Αισώπου μύθοι μέρος 31ο

Τρί, 28/11/2023 - 23:14
Λεωνίδας Πυργάρης

311.Ὗς καὶ κύων περὶ εὐτοκίας

Ὗς καὶ κύων περὶ εὐτοκίας ἤριζον. Τῆς δὲ κυνὸς εἰπούσης ὅτι μόνη τῶν τετραπόδων ταχέως ἀποκύει, ἡ ὗς ὑποτυχοῦσα εἶπεν· «Ἀλλ’, ὅταν τοῦτο φράζῃ, γίνωσκε ὅτι τυφλὰ τίκτεις».

Ὁ λόγος δηλοῖ ὅτι οὐκ ἐν τῷ τάχει τὰ πράγματα, ἐν δὲ τῇ τελειότητι κρίνεται.

[Η γουρούνα και η σκύλα φιλονεικούσαν σχετικά με το ποια απ’ τις δυο γεννά τα περισσότερα παιδιά. Η σκύλα καυχιόταν: «απ’ όλα τα τετράποδα ζώα εγώ μόνη γεννώ πιο γρήγορα!». Και η γουρούνα: «Ναι! Μόνη σου το παραδέχεσαι πως απ’ τη βιασύνη σου τα γεννάς τυφλά».

Ο μύθος διδάσκει ότι το καθετί κρίνεται με βάση όχι την ταχύτητα περάτωσής του αλλά την ποιοτική του έκβαση.

Παροιμίες: «Η σκύλα αφ’ τη βιάση της γεννά στραβά κουτάβια» (Χίος). «Η σκύλα από την εβιάν της γεννά τα κουλούκια της τυφλά» (Αμοργός). «Η σκύλ' άπ' τη διά τς κάνει στραβά τά πιδιά τς» (Σάμος). «Η σκύλλα η αναγκαστή στραβά κουλούτζια κάμνει» (Κύπρος). «Η σκύλα η βγιαζόμενη τυφλά κουλούκια κάνει» (Κρήτη). «Barzáta kúchka slâpï gi ráda» (Η βιαστική σκύλα τυφλά τα γεννάει) (Πομάκων). «Όποιος βιάζεται να σσιέσει, σσιέζει δκυό φορές./Όποιος σσιέζει με τη βία, πάει δκυό φορές στη γρεία» (Κύπρος). «Θᾶττον ἤ Βούτης: τῶν ἐπὶ τῇ στοᾷ μαχομένων τὶς ἦν ᾧ ἐπεγέγραπτο Βούτης, οὗ ἐφαίνετο τὸ κράνος καὶ ὁ ὀφθαλμός· τὰ δὲ λοιπὰ μέρη ἐδόκει ὑπὸ τοῦ ὄρους, ἐφ᾿ οὗ ἐβεβήκει, κρύπτεσθαι, διὰ τὸ προκεῖσθαι αὐτοῦ. Τάσσεται οὖν ἡ παροιμία ἐπὶ τῶν ῥᾳδίως συντελουμένων. Καὶ γὰρ καὶ ὁ Βούτης ῥαδίως κατασκευάσθη, ἅτε οὐχ ὁλοκλήρου τοῦ σώματος γεγραμμένου» (Ζηνοβίου). «Αν δεν κατουρήσεις, δεν χέζεις». Πορτογαλικές: «A pressa é inimiga da perfeição (Η βιασύνη είναι ο εχθρός τής τελειότητας)./Depressa e bem não há quem» (Γρήγορα και καλά δεν υπάρχει τίποτα)].

312. Φαλακρὸς ἱππεύς

Φαλακρός τις τρίχας ξένας τῇ ἑαυτοῦ κορυφῇ περιθεὶς ἵππευεν. Ἄνεμος δέ φυσήσας ἀφείλετο ταύτας· γέλως πλατὺς δὲ τοὺς παρεστῶτας εἶχεν. Κἀκεῖνος εἶπε τοῦ δρόμου παύσας· «Τὰς οὐκ ἐμὰς τρίχας τί ξένον φεύγειν με, αἳ καὶ τὸν ἔχοντα ταύτας, μεθ’ οὗ καὶ ἐγεννήθησαν, κατέλιπον;».

 Ὅτι μηδεὶς λυπείσθω ἐπὶ συμφορᾷ ἐπελθούσῃ· ὃ γὰρ γεννηθεὶς οὐκ ἔσχεν ἐκ φύσεως, τοῦτο οὐδὲ παραμένει· γυμνοὶ γὰρ ἤλθομεν, γυμνοὶ καὶ ἀπελευσόμεθα.

[Ένας καβαλλάρης είχε γεννηθεί φαλακρός. Για ν’ αντιμετωπίσει τη γεννησιμιά φαλάκρα του, φορούσε περούκα από ξένα μαλλιά. Έτσι δεν τον καταλάβαιναν πως είναι φαλακρός.

Κάποτε φύσηξε δυνατός άνεμος και του πήρε την περούκα. Σαν τον είδανε οι άλλοι, βάλανε τα γέλια. Ο φαλακρός καβαλλάρης απάντησε: «τι γελάτε ρε; Παράξενο σάς φαίνεται που μου έφυγαν τα ξένα μαλλιά; Εδώ, ακόμη και τα δικά σας μαλλιά, που μαζί σας γεννήθηκαν, κι εκείνα ακόμα κάποτε σάς εγκαταλείπουν».

