
Υποθέτω πως δεν υπάρχει σπίτι στο οποίο να μην υπάρχει ένα παλιό κιτρινισμένο τετράδιο στο οποίο είναι γραμμένες συνταγές, κυρίως από γιαγιάδες. Και σ' αυτό κατέφευγαν οι νεότερες νοικοκυρές για να φτιάξουν κυρίως τα γλυκά τους, αν και δεν έλειπαν και οι συνταγές για φαγητά. Αυτό που έχει η γυναίκα μου έχει στο εξώφυλλό του τον Χριστό περιτριγυρισμένον από παιδιά. Ταλαιπωρημένο, βέβαια, από τα χρόνια της χρήσης του, ενώ μέσα υπάρχουν και σκόρπια φύλλα με άλλες συνταγές.
Το θυμήθηκα γιατί με άγγιξε το κείμενο της Ρένας Μπεμπεκλή και μου άρεσε και σας το παραθέτω:
«Αυτές τις γιορτινές μέρες που πέρασαν, όσοι αγαπάμε τις σπιτικές δημιουργίες σίγουρα αναζητήσαμε διάφορες συνταγές και κάτι γνώριμο να μας ζεστάνει. Έτσι ξαναβγήκε μπροστά μου το παλιό μπλοκ της γιαγιάς μου. Το είχε ξεκινήσει όταν έστηνε το δικό της σπιτικό, μαζεύοντας τις συνταγές της μία-μία και δημιουργώντας τον δικό της μικρό “τσελεμεντέ”, όπως στήνει κανείς σιγά-σιγά και τη ζωή του.
Το ξεφύλλισα και πάλι προσεκτικά. Οι ταλαιπωρημένες σελίδες του έχουν κιτρινίσει και κάποιες συνταγές είναι γραμμένες σε δράμια. Ανάμεσα στις γραμμές, σημειώσεις για το πότε “το πας στο φούρνο” -τότε που τα σπίτια δεν είχαν ηλεκτρικές κουζίνες ούτε τις ανέσεις που θεωρούμε δεδομένες σήμερα- κρύβουν την καθημερινότητα μιας άλλης εποχής. Η γιαγιά μου ήταν μια σταθερή παρουσία για αρκετά χρόνια της ζωής μου και μου έμαθε πολλά. Ακόμα θυμάμαι εκείνα τα χιώτικα χερίσια μακαρόνια της… Δεν τα κατάφερα όμως ποτέ, γιαγιά! Κολλάνε στο ξυλάκι τα άτιμα…
Φεύγοντας, πήρα μαζί μου το δικό μου μικρό μπλοκ, γεμάτο συνταγές και τις δικές της συμβουλές. Κάθε φορά που κάτι νέο που δοκίμαζα και δεν έβγαινε σωστά, την καλούσα στο τηλέφωνο για να της πω τον… πόνο μου: “Γιαγιά, αποτυχίαααααα!” Η φωνή της, ήρεμη και γεμάτη συμπόνια: “Μα γιατί κόρη μου; Δεν πειράζει, την επόμενη φορά…”. Κι έτσι συνέχιζα, πάντα λίγο πιο σίγουρη, μέχρι να το πετύχω.
Αυτό το παλιό μπλοκ είναι θησαυρός για μένα. Κρατάει ζωντανή τη γιαγιά Μαρίκα, τη ζεστασιά και τη φροντίδα της. Κάθε φορά που φτιάχνω μια συνταγή της, νιώθω ότι είναι δίπλα μου, με τα χέρια γεμάτα αλεύρι και την καρδιά γεμάτη στοργή. Είναι σαν να μου ψιθυρίζει ξανά: “Κάν’ το με αγάπη…”.
Του Δημήτρη Φρεζούλη





































