To Λωμιό της Μαρουλιώς

Θύμησες του Δημήτρη Τσεσμετζή
Πέμ, 02/09/2021 - 07:45

ΤΟ ΛΩΜΙΟ ΤΗΣ ΜΑΡΟΥΛΙΩΣ ...

Ο πιο αιμοβόρος μάγκας του Συνοικισμού Αγίου Ισιδώρου Νοσοκομείου!

(Την ιστορία μου την διηγήθηκε, στα τέλη της δεκαετίας του 50, η γιαγιά μου Γαρυφαλιά Ρουσάκη Κάσδαγλη, "η μαμιδίτσα" πρόσφυγας από την Κάτω Παναγιά, όταν σε ένα βραδυνό καυγά του Συνοικισμού, άκουσε τον έναν άντρα να φωνάζει της γυναίκας του, να του δώσει το μαχαίρι για να κόψει τον αντίπαλό του... φέτες!)

"Μην ακούς και μη φοβάσαι Δημητράκι... Έτσι φώναζε και το Λωμιό της Μαρουλιώς!" Και όταν την ρώτησα ποιός ήταν το Λωμιό μου είπε την κάτωθι ιστορία!

"Το Λωμιό ήταν ένα παλικάρι του Συνοικισμού που με το παραμικρό έλυνε το ζουνάρι του για καυγά! Ιδίως όταν ερχονταν άλλα παλικάρια από άλλες γειτονιές για να γαμπρίσουν τις όμορφες κοπέλες του Αγιού Σιδέρου! Ψηλός, μελαχροινός, με μαύρο μουστάκι, που το έστριβε στις άκρες, είχε γίνει ο φόβος του Συνοικισμού και όχι μόνο! Και κάποιος να ήθελε να του πάει κόντρα, όταν άκουγε την άγρια φωνή του να φωνάζει της γυναίκας του... "Μαρούλι πιάσε το μαχαίρι να τον σφάξω..." κι εκείνη να τρέχει να τον συγκρατεί και να τον παρακαλεί να μην το κάνει γιατί θα πάει φυλακή 20 χρόνια και αυτή θα έμενε ζωντοχήρα... έδινε τόπο στην οργή και έφευγε. Πολλοί νέοι το ξανασκεύτονταν να έρθουν στο συνοικισμό και να αντιμετωπίσουν το Λωμιό και προτιμούσαν να πάνε σε πιο ήπιες γειτονιές για κοπέλες!

Το σπίτι του ήταν κοντά στης Ανουκούς, (που ο γιός της είχε και οδηγούσε το πρώτο φορτηγό στο συνοικισμό. Μετά πήρε και ένα ο καλός γείτονας Μιχάλης Ξυνός, ο πατέρας του Παναγιώτη, του Σταμάτη και του Αντώνη, της Ζωής και της Πάτρας - αυτούς θυμάμαι από τα 7 παιδιά του, γι αυτό πήρε και φορτηγό, αν και έπρεπε λεωφορείο - και κάθε πρωί μας έβαζε στην καρότσα, όλους τους μαθητές, και μας έκανε... ανατροπή μπροστά στο Καρράδειο Δημοτικό Σχολείο, που μόλις είχε χτιστεί.) λίγο πριν την κατηφόρα του Αγιού Σιδέρου.

...Μια μέρα που το "Λωμιό " ερχονταν από τα Ταμπάκικα και χωρίς να ξέρει ότι η γυναίκα του δεν ήταν στο σπίτι, βλέποντας ένα παλικάρι από το Καστέλο να ροβολάει στο δρόμο από του Γκάγκα και του Κοντού το σπίτι προς τον Άγιο Σίδερο, παίρνει μια καρέκλα που πάντα είχε πρόχειρη κοντά στην εξωτερική πόρτα της αυλής του, την βάζει στη μέση του τότε χωμάτινου δρόμου, την καβαλάει ανάποδα και περίμενε να πλησιάσει ο... εισβολέας. Όταν ο άλλος πλησίασε, τον κοίταξε άγρια στα μάτια και του είπε με άγρια φωνή...

"Στρίβω το μουστακάκι μου, το κάνω σαν αγκίστρι, κι όποιος μιλήσει τώρα δα, του γ@μησ@ τη πίστη!"

...Ήδη αρκετός κόσμος, οι πιό πολλές νοικοκυρές και παιδιά είχαν μαζευτεί στις άκρες του δρόμου για να δούν την αντίδραση του Καστελούση και κάνα... μαχαίρωμα!

Ο Καστελούσης (Αγιο-Παρασκευούσης) που ήταν και αυτός σωματώδης δεν φάνηκε να σκιάχτηκε καθόλου, μήτε έκανε μόκο όπως έκαναν οι άλλοι, μέχρι τώρα. Του λέει άγρια και νευριασμένα "ρε εμένα το είπες;" Σηκώνεται από την καρέκλα το Λωμιό κι ενώ οι νοικοκυρές μαζεύουν τα κουτσούβελα τους να μην γεμίσουν αίματα, ακούνε έκπληκτοι το Λωμιό να του απαντάει... "Άκουσες το όνομά σου;"

Ο Καστελούσης δεν μίλησε, τον προσπέρασε έκανε την βόλτα του γύρω από τον Άγιο Σίδερο, θαύμασε με τα μάτια και με επιφωνήματα μερικά ωραία κορίτσια που είχαν βγει στις αυλές και στην πλατεία, ίσως και την καλή του, για την οποία και είχε έρθει και ανέβηκε την ανηφόρα για να πάει πίσω στο Καστέλο. Στο ίδιο σημείο, μπροστά του Μήτσου του Δερμετζή το σπίτι (της Σαματάδενας) τον περίμενε το "Λωμιό", που είχε γυρίσει αντίθετα την καρέκλα του, νευριασμένος που ο άλλος δεν τρόμαξε και τον αγνόησε και όταν έφτασε ξανά δίπλα του του ξαναλέει...

"Ξαναστρίβω το μουστακάκι μου, το κάνω σαν αγκίστρι, κι όποιος μιλήσει τώρα δα, του γ@μησ@ τη πίστη!"

Ο Καστελούσης αντί να κάνει μόκο του λέει... "Εγώ θα σου γ@μήσω τώρα ότι έχεις και δεν έχεις..." και τον πιάνει στις γρήγορες και τον κάνει συναίματο και του έσπασε και την καρέκλα στη πλάτη του, ενώ εκείνος φώναζε στο Μαρούλι (που δεν ήταν στο σπίτι να τον ακούσει) να του φέρει το μαχαίρι...

Όταν σε μισή ώρα γύρισε η Μαρούλα από τη χώρα και τον είδε πεσμένο μες τα χωματα και δαρμένο, άρχισε τα καταπλάσματα, αφού πρώτα του ξεπλυνε τα αίματα με εκείνο το μπλε οινόπνευμα (σπίρτο) που βρωμούσε από ένα χιλιόμετρο μακριά! Κι εκείνος να βογκάει και να της λέει παραπονιάρικα... "Πού ήσουν ρε Μαρούλι μου, να με γλιτώσεις και να με τραβήξεις, όπως είχαμε συνεννοηθεί..."

Έκτοτε στον συνοικισμό όταν κάποιος έκανε τον μάγκα, ενώ ήταν χέστης, έλεγαν... "άλλο Λωμιό! "

Σχετικά Άρθρα