Δίδαγμα: εφόσον ο άνθρωπος αποδέχεται κάποιο πρόβλημα υγείας του έμφυτο (γεννησιμιό) και συμφιλιώνεται κάποια στιγμή μαζί του, τότε είναι σίγουρο πως μπορεί, με πολύ μεγαλύτερη ευκολία, να συμβιβαστεί και με οποιοδήποτε άλλο πρόβλημα υγείας επίκτητο. Άλλωστε ο άνθρωπος δεν είναι πλασμένος από άφθαρτα και ακατάλυτα υλικά. Είναι ον σχετικό και πεπερασμένο. Ο βίος του είναι βραχύς. Γυμνός έρχεται στον κόσμο και γυμνός πάλι φεύγει! Ο άνθρωπος είναι ον σχετικό και πεπερασμένο, και, ως τέτοιο, υπόκειται στον ανελέητο νόμο τής φυσικής φθοράς στον οποίο υπακούουν τα πάντα μέσα στη Φύση!

Παροιμίες: «Σαν οι πέτρες λυούνε, εμείς οι βώλοι τι να πούμε;» (Κρήτη). «Η νοτιά μπαίνει στ’ ατρύπητο φλασκί»[1] (Κρήτη). «Τρεις ήμισυ πήχες πανί μόνον θα πάρομεν μαζί μας» (Αμοργός). «Το σίερομ ποσ σίερον τζαι πάλιν καταλύεται» (Κύπρος). «Τὴν ὀλιγότητα τῶν ἡμερῶν μου ἀνάγγειλόν μοι» (Ψαλμός Δαυΐδ, 101. 24)].

313. Φιλάργυρος

Φιλάργυρός τις, ἅπασαν αὐτοῦ τὴν οὐσίαν ἐξαργυρισάμενος καὶ χρυσοῦν βῶλον ποιήσας, ἔν τινι τόπῳ κατώρυξε συγκατορύξας ἐκεῖ καὶ τὴν ψυχὴν ἑαυτοῦ καὶ τὸν νοῦν, καὶ καθ’ ἡμέραν ἐρχόμενος αὐτὸν ἔβλεπε. Τῶν δὲ ἐργατῶν τις αὐτὸν παρατηρήσας καὶ τὸ γεγονὸς συννοήσας, ἀνορύξας τὸν βῶλον ἀνείλετο. Μετὰ δὲ ταῦτα κἀκεῖνος ἐλθὼν καὶ κενὸν τὸν τόπον ἰδὼν θρηνεῖν ἤρξατο καὶ τίλλειν τὰς τρίχας. Τοῦτον δέ τις ὀλοφυρόμενον οὕτως ἰδὼν καὶ τὴν αἰτίαν πυθόμενος· «Μὴ οὕτως, εἶπεν, ὦ οὗτος, ἀθύμει· οὐδὲ γὰρ ἔχων τὸν χρυσὸν εἶχες. Λίθον οὖν ἀντὶ χρυσοῦ λαβὼν θὲς καὶ νόμιζέ σοι τὸν χρυσὸν εἶναι· τὴν αὐτὴν γάρ σοι πληρώσει χρείαν· ὡς ὁρῶ γάρ, οὐδ’, ὅτε ὁ χρυσὸς ἦν, ἐν χρήσει ἦσθα τοῦ κτήματος».

Ὁ μῦθος δηλοῖ ὅτι οὐδὲν ἡ κτῆσις, ἐὰν μὴ ἡ χρῆσις προσῇ.

[Ένας φιλάργυρος πούλησε όλη του την περιουσία και τη μετέτρεψε σε χρυσάφι. Την έκανε έναν χρυσό βώλο τον οποίο έκρυψε μέσα σε κάποιον τοίχο. Στην ουσία μέσα σ’ εκείνο τον ίδιο τοίχο είχε θάψει ο φιλάργυρος καί την ψυχή του καί το νου του. Σε καθημερινή βάση, λοιπόν, πραγματοποιούσε επισκέψεις σ’ εκείνη την κρυψώνα κι έβλεπε αν ο χρυσός είναι στη θέση του.

Κάποιος όμως, που εργαζόταν εκεί κοντά, παρατήρησε τις καθημερινές κινήσεις τού φιλάργυρου και κάτι υποψιάστηκε. Έτσι εντόπισε την κρυψώνα κι άρπαξε το χρυσάφι.

Αργότερα, όταν ο φιλάργυρος πήγε πάλι να καμαρώσει το χρυσάφι του, δεν το βρήκε στην κρυψώνα. Άρχισε τότε να κλαίει, να οδύρεται και να τραβά τα μαλλιοκέφαλά του.

Τον είδε κάποιος να θρηνεί και να κόπτεται και τον ρώτησε για ποιον λόγο αντιδρά έτσι. – «Όλη μου την περιουσία την είχα κάμει έναν χρυσό βώλο και τον είχα κρύψει, αλλά κάποιος μού τον έκλεψε!». – «Φιλαράκο, μη λυπάσαι γι’ αυτό που έγινε! Και που είχες το χρυσάφι είναι σα να μην τό ’χες! Πάρε τώρα μια πέτρα, βάλ’ την στη θέση τού χρυσού, και νόμιζέ την χρυσάφι! Κι η πέτρα την ίδια υπηρεσία θα σου προσφέρει, σαν κι αυτήν που ως τώρα σού προσέφερε ο χρυσός. Γιατί, όπως διαπιστώνω, και το χρυσάφι, τότε που το είχες, δεν το μεταχειριζόσουν ως χρυσάφι αλλά το είχες σε πλήρη αδράνεια!».

Δίδαγμα: ο οποιοσδήποτε πλούτος χάνει την αξία του, αν περιπίπτει σε αχρησία.

