Το νόημα της Επανάστασης του ’21 ούτε λησμονείται, ούτε καταστέλλεται

Η ομιλία του Κωστή Μουσουρούλη στην Ημερίδα του Δικηγορικού Συλλόγου για το 1821 στο Ομήρειο
Τρί, 05/10/2021 - 06:51

«Κυρίες και κύριοι, ο Ελλαδικός γεωγραφικός χώρος βρίσκεται στο «μάτι» δυο εκ των κυριοτέρων εμπορικών αξόνων -του οριζόντιου «Δύσης-Ανατολής» και του κατακόρυφου «Βορρά-Νότου»- κατά μήκος των οποίων αναπτύσσονται αντίθετα κοινωνικά, οικονομικά, πολιτικά και πολιτιστικά συστήματα.

Για τον έλεγχο του χώρου, τη νομή της γεωπολιτικής και γεωοικονομικής του αξίας και την τελική επικράτηση του ενός επί του άλλου συστήματος, έχουν καταγραφεί πολυάριθμες συγκρούσεις με, συχνά, ευρύτερο αντίκτυπο. Π.χ. οι νίκες των Αθηναίων στον Μαραθώνα και τη Σαλαμίνα ήταν καθοριστικές για την τύχη του δυτικού συστήματος, όπως και ο Αγώνας του ’21 επίδρασε καταλυτικά στη διαμόρφωση της σύγχρονης Ευρώπης - ήταν η αφετηρία για την αποσύνθεση της αχανούς Οθωμανικής αυτοκρατορίας, τη συγκρότηση του πρώτου ανεξάρτητου εθνικού κράτους στην νοτιοανατολική Ευρώπη και την ενδυνάμωση φιλελεύθερων κινημάτων στην Ευρώπη.

Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος προσδιόρισε ως θεμελιώδες κίνητρο των επαναστατημένων Ελλήνων «την θέληση του Έθνους να υπάρξει». Κάποιοι τον αμφισβητούν. Από τα απειράριθμα γεγονότα της προ-επαναστατικής περιόδου, απομονώνουν οποιοδήποτε μπορεί εύκολα να αρμολογηθεί με οτιδήποτε ταιριάζει στην ιδεολογία, το δόγμα ή τη δοξασία τους. Έτσι χαρακτηρίζουν τον Αγώνα του ’21 ως «ταξικό», την καταστροφή της Σμύρνης ως «συνωστισμό» κ.λπ. Δεν πρέπει να μας απασχολούν.

Η θέληση του Έθνους δεν ήταν όμως απλώς «να υπάρξει», αλλά «να υπάρξει ελεύθερο». Αυτό δηλώνει το συνταρακτικό εθνικό σύνθημα «Ελευθερία ή Θάνατος», συνέχεια της προσταγής «ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς» της Σπαρτιάτισσας προς τον πολεμιστή γιό της, να γυρίσει είτε με την ασπίδα του ζωντανός είτε πάνω σε αυτή, νεκρός και τιμημένος. Σε αυτό το δίλημμα συμπυκνώνεται το βαθύτατα υπαρξιακό, αλλά και πολιτικό, και πνευματικό νόημα του ’21 που διέδωσαν οι Φιλικοί και το υπηρέτησαν οι επαναστατημένοι στα πεδία των μαχών για να το αφομοιώσουν στα πολιτικά και συνταγματικά τους κείμενα – θεμέλια της Δημοκρατίας και του Κοινοβουλευτισμού στην ελεύθερη Ελλάδα.

Καταλυτικό ρόλο στον Αγώνα για την Ανεξαρτησία έπαιξε η προαιώνια γνώση της ναυτικής τέχνης και η ναυτοσύνη, συνδυαστικά βεβαίως με τη διπλωματία και τις εκάστοτε πολιτικοοικονομικές συγκυρίες και αποφάσεις. Αυτό ακριβώς συμπυκνώνει και ο Θουκυδίδης στη μνημειώδη φράση «μέγα τὸ τῆς θαλάσσης κράτος». Μήτρα της ναυτοσύνης είναι η νησιωτική φυσιογνωμία του Ελλαδικού χώρου. Και δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς, αφού ο συντομότερος δρόμος για την αναζήτηση οικονομικής δραστηριότητας ήταν ο θαλάσσιος, δεδομένης της έλλειψης, στα νησιά, των αναγκαίων για μια αυτόνομη οικονομική πρόοδο φυσικών πόρων.

