σημαντική διαφορά είναι ο τρόπος που δουλεύουν οι ηθοποιοί και οι καλλιτεχνικοί συντελεστές στον κινηματογράφο και στο θέατρο. Στο θέατρο υπάρχει μια στρατιωτική πειθαρχία και μια οργάνωση της καθημερινότητας που αποβλέπει σε μια παράσταση, σε συνδυασμό με την επανάληψη, ούτως ώστε να φτάσει σ’ ένα αποτέλεσμα που να δημιουργεί την έννοια του όλου. Στον κινηματογράφο πάλι αυτό γίνεται αποσπασματικά και ο ηθοποιός δεν είναι απαραίτητο να είναι επαγγελματίας, για να παίξει. Ακόμα και αν είναι όμως, πρέπει να έχει φυσικότητα. Εάν χρησιμοποιεί τις μεθόδους του θεάτρου, όπου όλα γίνονται υπερφυσικά και υπερβολικά, τότε θα παίζει λάθος».
Aλήθεια, μπορούν ο κινηματογράφος και το θέατρο ν’ αλλάξουν τους θεατές και την κοινωνία ευρύτερα σε μια ανθρωπιστική κατεύθυνση ή έχουν υποταχθεί στο εμπόριο του θεάματος;
«Tο μεγαλύτερο μέρος της τέχνης ανέκαθεν ήταν υποδουλωμένο σ’ αυτή την εξαρτημένη σχέση. Όμως, η τέχνη που είναι ασυμβίβαστη έχει δικαίωμα και υποχρέωση να προχωράει και να επηρεάζει τους θεατές. Όπως έχει πει και ο Aριστοτέλης, η ποίηση είναι ανώτερη απ’ την ιστορία. Eπειδή φτιαχνόμαστε από την ποίηση και από τους μύθους, καταλαβαίνετε ότι η αποστολή του θεάτρου και της τέχνης γενικότερα είναι πάρα πολύ σημαντική, αφού κρατάει σε απόλυτη ισορροπία αυτό που πραγματικά επιθυμούμε μ’ αυτό που έρχεται σε σύγκρουση με τις επιθυμίες μας. Η ευθύνη του θεάτρου και των άλλων τεχνών στον εξανθρωπισμό του ανθρώπου είναι τεράστια».
ΣYNENTEYΞH στον ΠANAΓIΩTH ΣKOPΔA
Aναδημοσίευση απ’ την εφημερίδα «EMΠPOΣ»




ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ:

» Ας λικνιστούμε μαζί του(15/06/2005)

» Έτσι η NEΛ έγινε… Nαυτιλιακή Eταιρεία Bεντούρη(26/05/2005)

» H Γιάννα Φαφαλιού γελάει με τη Eurovision(24/05/2005)

» Προπόνηση μετ’ εμποδίων(23/05/2005)

» Tο τέλος του μαζικού τουρισμού(10/05/2005)

» H εξομολόγηση… του παπα-Nικόλα του Ψαριανού(28/04/2005)

» Θρίαμβος NOX(14/04/2005)

» «Aδικαιολόγητος ο πανικός, κανένα πρόβλημα με το μέλι»(07/04/2005)

» «Eδώ δε θα κυκλοφορούσα πεζός»(30/03/2005)

» Kαι με τραπεζικά φτερά η απογείωση της μαστίχας(28/03/2005)

» Ποιος θα καθαρίσει… για τις καθαρίστριες(08/03/2005)

» Kυνηγετικοί σκύλοι… μιας χρήσεως(04/03/2005)

 
ΚΑΙΡΟΣ:
20 - 29
3 - 5
 
ΡΑΔΙΟ ΑΛΗΘΕΙΑ:

ΑΙΓΑΙΑΚΟ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΕΙΔΗΣΕΩΝ



ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΟΣ ΟΔΗΓΟΣ

ΧΙΟ-ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ
 
"Η ΑΛΗΘΕΙΑ" - ΗΜΕΡΗΣΙΑ ΧΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ - ΚΑΛΑΜΠΟΚΑ 74 - ΧΙΟΣ
ΤΗΛ - FAX: 22710 - 25678, EMAIL: news@alithia.gr

Σχεδιασμός & Φιλοξενία: Chiosnet