Παροιμίες: «Ξεραίνει το σκατόν του και το κάμνει παξιμά(δ)ι» (Βουνός). «Απέ σπανόν δύσκολα βγάλλεις τρίχα» (Βουνός). «Τον τσιγγούνην για κλέβγεις τον για γαμάς τον» (Κύπρος). «Από το φτωχό λείπουν πολλά, από το μιτζιβίρη[2] όλα» (Κέρκυρα). Αρχαίες γνώμες: «Φειδόμενον κρεῖττον ἀποθανεῖν ἢ ζῶντα ἐνδεῖσθαι»  (Αν είναι κανείς να τσιγκουνεύεται, καλύτερα να πεθάνει παρά να ζήσει στερημένος) (3.1.172η, Περίανδρος Κυψέλου Κορίνθιος. Επτά Σοφοί, Στοβαίος). «Ἀνελεύθεροι γάρ εἰσιν οἱ φιλάργυροι» (Οι τσιγκούνηδες είναι σκλάβοι στο πάθος τής τσιγκουνιάς τους) (Μένανδρος 36). «Μυκώνιος γείτων: αὕτη τέτακται ἐπὶ τῶν διαβεβλημένων ἐπὶ γλισχρότητι[3] καὶ μικροπρεπείᾳ[4], παρὰ τὴν σμικρότητα τῆς Μύκωνος νήσου καὶ εὐτέλειαν» (Ζηνοβίου). Τουρκική αντίστοιχη: «Tűkűrdűğűnű yalar» (Γλείφει το σάλιο που φτύνει)].

314. Χαλκεὺς καὶ κυνάριον

Χαλκεὺς εἶχε κύνα, καὶ ὅτε μὲν ἐχάλκευεν, ὁ κύων ἐκοιμᾶτο· ὅτε δὲ ἤσθιεν, παρίστατο αὐτῷ. Ὁ δὲ ὀστοῦν ῥίψας αὐτῷ εἶπεν· «Ταλαίπωρε, ὑπνῶδες, ὅταν μὲν τὸν ἄκμονα κρούω, ὑπνοῖς· ὅταν δὲ τοῦς ὀδόντας κινήσω, εὐθὺς ἐγείρῃ».

[Ὅτι] τοὺς ὑπνώδεις καὶ ἀργοὺς καὶ ἐξ ἀλλοτρίων πόνων τρεφομένους ὁ μῦθος ἐλέγχει.

[Ένας χαλκιάς (μεταλλουργός) είχε ένα σκυλί. Όταν ο χαλκιάς εργαζόταν με το σφυρί στ’ αμόνι, ο σκύλος κοιμόταν. Δεν ενοχλιόταν καθόλου απ’ το θόρυβο τού σιδεράδικου. Όμως κάθε φορά που ο χαλκιάς σταματούσε τις σφυριές στ’ αμόνι και καθόταν να φάει, ο σκύλος σηκωνόταν κι ερχόταν κοντά του κουνώντας την ουρά του. Έτσι, μια φορά που ο χαλκιάς κάθισε κι έτρωγε, ήρθε ο σκύλος κοντά του και κουνούσε την ουρά του. Σα να έλεγε: «δώσε μου να φάω!».

Ο χαλκιάς τού έδωσε ένα κόκκαλο και του είπε: «βρε ελεεινό κοπρόσκυλο, τι νούμερο τέλος πάντων είσαι συ!! Όση ώρα  χτυπώ το σφυρί πάνω στ’ αμόνι με μεγάλο θόρυβο, εσύ κοιμάσαι και δε χαμπαριάζεις!! Και μόλις σταματώ τη δουλειά, κάθομαι για φαΐ και μ’ ακούς να χτυπώ τις μασέλες μου, εσύ πετιέσαι πάνω απ’ τον ύπνο σου και γυρεύεις να φας!!».

Δίδαγμα: υπάρχουν άνθρωποι πλαδαροί και τεμπέληδες, οι οποίοι έχουν ασπασθεί τη «φιλοσοφία τής τεμπελιάς» και περιμένουν να ζήσουν μέσω τής λύπησης και του οίκτου τών άλλων. Κάθονται μέρα νύχτα χωρίς να κάνουν τίποτα και βρίσκονται σε μόνιμη αδράνεια και απραξία. Δηλαδή είναι εντελώς παραιτημένοι απ’ τη ζωή! Ωστόσο αυτοί οι «φιλόσοφοι τής οκνηρίας» ζωντανεύουν μονάχα σε μια περίσταση: όταν πρόκειται να «ξεκοκκαλίσουν» κάτι που το δούλεψαν τα «κορόιδα»!

Παροιμίες: «Ηύρε ξένα να μασά με πολλήν ακαμασά» (Πυργί). «Ηύρες άμμο κι εκυλίστης κι ήβγες όξω κι εκαυχίστης» (Κάρπαθος). «Ηύραν οι άπλυτοι νερόν κι’ οι άλουστοι σαπούνι, ηύραν κι’ οι αξυπόλυτοι παπούτσια με τις άτσες» (Ρόδος). «Με ξένους κώλους κλάννω τζ’ εγιώ» (Κύπρος). «Κλάνει με ξένο κώλο» (Χίος). «Γαμά με ξένα αρχίδια» (Χίος). «Χέζει με ξένο κώλο» (Χίος). «Μνημονεύγει με ξένα κόλλυβα» (Χίος). «Αὐλητοῦ βίον ζῇς: ἐπὶ τῶν ἐξ ἀλλοτρίων βιούντων» (Γρηγορίου τού Κυπρίου). «Σικελὸς στρατιώτης: παροιμιῷδες. Ἐπεὶ ξένοις ἐχρῶντο στρατιώταις ὡς ἐπὶ πολὺ οἱ ὑπὸ Ἱέρωνα» (Ζηνοβίου)].

