|
29/05/2008
Σόρδινα
Ψείρες
Την Κατοχή μία στο καλό χωριό γούζεται και βαταλαλεί τ’ αντρούς τση.
- Ίντα, μωρέ, πας στο καφενείο; Για να κουβαλείς ψείρες επαέ;
Κι εκείνος.
- Δεν παρακαλείς απού πάω εκειά κι αφήνω τσ’ εμισές!!!
Ο χτίστης
Χτίστης ο Νικολής από τους πολύ καλούς, είχε φήμη σπουδαία στα γυροχώρια που τονέ προτιμούσανε.
- Όσους φούρνους έχεις κτισμένους, πατέρα, κατέχεις το πως τόσανα ψωμιά θα βρει η ψυχή σου στο κάτω κόσμο; Του ‘πε μια μέρα η κόρη του.
Κι εκείνος σχεδόν αμέσως.
- Ναι, Μαργιώ, μα κατέχεις και πόσα αποχωρητήρια έχω σασμένα;
Ιντά ‘τονε
Στην αυλή του σπιθιού ντου, απάνω στο βόθρο κάθεται ο «Κοφινάς» όταν βλέπει ένα γείτονά του.
- Κωστή, του φωνάζει, άνε βρεις ίντα ‘ναι από ‘πάε από κάτω που κάθομαι.
Κι ο γείτονας που τηνέ ψυλλιάστηκε:
- Ό,τι ‘ναι κι από πάνω.
Πηγή: Γιώργος Βιτώρος, Χαρά σ’ εκείνο που γελά...
Με ράψιμο, με γράμματα, και με κοντήλι, Νένα,
σ’ αγάπες και ψιλότητες οι λογισμοί μου εμπαίνα.
Κατέχω το, πόσες φορές μου’ λεγες «Θυγατέρα,
ίντα το θες το διάβασμα το τόσο, νύκτα – η μέρα;
Ίντ’ όμορφα κ’ ίντα καλά βρίσκεις αυτού γραμμένα,
και δε σου αρέσει, μηδέ θες, πράμα άλλον πλιο κανένα;».
Κι εγώ ‘χα τόση πεθυμιά (πούρι μεγάλο πράμα)
να βάνω στο προσκέφαλο κάθε βραδύ το γράμμα.
Το ‘χα ξυπνήσει, εφώνιαζα· «Κιαμιά, φωτιά ας μου φέρει!»
Κ’ εσύ πολλά εβαριούσουν το, Νένα, το καλοκαίρι·
συχνιά μου παραμάνιζες, κ’ ήλεγες πως σε κάνω
να βάλεις τα βιβλία μου εις τη φωτιάν πάνω.
Πολλά μ’ εκαταδίκαζες στην παιδωμήν οπού’ μου!
κι ώρες με γέλιο σ’ τ’ άκουγα, κι ώες σου τα βαριούμου.
Ερωτόκριτος, ενότητα Α’ στ. 971 – 984
Στείλτε την μαντινιάδα σας στην «Αλήθεια»
e-mai:news@alithia.gr ή στο 6932825822
Όταν ο πόνος αβλεπεί σκεπάζει την καρδιά σου,
εσύ τα δάκρυα φύλαξε μην κρύψουν την μαθιά σου.
Μαρκέλλα, Πυργί
Με το φεγγάρι πορπατώ, με τ’ άστρα κουβεντιάζω
Τα νιάτα όταν θυμηθώ, βαριά αναστενάζω.
Σα το ζητιάνο που τραβά τον δρόμο του θλιμμένος
για σένα ζω μες στην ζωή μόνος και ξεχασμένος.
παραπονιέμαι στο Θεό που δεν μοιράζει δίκια
μοιάζει με κύμα που πετά, σωρούς σωρούς τα φύκια.
Μαρία Κ.
Χιόνια θα ρίξει ο καιρός και πάγο θα το κάμει
μα η ζεστή σου αγκαλιά είθε να με ζεστάνει.
Ασυναγώνιστος
Ο γεις τ’ αλλού το σ’ αγαπώ δεν το ‘χουμε θαρρέψει
κι έγινε ο έρωτας φωθιά και ποιος θα το παλέψει.
Λουκουμάκι
|