Επεξήγηση σε Ευαγγελική περικοπή - Η ασυγχώρητη αμαρτία (Ματθ. ΙΒ΄, 31-32)

Πέμ, 29/04/2021 - 16:46

Στο 12ο κε­φά­λαιο και τους στί­χους 31-32 του κατά Ματ­θαί­ον Αγίου Ευαγ­γε­λί­ου, γί­νε­ται λόγος για μια αμαρ­τία ασυγ­χώ­ρη­τη. Ποια είναι η αμαρ­τία αυτή; Τι θέ­λουν να επι­ση­μά­νουν οι δυο αυτοί στί­χοι; Ας επι­χει­ρή­σου­με να τους ανα­λύ­σου­με ακρο­θι­γώς.

«Δια τούτο λέγω υμίν, πάσα αμαρ­τία και βλα­σφη­μία αφε­θή­σε­ται τοις αν­θρώ­ποις, η δε του Πνεύ­μα­τος βλα­σφη­μία ουκ αφε­θή­σε­ται τοις αν­θρώ­ποις. Και ος αν είπη λόγον κατά του υιού του αν­θρώ­που, αφε­θή­σε­ται αυτώ. Ός δ΄αν είπη κατά του Πνεύ­μα­τος του Αγίου, ουκ αφε­θή­σε­ται αυτώ ούτε εν τω νυν αιώνι ούτε εν τω μέλ­λο­ντι» (Ματθ. ΙΒ΄, 31-32).

Γι΄ αυτό σας λέω ότι, κάθε αμαρ­τία και βλα­σφη­μία θα συγ­χω­ρε­θεί στους αν­θρώ­πους, εφό­σον με­τα­νο­ή­σουν. Η δε βλα­σφη­μία ενα­ντί­ον του Αγίου Πνεύ­μα­τος (το να δια­βά­λει -δη­λα­δή- κά­ποιος τον Θεό, από εσω­τε­ρι­κή πώ­ρω­ση και με επί­γνω­ση να απο­δί­δει τα έργα του Αγίου Πνεύ­μα­τος στον διά­βο­λο -δη­λα­δή η δια­στρο­φή της έν­νοιας, της αξίας και των ενερ­γειών του Θεού εκ μέ­ρους του αν­θρώ­που), αυτή η βλα­σφη­μία δεν θα συγ­χω­ρε­θεί ποτέ στους αν­θρώ­πους αυ­τούς (τους υβρι­στές).

Και εκεί­νος που θα πει υβρι­στι­κό λόγο ενα­ντί­ον του Υιού του αν­θρώ­που (δη­λα­δή σκαν­δα­λι­ζό­με­νος από το φαι­νό­με­νο της αν­θρώ­πι­νης φύσης του) θα συγ­χω­ρε­θεί, διότι υπάρ­χει εν­δε­χό­με­νο να με­τα­νο­ή­σει (θα συγ­χω­ρε­θεί εφό­σον με­τα­νο­ή­σει). Εκεί­νος, όμως, που θα εκ­στο­μί­σει βλά­σφη­μο λόγο κατά του Αγίου Πνεύ­μα­τος (και από διε­στραμ­μέ­νη θέ­λη­ση θα απο­δί­δει τις ενέρ­γειες του Αγίου Πνεύ­μα­τος -δη­λα­δή του Θεού- στον διά­βο­λο) δεν θα λάβει άφεση (δη­λα­δή δεν θα συγ­χω­ρε­θεί) της αμαρ­τί­ας αυτής ούτε στην πα­ρού­σα ούτε στην μέλ­λου­σα ζωή, διότι θα έχει σκλη­ρυν­θεί πλέον η καρ­διά του και θα είναι ανε­πί­δε­κτός με­τα­νοί­ας».