315. Χειμὼν καὶ ἔαρ

Χειμὼν ἔσκωψε εἰς τὸ ἔαρ καὶ αὐτὸ ὠνείδισεν ὅτι εὐθὺς φανέντος ἡσυχίαν ἄγει ἔτι οὐδείς, ἀλλ’ ὁ μέν τις ἐπὶ λειμῶνας καὶ ἄλση γίνεται, ὅτῳ ἄρα φίλον δρέπεσθαι ἀνθέων καὶ κρίνων, ἢ καὶ ῥόδον τι περιαγαγεῖν τε τοῖς ἑαυτοῦ ὄμμασιν, καὶ παραθέσθαι [ἢ] παρὰ τὴν κόμην· ὁ δὲ ἐπιβὰς νεὼς καὶ διαβαίνων πέλαγος, ἂν τύχῃ, παρ’ ἄλλους ἤδη ἀνθρώπους ἔρχεται· καὶ ὅτι ἅπαντες ἀνέμων ἢ πολλοῦ ἐξ ὄμβρων ὕδατος ἔχουσι φροντίδα οὐκέτι. «Ἐγώ, ἔφη, ἄρχοντι καὶ αὐτοδεσπότῃ ἔοικα, καὶ οὐδὲ εἰς οὐρανόν, ἀλλὰ κάτω που καὶ εἰς τὴν γῆν ἐπιτάττω βλέπειν καὶ δεδιέναι καὶ τρέμειν καὶ ἀγαπητῶς διημερεύειν ἔστιν ὅτε οἴκοι ἠνάγκασα. – Τοιγαροῦν, ἔφη τὸ ἔαρ, σοῦ μὲν κἂν ἀπαλλαγεῖεν ἄνθρωποι ἀσμένως· ἐμοῦ δὲ αὐτοῖς καλὸν καὶ αὐτὸ εἶναι δοκεῖ τοὔνομα, καὶ νὴ μὰ Δία γε ὀνομάτων κάλλιστον, ὥστε καὶ ἀπόντος μέμνηνται καὶ φανέντος ἐπαγάλλονται».

[Κάποτε ο Χειμώνας περιγέλασε την Άνοιξη και την κορόιδεψε για ένα πράγμα: «Άνοιξη, κάθε φορά που εσύ ξεμυτάς, δε μπορεί κανείς πλέον να βρει ησυχία. Άλλος τραβά στα δάση και στα λιβάδια, για να μαζεύει τα λουλούδια και τα κρίνα που του αρέσουν ή για να χαζεύει κανένα τριαντάφυλλο, στριφογυρνώντας το μπροστά στα μάτια του και καρφιτσώνοντάς το στα μαλλιά του. Άλλος πάλι μπαίνει στο καράβι και διασχίζει το πέλαγος, άμα λάχει, και ταξιδεύει σ’ άλλους τόπους και λαούς. Και γενικά κανείς δε σκοτίζεται για ανέμους ή για μπόρες και καταιγίδες.

Αντίθετα, κοίτα εμένα: μοιάζω με άρχοντα κι απόλυτο δικτάτορα. Δεν αφήνω καν τούς ανθρώπους να σηκώσουν κεφάλι προς τον ουρανό. Τους υποχρεώνω νά ’χουν στραμμένο το κεφάλι προς το έδαφος και να φοβούνται και να τρέμουν. Και τους εξαναγκάζω να μένουν κλεισμένοι μέσα στα σπίτια τους όλη τη μέρα, και να νοιώθουν κι ευχαριστημένοι από πάνω!».

Κι η Άνοιξη απάντησε: «Φυσικά! Γι’ αυτό κι οι άνθρωποι εύχονται, με την καρδιά τους, να σε ξεφορτωθούν! Ενώ για μένα, και τ’ όνομά μου μόνο που ακούνε, αισθάνονται αγαλλίαση! Θεωρούν τ’ όνομά μου την πιο όμορφη λέξη τού κόσμου! Έτσι, ακόμα κι όταν δεν είμαι παρούσα, με αναπολούν. Κι όταν πάλι εμφανίζομαι, τρελλαίνονται απ’ τη χαρά τους!».

Δίδαγμα: ο σεβασμός και η εκτίμηση εμπνέονται, δεν επιβάλλονται.

Ο πραγματικός σεβασμός κι όχι ο υποκριτικός έχει ως βάση του την εκτίμηση. Τι σημαίνει εκτίμηση; Στέκεσαι πολύ ψηλά στα μάτια μου, σε υπολήπτομαι απεριόριστα, και γι’ αυτό είμαι έτοιμος ακόμα και να πεθάνω για σένα. Η εκτίμηση επομένως είναι το θεμέλιο τού πραγματικού σεβασμού, ο οποίος με τη σειρά του γίνεται η προϋπόθεση για υγιείς ανθρώπινες σχέσεις: έρωτα και γάμο, φιλία. Επειδή θαυμάζω και υπολήπτομαι απεριόριστα έναν άνθρωπο για τη μοναδικότητά του και για το ποιόν τού χαρακτήρα του, τον ξεχωρίζω απ’ το σωρό κι αποφασίζω να μοιραστώ όλη μου τη ζωή μαζί του. Αυτή η σχέση είναι ο γάμος. Επειδή πάλι θαυμάζω κι εκτιμώ απεριόριστα το διοικητή μου στο Στρατό, – γιατί είναι υγιές πρότυπο ηγήτορα – γι’ αυτό τού έχω τυφλή εμπιστοσύνη και, αν χρειαστεί, προχωρώ ως το θάνατο μαζί του στο πεδίο τής μάχης. Αυτή η στάση λέγεται συνειδητή στρατιωτική πειθαρχία που αρμόζει σε ελεύθερες ψυχές! Επειδή ομοίως σέβομαι και λογαριάζω πολύ το Διευθυντή μου στο Γραφείο που εργάζομαι, λόγω τού ότι αυτός πρώτος δίνει έμπρακτα το παράδειγμα τής εργατικότητας, της συνέπειας και της ηθικής, γι’ αυτό κι εγώ, σε καθημερινή βάση, εκτελώ ευσυνείδητα και υποδειγματικά τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις μου. Αυτή η στάση λέγεται επαγγελματική ευσυνειδησία κι όχι αγγαρεία!

