
Μετά τα μισά του Οκτώβρη όλοι οι Καμπούσοι γύριζαν από τα Δότια. Έπρεπε να μαζέψουν τα μαντερίνια, να βάλουν τσιμπίδι όπως έλεγαν. Λίγα πια τα ορτύκια, αλλά ήλθαν οι τσίχλες, τα κοτσύφια και άλλα χειμωνιάτικα, κοντολογίς άρχιζαν τα ξόβεργα.
Αν δεν είχε βρέξει και τα νερά για να πιουν τα πουλιά ήταν λίγα, γέμιζαν νερό τα πέτρινα κανάλια, που συνήθως ήταν μέχρι την άκρη του κτήματος και έβαζαν πάνω ξόβεργες.
Έτσι κάθε πουλί που κατέβαινε να ξεδιψάσει κατέληγε στο κλουβί
για κράχτης, αν φυσικά γλύτωνε από τις γάτες που ήξεραν το κόλπο και έπαιρναν το μερδικό τους.
Τότε έρχονταν και πολλοί γιαννακοί [κοκκινολαίμηδες], αυτοί έχουν τη συνήθεια να τρέχουν όπου ακούν καβγά συναδέλφων τους, μερικοί Καμπούσοι το εκμεταλλεύονταν αυτό, όσους έπιαναν
τους έβαζαν σε ένα κλουβί με μια ξόβεργα, αυτοί άρχιζαν τον καβγά, έτσι όσοι πλησίαζαν κολλούσαν στην ξόβεργα και σύντομα βρισκόταν μέσα στο κλουβί. Στο τέλος της μέρας όλοι γίνονταν μεζές για το ούζο.
Οι πιο νέοι, αλλά και όσοι μπορούσαν να ανέβουν σε ψηλά δέντρα,
τα πόστα όπως έλεγαν, διαμόρφωναν τα κλαδιά σαν κάστρο με πολεμίστρες. Στις πολεμίστρες έβαζαν ξόβεργες [αυτές ήταν οι περασιές], αλλά και πολύ ψηλά στην κορυφή [αυτές ήταν οι μυτιές], εκεί κολλούσαν όσα πουλιά πήγαιναν για να ξεκουραστούν.
Μερικά πουλιά πήγαιναν στο κλουβί για κράχτες, αλλά τα πολλά
δολοφονούνταν με βάρβαρο τρόπο.
Κράχτες αντάλλαζαν μεταξύ τους οι γειτόνοι, αλλά έχω ακούσει
ότι μερικοί πονηροί όταν έδιναν ζωντανό πουλί για κράχτη στο γείτονα το ζουλούσαν λίγο στο λαιμό, έτσι δεν κελαηδούσε και δεν τους έκανε χαλάστρα.
Αν ο καιρός δεν ήταν για βροχή τις ξόβεργες τις άφηναν πάνω στα δέντρα, μόνο τα κλουβιά με τους κράχτες κατέβαζαν για να βάλουν νερό και φαγητό.
Οι περισσότεροι όμως ξυπνούσαν πολύ πριν ξημερώσει και με την λάμπα ανέβαιναν στα πόστα να βάλουν τα ξόβεργα.
Ελάχιστοι ασχολούνται σήμερα με ξόβεργα, πόστα, κράχτες κ.λπ.,
άλλωστε έχουν χαθεί και οι τσίχλες, σπάνια βλέπεις καμιά, σε αντίθεση με παλιά που ολόκληρα κοπάδια κυκλοφορούσαν.
Αυτά για την ιστορία…
