Αυτή ακριβώς η φυσιογνωμία διαμόρφωσε τις συνθήκες για την ανάπτυξη της ναυσιπλοΐας και της ναυπηγικής. Πρώτος ο Μίνωας συγκρότησε Πολεμικό Ναυτικό ελευθερώνοντας θαλάσσιους δρόμους με αποτέλεσμα την ανάπτυξη του εμπορίου, την παραμονή κατοίκων στις παράκτιες πόλεις και τον σχηματισμό των πρώτων αποικιών στον κόσμο, καθώς και των πρώτων ναυτικών βάσεων για τη στρατιωτική τους προστασία. Ισχυρό Πολεμικό Ναυτικό ανέπτυξε και η Αθήνα κατά την κλασική αρχαιότητα - ο Ξέρξης καταναυμαχήθηκε δυο φορές, μία υπό τον Θεμιστοκλή στη Σαλαμίνα, και μία υπό τον Ευρυβιάδη στο Αρτεμίσιο Ευβοίας. Ναυτικό απέκτησαν και οι Βυζαντινοί, μετά τη συγκρότηση ναυτικής διοίκησης, η οποία περιλάμβανε τα βόρεια νησιά του Αιγαίου.

«Μέγα» λοιπόν, «τὸ τῆς θαλάσσης κράτος», αλλά και κατάρρευση του κράτους που αμελεί το ναυτικό του. Τις δυο αυτές όψεις του νομίσματος τις έχει επικυρώσει η ιστορία και στις τρείς αυτές περιόδους.

Ανέφερα προηγουμένως τον ευεργετικό συνδυασμό της ναυτοσύνης με τη διπλωματία και την πολιτική. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, είναι η Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή, το 1774, με την οποία Έλληνες πλοιοκτήτες απέκτησαν δικαίωμα να υψώνουν τη Ρωσική σημαία και να περνούν ελεύθερα τα στενά του Ευξείνου Πόντου μεταφέροντας Ρωσικά σιτηρά. Το δικαίωμα αυτό ήταν η απαρχή για την συγκέντρωση πλούτου, την ανάπτυξη εμπορικού στόλου, και την οικονομική και κοινωνική πρόοδο των νησιών, αφού οι πλοιοκτήτες εκεί «έκτιζαν» τα πλοία τους.

Τα πλοία, εκτός από τα φορτία, μετέφεραν -διά των πληρωμάτων- γνώσεις, ιδέες και δυτικές συμπεριφορές. Έτσι, οι πληθυσμοί άρχισαν να αφομοιώνουν τα πρότυπα της Γαλλικής Επανάστασης και των φιλελεύθερων πολιτικών ενώσεων, των αστικών συλλογικοτήτων αλλά και των μυστικών οργανώσεων. Από αυτή τη διαδικασία γεννήθηκε και η Φιλική Εταιρεία. Μια διαδικασία «εξευρωπαϊσμού», ας μου επιτραπεί ο όρος, η οποία συνεχίζεται μέχρι και σήμερα, ενίοτε με διαλείμματα και αρκετές δυσκολίες. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ενδιαφέρουσα συζήτηση.

Σε όρους 19ου αιώνα πρόκειται για το πέρασμα από τον υπόδουλο Ρωμιό στον Έλληνα πολίτη ενός ανεξάρτητου και φιλελεύθερου κράτους. Θα υπογραμμίσω δυο κύρια και αλληλοσυμπληρούμενα στοιχεία τα οποία συνέβαλαν καταλυτικά στη μετάβαση αυτή, εκτός από τη ναυτοσύνη που προανέφερα.

Πρώτο, η Ορθοδοξία, με την θρησκευτική πίστη, τη συνέχεια της γλώσσας – «ἕνα ἀπό τά πλέον ἀναπαλλοτρίωτα τοῦ Ἔθνους κτήματα» κατά τον Κοραή - αλλά και τα έθιμα και τις παραδόσεις ως στοιχείων πνευματικής αφύπνισης του Γένους.

Δεύτερο, η προγονική μνήμη ως στοιχείο συγκρότησης μιας νέας εθνικής ταυτότητας. Οι επαναστατημένοι γνώριζαν ποιοι ακριβώς είναι. Δεν το νόμιζαν. «Αχιλλέα της Ρωμιοσύνης» αποκαλούσαν τον Καραϊσκάκη. «Βασιλιά των Ελλήνων» αποκαλούσε ο Κολοκοτρώνης τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο.

Ακούστε όμως τον ίδιο τον Υψηλάντη στην προκήρυξη «Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδος» της 24ης Φεβρουαρίου του 1821: «Ἂς καλέσωμεν λοιπὸν ἐκ νέου, ὦ ἀνδρεῖοι, καὶ μεγαλόψυχοι Ἕλληνες, τὴν ἐλευθερίαν εἰς τὴν κλασικὴν γῆν τῆς Ἑλλάδος. Ἂς συγκροτήσωμεν μάχην μεταξὺ τοῦ Μαραθῶνος καὶ τῶν Θερμοπυλῶν. Ἂς πολεμήσωμεν εἰς τοὺς τάφους τῶν Πατέρων μας, οἱ ὁποῖοι διὰ νὰ μᾶς ἀφήσωσιν ἐλευθέρους ἐπολέμησαν καὶ ἐπέθανον ἐκεῖ. …».