Με λίγα λόγια, η πραγματική δύναμη ενός ανθρώπου είναι το ήθος του, το ανοξείδωτο μέταλλο τής ψυχής του. Το είπε κι ο Ηράκλειτος στην αρχαιότητα: «ήθος ανθρώπω δαίμων», δηλαδή «ο χαρακτήρας ενός ανθρώπου είναι ο Θεός του». Συνεπώς, πες μου όχι πόση δύναμη έχεις όταν είσαι σε μια Υπηρεσία και κατέχεις κάποιο αξίωμα, εξαιτίας τού οποίου σε σέβεται αναγκαστικά ή και ακόμα σε φοβάται ο κόσμος. Πες μου πόση είναι η δύναμή σου όταν αποχωρήσεις από την Υπηρεσία και γίνεις απόμαχος, δηλαδή όταν θα συνταξιοδοτηθείς. Τότε θα φανεί η πραγματική σου δύναμη! Δύναμη είναι η εκτίμηση τής κοινωνίας προς το πρόσωπό σου. Αν μετά τη συνταξιοδότησή σου – που τότε δεν σ’ έχουν πια ανάγκη – εξακολουθούν οι άλλοι να σ’ εκτιμούν, θα πει ότι ως άνθρωπος μετράς στη συνείδηση τής κοινωνίας. Αν όμως, στην τρίτη ηλικία σου, όλοι σε αγνοούν, τότε κάτι οπωσδήποτε συμβαίνει: είτε όλοι είναι αχάριστοι – πράγμα απίθανο! – είτε μεγάλη μερίδα τού κόσμου έχει δυσαρέσκεια μαζί σου. Επομένως, η πραγματική αξία ενός ανθρώπου φαίνεται μετά τα 60 χρόνια του περίπου. Τότε θα φανεί αν τον τιμούν γι’ αυτό που πραγματικά είναι, δηλαδή για την αξία του ως ανθρώπου, ή αν τον πλησίαζαν, όλο τον προηγούμενο καιρό, μόνο επειδή τον είχαν ανάγκη.

Επιλογικά: για να σου πω ποιος πραγματικά είσαι, πες μου πόσο είναι το «βάρος» τού ονόματός σου (π.χ. Γιάννης Αλεξίου) και όχι πόσο ήταν το βάρος τού αξιώματος ή του τίτλου που κάποτε κατείχες (Υπουργός, Στρατηγός, Διευθυντής κ.λπ). Το «ειδικό βάρος» ενός ανθρώπου είναι η ίδια η προσωπικότητά του κι όχι τα «παραπανήσια». Όπως ένα αυτοκίνητο, όταν το ζυγίζεις στην πλάστιγγα, το ξεφορτώνεις απ’ όλα τα παραπανήσια βάρη που του είχες φορτώσει, ώστε να φανεί ποιο είναι το καθαρό βάρος του – χώρια απ’ το μεικτό –, το ίδιο συμβαίνει και με τους ανθρώπους: τους «γδύνεις» από τους τίτλους και τα αξιώματα και τους ζυγίζεις «νέτους-σκέτους». Αν λοιπόν, μετά την αφαίρεση τού «μεικτού βάρους», εξακολουθούν να έχουν «καθαρό βάρος», τότε σίγουρα αξίζουν].  

316. Χελιδὼν καὶ δράκων

Χελιδὼν ἔν τινι δικαστηρίῳ νεοττοποιησαμένη ἐξέπτη· δράκων δὲ προσερπύσας κατέφαγεν αὐτῆς τοὺς νεοττούς. Ἡ δὲ ἐπανελθοῦσα καὶ τὴν καλιὰν κενὴν εὑροῦσα ὑπερπαθῶς ἔστενεν. Ἑτέρας δὲ χελιδόνος παρηγορεῖν αὐτὴν πειρωμένης καὶ λεγούσης <ὅτι> οὐ μόνον αὐτὴν τέκνα ἀποβαλεῖν συμβέβηκεν, ὑποτυχοῦσα εἶπεν· «Ἀλλ’ ἔγωγε οὐ τοσοῦτον ἐπὶ τοῖς τέκνοις κλαίω ὅσον ὅτι ἐν τούτῳ τῷ τόπῳ ἠδίκημαι ἐν ᾧ οἱ ἀδικούμενοι βοηθείας τυγχάνουσιν».

Ὁ λόγος δηλοῖ ὅτι πολλάκις χαλεπώτεραι γίνονται τοῖς πάσχουσιν αἱ συμφοραί, ὅταν ὑφ’ ὧν ἥκιστα προσεδόκησαν ὑφίστωνται.

[Μια χελιδόνα κάποτε πήγε κι έφτιαξε τη φωλιά της μέσα στην αίθουσα ενός δικαστηρίου. Εκεί γέννησε και τα μικρά της, κι έφυγε πετώντας. Όμως ένας δράκοντας (φίδι μεγάλου μεγέθους) σύρθηκε κοντά και κατασπάραξε τα νεογνά τής χελιδόνας. Κι όταν γύρισε η χελιδόνα, βρήκε αδειανή τη φωλιά της.

Την έπιασε τότε φοβερή θλίψη και ξέσπασε σε θρήνους. Τότε ένα άλλο χελιδόνι προσπάθησε να την παρηγορήσει: «καλά, καημένη μου! Δεν είσαι δα κι η μόνη στον κόσμο που χάνει τα παιδιά της!».

Κι η χαροκαμένη μάννα απάντησε: «δεν κλαίω και τόσο για τα παιδιά που έχασα. Προπάντων με πνίγει που με βρήκε τ’ άδικο στο μέρος ακριβώς που βρίσκουν το δίκιο τους όσοι αδικούνται!».

Ο μύθος υπαινίσσεται πως, όσοι παθαίνουν συμφορές, δε μπορούν να τις αντέξουν, αν αυτές προέρχονται από εκεί που καθόλου δεν το περίμεναν.

Παροιμίες: «Απ’ αλλού εφογούμεστεν, κι απ’ αλλού μάς ήρτεν!», «Αν πεθάνω από συνάχι, η πανούκλα μούντζες νά ’χει», «Σαν πεθάνω με το βήχα, τύφλες νά ’χει το χτικιό». (Βλέπε και το μύθο Ἀλκύων)].

