Ο ρεαλισμός του Θουκυδίδη και η εποχή μας

Σάβ, 03/02/2018 - 13:34

 

(I)

-Ευρωπαϊκή Ένωση-

 

 

«Φημί γάρ ἐγώ εἶναι τό δίκαιον οὐκ ἂλλο τι ἤ το τοῦ κρείττονος ξυμφέρον».

Πλατ. Πολιτ. 338C
 

Έχουμε πεί και σε προηγούμενες ευκαιρίες πως η μελέτη τής Ιστορίας είναι όλβος γιατί βοηθάει στην μάθηση και παράλληλα στην κριτική αντίληψη των ανθρώπων.

Η περίοδος στην οποία αναφέρεται ο Θουκυδίδης μοιάζει με τη σημερινή σχετικά με την αντιπαράθεση ή αν θέλετε τις σχέσεις ανάμεσα στην Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Στο παρόν θα αναφερθούμε στην έννοια του δικαίου και στο άδικο όπως αυτό εμφανίζεται μέσα στην Ιστορία.

Ο Αριστοτέλης στα Πολιτικά (βιβλ. Γ΄9,10-13) γράφει: «οἷον δοκεῖ ἴσον τό δίκαιον εἶναι, καί ἐστίν, ἀλλ’ οὒ πάσιν ἀλλά τοῖς ἴσοις∙ καί τό ἂνισον δοκεῖ δίκαιον εἶναι, καί γάρ ἔστιν, ἀλλ’ οὒ πάσιν ἀλλά τοῖς ἀνίσοις». Αυτό σημαίνει, ότι, δεν μπορεί να υπάρξει ισοτιμία ανάμεσα σε άνισα μέρη. Αυτή μπορεί να υπάρξει μόνο απέναντι σε πραγματικά ίσους. Τα παραπάνω βρίσκουν τέλεια εφαρμογή στον διάλογο μεταξύ Αθηναίων και Μηλίων, όπου γίνεται ολοφάνερη η αντίθεση μεταξύ φύσεως (ή ισχύος) και νόμου (ή ηθικής). Αντιλαμβάνεται κανείς πως τα νομικά ⁄ ηθικά επιχειρήματα έχουν σημασία μόνο όταν τα επικαλούνται περίπου ισοδύναμες πολιτικά αλλά και στρατιωτικά δυνάμεις. Όταν όμως αυτό δεν ισχύει, ο αδύνατος δεν σώζεται με την επίκληση του δικαίου∙ όπου ο ισχυρός (και οικονομικά) επιβάλλει ό,τι του επιτρέπει η δύναμή του, και ο αδύνατος υποχωρεί όσο του επιβάλλει η αδυναμία του. Ακριβώς αυτό συμβαίνει και στο διεθνές σύστημα, όπου ισχύει ο νόμος της φύσης δηλ. ο νόμος του ισχυροτέρου. Πίσω από τις τεχνητές κατασκευές και στην ουσία ψεύτικες θεσμίσεις, κρύβεται το αληθινό πρόσωπο της φύσης. Αυτό είναι το αληθινό πρόσωπο των Αθηναίων (βλ. δανειστών) που ζητούν από τους Μηλίους (βλ. Έλληνες) να υποταγούν. Γιατί «δίκαια μέν ἐν τῷ ἀνθρωπείῳ λόγῳ ἀπό τῆς ἴσης ἀνάγκης κρίνεται, δυνατά δέ οἱ προύχοντες πράσσουσι καί οἱ ἀσθενεῖς ξυγχωροῦσιν».

Στις ανθρώπινες σχέσεις τα νομικά επιχειρήματα έχουν αξία όταν εκείνοι που τα επικαλούνται είναι όπως προαναφέραμε περίπου ισόπαλοι σε δύναμη, αλλιώς η ανάγκη κάνει τον αδύναμο να υποχωρήσει…γιατί ακριβώς στην κοινωνία ίσχυε και ισχύει ο φυσικός νόμος∙ δηλαδή το του κρείττονος συμφέρον και η δικαιοσύνη ταυτίζεται με το συμφέρον του ισχυροτέρου. Οι Αθηναίοι (βλ. δανειστές) δεν πείθονται με τις επικλήσεις περί δικαίου και νόμου από τους Μηλίους (βλ. Έλληνες). Αντίθετα προκειμένου να σώσουν την ηγεμονία τους στα κράτη μέλη της συμμαχίας (βλ. σήμερα ΕΕ) τους απάντησαν ότι το συμφέρον τους ⁄ μας, επιτάσσει να υπακούν στη συμμαχία (βλ. Γερμανία ΕΕ) εκχωρώντας την εθνική ανεξαρτησία σας ⁄μας ή θα καταστραφείτε.