Με δυο λόγια, ποια είναι η με­γα­λύ­τε­ρη, βα­ρύ­τε­ρη και ασυγ­χώ­ρη­τη αμαρ­τία; Η αμ­φι­σβή­τη­ση του Θεού, η δια­στρο­φή του θείου θε­λή­μα­τος, όπως αυτό απο­τυ­πώ­νε­ται στην αν­θρώ­πι­νη κοι­νω­νία και βιοτή δια των ενερ­γειών του Αγίου Πνεύ­μα­τος, η βλα­σφη­μία του ονό­μα­τός Του, η σκλη­ρό­τη­τα της καρ­διάς του αν­θρώ­που που τον αφή­νει αμε­τα­νό­η­το, η πε­ρι­φρό­νη­ση -και η δια λόγων και πρά­ξε­ων δια­στρο­φή εκ μέ­ρους των αν­θρώ­πων- για όσα δι­δά­σκει η Αγία Γραφή και τα θεία Δόγ­μα­τα και δι­δάγ­μα­τα που απο­σα­φή­νι­σαν οι Άγιες και Οι­κου­με­νι­κές Σύ­νο­δοι, η δη­μιουρ­γία αί­ρε­σης και σχί­σμα­τος στην Εκ­κλη­σία.

Ο Χρι­στός ξε­κα­θά­ρι­σε ότι, «ουκ ήλθε ίνα κρίνη τον κό­σμον, αλλά ίνα σώση τον κό­σμον» (Ιωάνν. ΙΒ΄, 47), κατά την πρώτη επί γης πα­ρου­σία Του. Αλλά όσοι δεν πί­στε­ψαν σ΄ Εκεί­νον, δεν θα τύ­χουν της θείας σω­τη­ρί­ας κατά την Δευ­τέ­ρα Πα­ρου­σία Του, όταν έλθη και πάλι «κρί­ναι ζώ­ντας και νε­κρούς, ού της βα­σι­λεί­ας ουκ έσται τέλος» (Σύμ­βο­λο της Πί­στε­ως), διότι γνώ­ρι­ζαν, πλέον (μετά τον ερ­χο­μό του Χρι­στού) την αλή­θεια και δεν την απο­δέ­χθη­καν.

«Ο μεν πι­στεύ­σας και βα­πτι­σθείς σω­θή­σε­ται, ο δε απι­στή­σας κα­τα­κρι­θή­σε­ται» (Μαρκ. ΙΣΤ΄, 16). Επί­σης, τό­νι­σε ιδιαί­τε­ρα: «ο μη ων μετ΄ εμού κατ΄ εμού εστί και ο μη συ­νά­γων μετ΄ εμού σκορ­πί­ζη» (Ματθ. ΙΒ΄, 30). «Όποιος δεν είναι μαζί μου, είναι απέ­να­ντί μου και όποιος δεν συ­γκε­ντρώ­νει μαζί μου, σκορ­πί­ζει».

Ο Χρι­στός δεν ζητεί "χλια­ρούς" πι­στούς. Ζητεί θερ­μούς!

Στα ζη­τή­μα­τα της πί­στε­ως, στο Δόγμα, στην ιερή πα­ρά­δο­ση, στην με­τά­νοια, δεν χω­ρούν "με­σο­βέ­ζι­κες" τα­κτι­κές.

Στη σύγ­χρο­νη εποχή, ορι­σμέ­νοι αμ­φι­σβη­τούν τα πάντα. Εμείς επι­ση­μαί­νου­με την ορθή πίστη, τις αλή­θειες της Ορ­θο­δό­ξου Εκ­κλη­σί­ας μας και ως άλ­λο­τε ο Τί­μιος Πρό­δρο­μος βρο­ντο­φω­νά­ζου­με: «με­τά­νοια, με­τά­νοια, με­τά­νοια, με­τα­νο­εί­τε»!

Ας μην αφή­σου­με την αμαρ­τία να κυ­ριεύ­σει τη ζωή, την ψυχή και το σώμα μας.

Ας πο­ρευ­τού­με τον δρόμο του Θεού, ανα­ζη­τώ­ντας Πνευ­μα­τι­κό, να εξο­μο­λο­γού­μα­στε τα­κτι­κά και να κοι­νω­νού­με το Σώμα και το Αίμα του Χρι­στού, «εις άφε­σιν αμαρ­τιών και εις ζωήν αιώ­νιον». Και ας ανα­λω­θού­με σε έργα αγά­πης και αρε­τής.

Ο Θεός να μας φυ­λά­ει πά­ντο­τε, να μην πέ­σου­με στη φο­βε­ρή, ασυγ­χώ­ρη­τη αμαρ­τία ! «Φο­βε­ρόν γάρ το εμπε­σείν εις χεί­ρας Θεού ζώ­ντος» (Εβρ. Ι΄, 31) !-