317. Χελιδὼν καὶ κορώνη περὶ κάλλους φιλονεικοῦσαι

Χελιδὼν καὶ κορώνη περὶ κάλλους ἐφιλονείκουν· ὑποτυχοῦσα δὲ ἡ κορώνη πρὸς αὐτὴν εἶπεν· «Ἀλλὰ τὸ μὲν σὸν κάλλος τὴν ἐαρινὴν ὥραν ἀνθεῖ, τὸ δὲ ἐμὸν σῶμα καὶ χειμῶνι παρατείνεται».

Ὁ λόγος δηλοῖ ὅτι ἡ τοῦ σώματος παράτασις εὐπρεπείας καλλίων.

[Μια φορά φιλονεικούσαν η χελιδόνα με την κουρούνα σχετικά με το ποια απ’ τις δυο είναι η πιο όμορφη. Η κουρούνα λοιπόν είπε στη χελιδόνα: «η δικιά σου ομορφιά κρατιέται ακμαία μονάχα σε μια εποχή, στην άνοιξη. Αντίθετα, το δικό μου σώμα αντέχει κι έχει διάρκεια ακόμα και στο χειμώνα».

Δίδαγμα: η σωματική αντοχή σε βάθος χρόνου είναι πολύ καλύτερη τής εξωτερικής ομορφιάς.

Παροιμία: «Μὴ σύ γε μελαμπύγου[5] τύχοις: μή τινος ἀνδρείου καὶ ἰσχυροῦ τύχοις. Παροιμία δέ ἐστιν ἐντεῦθεν· Θείας τῆς Ὠκεανοῦ θυγατρὸς ἐγένοντο παῖδες δύο· οὗτοι τοὺς παριόντας βιαζόμενοι ἠδίκουν. Ἡ δὲ μήτηρ αὐτοῖς παρήνει μηδὲν ἄδικον ποιεῖν, ἵνα μή τινος μελαμπύγου τυχόντες δίκην δώσουσιν. Ἐφίσταται οὖν αὐτοῖς Ἡρακλῆς, καὶ τοὺς πόδας αὐτῶν συνδήσας πρὸς ἀλλήλους καὶ τῆς λεοντῆς ἐξαρτἠσας κάτω † ἄρας ἐπέθηκε τοῖς ὤμοις αὐτοῦ· οἱ δὲ δασύτητα περὶ τὴν πυγὴν τοῦ Ἡρακλέους ὁρῶντες ἐγέλων, ἀναμνησθέντες τῆς μητρός. Πυθόμενος δὲ Ἡρακλῆς τὴν αἰτίαν τοῦ γέλωτος ἥσθη καὶ ἀπέλυσεν αὐτούς» (Ζηνοβίου)].

318. Χελιδὼν καὶ ὄρνιθες

Ἄρτι τοῦ ἰξοῦ φυομένου, χελιδὼν αἰσθομένη τὸν ἐνιστάμενον τοῖς πετεινοῖς κίνδυνον, συναθροίσασα πάντα τὰ ὄρνεα, συνεβούλευσεν αὐτοῖς μάλιστα μὲν ταῖς ἰξοφόροις δρυσὶν ἐκκόψαι· εἰ δ’ ἄρα τοῦτο αὐτοῖς ἀδύνατον, ἐπὶ τοὺς ἀνθρώπους καταφυγεῖν καὶ τούτους ἱκετεῦσαι, ὅπως μὴ χρησάμενοι τῇ τοῦ ἰξοῦ ἐνεργείᾳ συλλαμβάνωσιν αὐτά. Τῶν δὲ γελασάντων αὐτὴν ὡς ματαιολογοῦσαν, αὐτὴ παραγενομένη ἱκέτις τῶν ἀνθρώπων ἐγένετο. Οἱ δὲ ἀποδεξάμενοι αὐτὴν ἐπὶ τῇ συνέσει καὶ σύνοικον αὐτὴν προσελάβοντο. Οὕτως συνέβη τὰ μὲν λοιπὰ ἀγρευόμενα ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων κατεσθίεσθαι, μόνην δὲ τὴν χελιδόνα ὡς πρόσφυγα καὶ ἐν ταῖς αὐτῶν οἰκίαις ἀδεῶς νεοττοποιεῖσθαι.

Ὁ λόγος δηλοῖ ὅτι οἱ τὰ μέλλοντα προορώμενοι εἰκότως τοὺς κινδύνους διακρούονται.

[Τον καιρό που άρχισε να πρωτοβλαστάνει ο ιξός, η χελιδόνα διαισθάνθηκε τον κίνδυνο που διέτρεχαν τα πουλιά απ’ αυτό το φυτό. Γι’ αυτό το λόγο συνάθροισε όλα τα πουλιά και τα συμβούλεψε να κόψουν όλες τις δρυς (βαλανιδιές), πάνω στις οποίες αναρριχάται ο ιξός. Αν πάλι κάτι τέτοιο ήταν πάνω απ’ τις δυνάμεις τών πουλιών, το χελιδόνι πρότεινε και δεύτερο σχέδιο: να καταφύγουν στους ανθρώπους και να τους παρακαλέσουν να το κάνουν εκείνοι. Γιατί, στην ενάντια περίπτωση, οι άνθρωποι θα εκμεταλλευτούν τις κολλητικές ιδιότητες τού ιξού για να παγιδεύουν τα πουλιά.

Τ’ άλλα πουλιά, σαν άκουσαν τα λόγια τού χελιδονιού, γέλασαν και το χλεύασαν, θεωρώντας τα λόγια του βλακείες.

Τότε το χελιδόνι προσέφυγε στους ανθρώπους ως ικέτης. Οι άνθρωποι το υποδέχτηκαν με την καρδιά τους και το πήραν ως συγκάτοικό τους, επειδή εκτίμησαν τη φρονιμάδα του.