Οι Μήλιοι λένε: πως δεν είναι δυνατό να σωθούμε αν θα υποδουλωθούμε∙ επί πλέον θα κάνετε εχθρούς σας όλους όσοι είναι ουδέτεροι, καθώς θα φοβηθούν ότι θα υποστούν την ίδια μοίρα. Βλέπουμε λοιπόν πως η επίκληση του δικαίου και της ηθικής ως όπλου από τους Μηλίους (βλ. Έλληνες) δεν «πιάνει» ή δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν από τους συμμάχους τους Αθηναίους οι οποίοι τους προσφέρουν την υποχώρηση ή τους συμβουλεύουν να υποχωρήσουν μπροστά στη δύναμη του ισχυρού. Όσο για το ζήτημα της δικαιοσύνης αυτό υπεισέρχεται στις ανθρώπινες σχέσεις «μόνο όταν η πίεση της ανάγκης είναι ίση»∙ αλλιώς «οι ισχυροί αποσπούν ό,τι μπορούν, και οι αδύναμοι παραχωρούν ό,τι πρέπει» (Ε 89).

Τα παραπάνω σχετικά με τους Μηλίους αλλά και γενικά για τον Πελοποννησιακό πόλεμο εξιστορεί ο Θουκυδίδης που χωρίς να τα κρίνει ο ίδιος, πιστεύει ακράδαντα στη χρησιμότητα του έργου του για τις επόμενες γενεές, αφού θα του ήταν αρκετό αν θεωρηθούν ωφέλημα τα όσα γράφει, πιστεύοντας πως η φύση του ανθρώπου είναι πάντα η ίδια. Αυτό γίνεται φανερό από το Ε105 όπου ο ίδιος αποδίδει τη φυσική αντίληψη στους ισχυρούς Αθηναίους ομιλητές στο διάλογο των Μηλίων, και γι αυτό αντικρούουν  τις επικλήσεις της δικαιοσύνης και της θρησκείας από  τους Μηλίους, λέγοντας πως οι άνθρωποι και οι θεοί ακολουθούν πάντα τον απόλυτο νόμο της φύσης, δηλ. να επιβάλουν την εξουσία τους αν έχουν τη δύναμη να το επιτύχουν. Έτσι ο Θουκυδίδης μπορεί να χαρακτηριστεί ως ρεαλιστής φιλόσοφος ιστορικός που τον διακρίνει το θάρρος και η κατανόηση της ανθρώπινης φύσης.

Στον διάλογο με τους  Μηλίους οι Αθηναίοι παραμερίζουν το δίκαιο αλλά και το κοινό συμφέρον, στηριζόμενοι στο δίκαιο του ισχυρού λέγοντας ότι η έχθρα τους ελάχιστα ή καθόλου θα τους επηρεάσει μπροστά στο συμφέρον που θα έχει η κυριαρχία τους απέναντι στους συμμάχους τους (βλ. μικρούς της ΕΕ). Οπότε ό,τι και να έλεγαν οι ασθενέστεροι πολιτικά, στρατιωτικά αλλά και οικονομικά Μήλιοι, οι ισχυροί Αθηναίοι δεν τα λάμβαναν υπόψη. Όπως ακριβώς συμβαίνει και σήμερα με τους συμμάχους μας Ευρωπαίους και τους αντίστοιχους «Αθηναίους» Γερμανούς*!

Τα περί ισονομίας και ισοτιμίας αλλά και ίσης μεταχείρισης μεταξύ των εταίρων – συμμάχων της  ΕΕ δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα, γιατί οι κυρίαρχες δυνάμεις της συμμαχίας (βλ. ΕΕ και ιδιαίτερα η Γερμανία), λειτουργούν και επιβάλλονται αποκλειστικά στους ανίσχυρους Εταίρους με βάση τα συμφέροντά τους, και αντιμετωπίζουν τη χώρα μας σαν το «μεγάλο ασθενή» της Ευρώπης… χρησιμοποιώντας την ως δουλοπαροικία χρέους εξευτελίζοντας το λαό μας αφού τον αναγκάζουν να ζη μέσα στην κόλαση της μιζέριας, της φτώχιας, των οικονομικών εκβιασμών και της ανασφάλειας.