Να γιατί όλα τ’ άλλα πουλιά οι άνθρωποι τα κυνηγούν και τα τρώνε, ενώ το χελιδόνι το αφήνουν, ως προστατευόμενό τους, να φτιάχνει άφοβα τη φωλιά του, ακόμα και μέσα στα σπίτια τους. 

Δίδαγμα: όσοι μπορούν να διαισθάνονται και να διαγιγνώσκουν το μέλλον, δικαιολογημένα παίρνουν τα μέτρα τους ώστε ν’ αποφεύγουν τις κακοτοπιές].

319. Χελιδὼν κομπάζουσα καὶ κορώνη

Ἡ χελιδὼν ἔφη πρὸς τὴν κορώνην· «Ἐγὼ παρθένος καὶ Ἀθηναία καὶ βασίλισσα καὶ βασιλέως τῶν Ἀθηνῶν θυγάτηρ <εἰμί>,» καὶ προσέθηκε καὶ τὸν Τηρέα καὶ τὴν βίαν καὶ τὴν ἀποκοπὴν τῆς γλώττης. Καὶ ἡ κορώνη· «Τί ἄν, ἔφη, ἐποίησας, εἰ τὴν γλῶτταν εἶχες, ὅπου, τμηθείσης, τοσαῦτα λαλεῖς;».

Ὅτι οἱ ἀλαζόνες διὰ τοῦ λόγου ψευδολογοῦντες αὐτοὶ ἑαυτοῖς ἔλεγχος καθίστανται.

[Η χελιδόνα είπε στην κουρούνα: «εγώ είμαι παρθένα, είμαι Αθηναία, είμαι βασίλισσα, είμαι κόρη τού βασιλιά τών Αθηνών!». Και συνέχισε να διηγείται την ιστορία τού Τηρέα και τα σχετικά με το βιασμό που διέπραξε ο Τηρέας[6] και τα σχετικά με το κόψιμο τής γλώσσας τής Φιλομήλας. Δηλαδή όλα όσα έλεγε στην κουρούνα ήταν μια ακατάσχετη φλυαρία.

Κι η κουρούνα απάντησε: «Με κομμένη τη γλώσσα σου και λες τόσα πολλά! Σκέψου, αν είχες τη γλώσσα σου άκοφτη, πόσο πιο πολλά θα μας «κελαηδούσες»!

Δίδαγμα: ο αλαζόνας και ξυπασμένος άνθρωπος αρέσκεται στην αυτοπροβολή. Επαίρεται συνεχώς γεμάτος οίηση και μεγαλαυχία. Εμφορείται από έναν συνεχή οίστρο μεγαλομανίας και αυταρέσκειας. Κατ’ ουσίαν ο οιηματίας άνθρωπος είναι συμπλεγματική προσωπικότητα. Κουβαλά μέσα του άπειρες ανασφάλειες και φοβίες, τις οποίες επιχειρεί να «καμουφλάρει» δια της μεγαλόστομης αυτοπροβολής. Ο υπερόπτης άνθρωπος, κατά βάσιν, στερείται αυτογνωσίας.

Παροιμίες: «Απέ σαράντα ποταμούς κατηβάτζει νερό» (Βουνός). «Απί σαράντα βρύσις φέρν' νιρό» (Λέσβος). «Κουνιέται και λυγίζεται σαν λεμωνιάς κλωνάρι» (Αμοργός)].

320. Χελώνη καὶ ἀετός

Χελώνη ἀετοῦ ἐδεῖτο ἵπτασθαι αὐτὴν διδάξαι. Τοῦ δὲ παραινοῦντος πόρρω τοῦτο τῆς φύσεως αὐτῆς εἶναι, ἐκείνη μᾶλλον τῇ δεήσει προσέκειτο. Λαβὼν οὖν αὐτὴν τοῖς ὄνυξι καὶ εἰς ὕψος ἀνενεγκὼν, εἶτ’ ἀφῆκεν. Ἡ δὲ κατὰ πετρῶν πεσοῦσα συνετρίβη.

Ὁ μῦθος δηλοῖ ὅτι πολλοὶ ἐν φιλονεικίαις τῶν φρονιμωτέρων παρακούσαντες ἑαυτοὺς ἔβλαψαν.

[Μια χελώνα παρακαλούσε έναν αετό να τη διδάξει να πετά όπως κι εκείνος: «καλέ μου αετέ, μάθε με να πετώ, όπως ακριβώς πετάς κι εσύ!».

Ο αετός βέβαια προσπαθούσε να της εξηγήσει πως μια τέτοια μάθηση δεν είναι στη φύση τής χελώνας: «χρυσή μου, δε γίνεται να σου διδάξω κάτι τέτοιο, γιατί αυτό είναι κόντρα στη φύση σου. Ο θεός σ’ έφτιαξε όχι για να πετάς αλλά για να σέρνεσαι στο έδαφος».

Ωστόσο η χελώνα είχε γίνει κολλητσίδα και στενός κορσές στον αετό: «Επιμένω να μου μάθεις να πετώ!».

Οπότε λοιπόν κι ο αετός, μια μέρα, τη γραπώνει με τα νύχια του, την ανεβάζει ψηλά στον ουρανό, κι άξαφνα την αμολά: και, φυσικά, πέφτοντας στη γη η χελώνα, …«πέταξε» καλά!! Έγινε χίλια κομμάτια.

Δίδαγμα: κάποιοι φρόνιμοι και μυαλωμένοι άνθρωποι, παρόλο που προσπαθούν να αποτρέψουν ορισμένους ανόητους και απερίσκεπτους από ριψοκίνδυνες ενέργειες, δεν τα καταφέρνουν, με τελικό αποτέλεσμα οι ανόητοι να ζημιώνουν τον εαυτό τους ανεπανόρθωτα. 

Πολλοί άνθρωποι, λόγω λειψής αυτογνωσίας, ενώ είναι υποδεέστεροι και ελλειπτικοί, ωστόσο έχουν την αναίδεια να συγκαταριθμούνται – ή ακόμα και να προσπαθούν να παραβγούν – με τους κατά πολύ υπερτέρους των. Αποτέλεσμα: καί αυτογελοιοποιούνται καί στο τέλος καταστρέφονται με τις ίδιες τους τις «στραβοτιμονιές». Παράδειγμα: μια ηλικιωμένη γυναίκα συναγωνίζεται, δηλαδή αμιλλάται, τις νεαρές κοπέλλες, στο ντύσιμο, στα μουσικά ακούσματα, στους… έρωτες, στους χορούς και στις διασκεδάσεις. Κάποια στιγμή, σε κάποιο «πάρτυ», η ηλικιωμένη κυρία αποφασίζει να χορέψει νεανικούς χορούς. Όμως, επειδή έχει επιβαρυμένη την καρδιακή λειτουργία της χωρίς να το ξέρει, κατά την εκτέλεση τού νεανικού χορού πέφτει κάτω ξερή! Αποτέλεσμα: διπλό κακό (γελοιοποίηση και ανήκεστος βλάβη!!). Τα ίδια βεβαίως θα πάθει και ο γηραιός κύριος που θα θελήσει να παλιμπαιδίσει, παριστάνοντας το νεαρούλη! Επιμύθιον: Γνώθι σαυτόν.

Παροιμίες: «Κι η κοσκινού τον άνδρα της με τους πραγματευτάδες» (Γιάννενα). «Σώdιν τα σίδερα, σώdιν τσ' οι βιλόνες, σώdιν τα μαθρακόσκατα[7] μαζί μι τσ' αχιλώνες» (Λέσβος). «Κ' η κοσκινού τουν άντρα της μη τους πραματηφτάδης» (Σάμος). «Κ' η αχερού τον άνdραν της με της πρα(γ)ματευτά(δ)ες» (Κάρπαθος). «Κουνιώντι κι τα σίδηρα κ σινιώντι κι οι βιλόνις» (Σάμος). «Βάλλεις και το ποντικόκαστρο με της Σουριάς το κάστρο» (Σύμη). «Δεν είναι κακό να είσαι τσόκαρο. Κακό είναι να μοστράρεσαι για γόβα». Αρχαία γνώμη: «οἱ τοῖς κρείττοσιν ἀνθαμιλλώμενοι, πρὸς τῷ ἐκείνων μὴ ἐφικέσθαι, καὶ γέλωτα ὀφλισκάνουσιν. Και κόρχορος εν λαχάνοις και Σαούλ εν προφήταις. Μετά Μουσών κόρυδος»].

 

[1] Ερμηνεία: όπως ο νοτισμένος και υγρός καιρός εισχωρεί σ’ όλα τα σώματα – ακόμα και σ’ ένα κλειστό και αρραγές φλασκί – έτσι και ο πανδαμάτωρ χρόνος διαβρώνει τα πάντα και επιφέρει σ’ όλους τούς οργανισμούς το γήρας.

[2] τσιγγούνη, φιλάργυρο. [μουζεβίρης ο: <τουρκ. muzevir<αραβ. muzauwir. Παραχαράκτης, ψεύτης].

[3] γλισχρότης η: φειδωλότητα, φιλαργυρία, τσιγγουνιά, «γυφτιά», «γουρουνιά».

[4] μικροπρέπεια η: η αναξιοπρεπής και ταπεινή συμπεριφορά.

[5] αρχ. μελάμπυγος-ος-ον: ο έχων μέλαινα πυγήν. Μελάμπυγος επίθ. τού Ηρακλέους (=ο έχων μαύρα-τριχωτά οπίσθια, μαλλιαρόκωλος, λάσιος, συνεκδ. ανδρείος, τολμηρός): μελαμπύγους τούς ανδρείους. Τούς γάρ δασείς τάς πυγάς ανδρείους ενόμιζον (Ησύχιος).  Αντώνυμο: πύγαργος (=ο έχων λευκήν την πυγήν-ουράν, λευκόουρος, συνεκδ. δειλός, άτολμος).  Και θηλ. καλλίπυγος η επίθ. Αφροδίτης (=η έχουσα ωραίους γλουτούς-οπίσθια, η ομορφόκωλη).      

[6] Ο Τηρέας ήταν μυθικός βασιλιάς τών Θρακών. Είχε γεννηθεί στη Δαυλία τής αρχαίας Φωκίδος και είχε νυμφευθεί την Πρόκνη, κόρη τού Πανδίονα, βασιλιά τής Αθήνας. Σύμφωνα με τον «Επιτάφιο» τού Δημοσθένη, βίασε την αδελφή τής γυναίκας του, τη Φιλομήλα. Αυτή η πράξη ώθησε τις δυό γυναίκες να τον εκδικηθούν: σκότωσαν το γιο τού Τηρέα και διέφυγαν στην Αττική. Ο Τηρέας επιχείρησε να τις συλλάβει. Όμως δεν τα κατάφερε και αυτοκτόνησε. Κατά τη μυθολογία, ο Τηρέας, η Πρόκνη και η Φιλομήλα μεταμορφώθηκαν σε πτηνά: οι δυό γυναίκες σε αηδόνι και χελιδόνι αντίστοιχα, ενώ ο Τηρέας σε τσαλαπετεινό. Σε κάποιο σημείο αυτού τού μύθου, αναφέρεται ότι ο Τηρέας έκοψε τη γλώσσα τής Φιλομήλας για να μη μαρτυρήσει αυτή για το βιασμό. Η Φιλομήλα ήταν εκείνη που μεταμορφώθηκε σε χελιδόνι.

[7] βατραχόσκατα: τα σκατά τού βατράχου.

Άλλες απόψεις: Του Λεωνίδα Πυργάρη