Είναι ανάγκη να καταλάβουμε πως όπως παλιά έτσι και σήμερα, ο κατακτητής είναι πάντα κατακτητής, είτε αυτός χρησιμοποιεί όπλα, είτε τα οικονομικά μέσα∙ και όπως γνωρίζουμε όλοι η βία δεν είναι μόνο στρατιωτική, αλλά και πολιτική και οικονομική. Σήμερα ο πατριωτισμός των Ελλήνων δοκιμάζεται απέναντι στους νέους εκβιαστές - κατακτητές∙ και όπως τότε στους Αθηναίους οι σημερινοί… Αθηναίοι (βλ. Γερμανοί, ΕΕ) παραμερίζουν κάθε επιχειρηματολογία που βασίζεται στη δικαιοσύνη και στηρίζονται απόλυτα στην ανάγκη του ανίσχυρου, γιατί γνωρίζουν ότι  η δικαιοσύνη δεν μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά μεταξύ ενός ισχυρού και ενός ανίσχυρου. Όπως η καταστροφή αλλά και ο εποικισμός της Μήλου που ιστορικά απετέλεσε στίγμα για την Αθηναϊκή ηγεμονία – Συμπολιτεία, έτσι και σήμερα η συμπεριφορά τής ΕΕ- Γερμανίας εμφανίζεται ως μοναδικό δείγμα πολιτικού ρεαλισμού αν όχι  εκβιασμού – κυνισμού με λόγια όπως take it or leave ιt. Με άλλα λόγια το δίκαιο της ισχύος –είτε πολιτικής είτε στρατιωτικής είτε οικονομικής, είναι το μόνο που υπάρχει όχι μόνο στην περίπτωσή μας, αλλά υπερισχύει πάντοτε στις διεθνείς σχέσεις. Συμπερασματικά  μπορούμε να πούμε πως στις διεθνείς σχέσεις δεν υπάρχει κανένας νόμος για να υπερασπίσει όχι μόνο τη νομιμότητα αλλά ιδιαίτερα την ηθική των σχέσεων μεταξύ των κρατών. Γιατί οι ισχυροί είναι αυτοί που θέτουν τους νόμους και αποφασίζουν πώς ο αδύνατος πρέπει να αντιμετωπιστεί. Αντίθετα, στο εσωτερικό ενός κράτους οι νόμοι υπάρχουν για να μεταχειριστούν εξίσου τους ισχυρούς και τους αδύνατους. Όμως στις διεθνείς σχέσεις και στις διαφωνίες οι ισχυροί με διάφορους τρόπους εξαναγκάζουν τους αδύνατους να υποταχτούν.

Τέλος, δεν γνωρίζω αν και πως η ιστορία επαναλαμβάνεται. Αυτό που γνωρίζω, είναι ότι οι λαοί και οι κυβερνήσεις δεν διδάσκονται τίποτα από την ιστορία…

Επομένως «η ιστορία διδάσκει ότι δεν διδάσκει» έστω και αν ο Θουκυδίδης δηλώνει πως πιστεύει ακράδαντα στη χρησιμότητα του έργου του∙ λέγοντας πως αυτό θα παραμείνει «κτῆμα ἐς αἰεῖ μᾶλλον, ἤ ἀγώνισμα εἰς τό παραχρῆμα ἀκούειν ξύγκειται». δηλ. η Ιστορία του θα παραμείνει παντοτινό απόκτημα καθολικής εμβέλειας, και όχι έργο προορισμένο να υποβληθεί σε διαγωνισμό και να αναγνωστεί παρουσία πολλών. 

 

* βλ. τη δημηγορία των Αθηναίων στο Πελοποννησιακό συνέδριο το 432 πΧ (Α 76), όπου οι Αθηναίοι υποστηρίζουν ότι είναι άξιοι επαίνου διότι φροντίζουν περισσότερο για τη δικαιοσύνη με τη μετριοπάθειά τους (δηλ. για το καλό της ΕΕ) όσον αφορά τους υπηκόους τους (μικρούς της ΕΕ). Όμως και ο Θουκυδίδης αποδέχεται τις συνέπειες της ισχύος ως αναπόφευκτο μέρος της φυσικής τάξης των πραγμάτων, αποδοκιμάζοντας βέβαια την βαναυσότητα, την βαρβαρότητα - αγριότητα και τις υπερβολές της ισχύος.

                                                                                                   

                                                                                                     knafpl@hotmail.com

Άλλες απόψεις: Του Κ. Α. Ναυπλιώτη