Να σημειώσω ότι ο φιλελληνισμός που εκδηλώθηκε στη Δύση δεν είχε σχέση με την αρχαιολατρία, όπως έχει αναφερθεί, αλλά με τη συνάφεια των μηνυμάτων της Ελληνικής επανάστασης με εκείνα των κινημάτων ελευθερίας, και, ασφαλώς, με τα συγκλονιστικά κατορθώματα των επαναστατημένων στα πεδία των μαχών. Και κάτι ακόμα. Τα αλληλοσυμπληρούμενα αυτά στοιχεία συνέβαλαν καταλυτικά στην σύσφιξη των δεσμών μεταξύ των επαναστατημένων ακόμα και όταν δεν μιλούσαν την ίδια γλώσσα, ενώ τα οικειοποιήθηκαν και οι Φιλικοί όχι όμως για να διαμορφώσουν μια αφήγηση για την καταγωγή των Ρωμιών, αλλά για να διευρύνουν την επιρροή τους στους υπόδουλους πληθυσμούς. Και πολύ καλά έπραξαν.

Δεν θα παραλείψω όμως να αναφέρω ότι μια σειρά από στρατιωτικά, από πολιτικά και από διπλωματικά γεγονότα δημιούργησαν «κέρδη» για τον αντίπαλο, ενώ επηρέασαν τη στάση κάθε μιας από τις ξένες δυνάμεις εις βάρος των επαναστατημένων, καθυστερώντας την αναγνώριση της εθνικής Ανεξαρτησίας. Πίσω από τα γεγονότα αυτά κρύβονταν συγκρούσεις συμφερόντων των προεστών, των καπεταναίων αλλά και του κλήρου, κομματικοί ανταγωνισμοί των πολιτικών κ.λπ., οι οποίες προκάλεσαν αρκετές αναταραχές και εμφύλιες διαμάχες.

Η ιστορία «διδάσκει τα πάντα, ακόμα και το μέλλον», κατά τον Λαμαρτίνο. «Στους άλλους και όχι σε εκείνους που την γράφουν», θα προσέθετε ένας βαθύς γνώστης της Ελληνικής ιστορίας.

Επανέρχομαι στη ναυτοσύνη. Ο ρόλος της ήταν και αυτός καταλυτικός για την έναρξη, για την εξάπλωση, για τη διάσωση, σε κρίσιμες στιγμές, και, τελικά, για την επικράτηση της Επανάστασης.

Η Πελοποννησιακή Γερουσία έγραφε στους Yδραίους προεστούς το 1823: «Αναγκαία η διατήρησις του Ελληνικού στόλου προς σωτηρίαν της Eλλάδος... άνευ του οποίου και τυφλοίς δήλον ότι αδύνατον να σωθή η Eλλάς αν και μυρίας μάχας ήθελεν νικήσει κατά ξηράν». «Τίποτα, αρχόντοι, δε φελά, μονάχα το καράβι» βροντοφωνούσε στις δύσκολες στιγμές του Αγώνα ο Κανάρης.

Περιττό δε να αναφέρω, κυρίες και κύριοι, ότι αυτός εδώ ο τόπος δικαιωματικά αισθάνεται υπερηφάνεια, αφού «Χίος» και «Ναυτοσύνη» είναι έννοιες ταυτόσημες. Δεν είμαστε απλά ένα λαός πλεόντων. Οι τρικυμιώδεις θάλασσες δεν βρέχουν απλά τα σώματά μας, βρέχουν και την ψυχή μας.

Έρχομαι στις ναυτικές δυνάμεις. Προεπαναστατικά, τα τρία ναυτικά κέντρα, Σπέτσες, Ψαρά και Ύδρα, διέθεταν μεγάλη οικονομική δύναμη, δεκάδες μικρά και μεγάλα πλοία γερά οπλισμένα και χιλιάδες έμπειρους ναυτικούς που γνώριζαν καλά την τακτική του πολέμου στη θάλασσα, έχοντας αντιμετωπίσει πειρατικές επιθέσεις.

Από πλευράς στρατηγικής, ο ρόλος του συγκεκριμένου στόλου ήταν καθοριστικός στο να αποκόπτει τον ανεφοδιασμό των οθωμανικών στρατευμάτων κρατώντας ελεύθερα τα παράλια, αλλά και να αποβιβάζει ελληνικές δυνάμεις εκεί όπου αυτό ήταν αναγκαίο. Παράδειγμα η μεγάλη απόβαση του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη με 1.500 άνδρες στο Μεσολόγγι τον Νοέμβριο του 1822.

Από το Εμπορικό αυτό Ναυτικό ξεκινά η ιστορία του Πολεμικού Ναυτικού με την είσοδο των τριών νησιών στην Επανάσταση: Σπέτσες, στις 26 Μαρτίου 1821, Ψαρά στις 10 Απριλίου και Ύδρα στις 15 Απριλίου, με σχετική καθυστέρηση λόγω αντιθέσεων μεταξύ προεστών και κατοίκων.

Υπήρξαν βεβαίως και περιστατικά που εξέθεταν την Ελληνική ναυτοσύνη στο εσωτερικό, αλλά και στα μάτια των ξένων δυνάμεων. Εκτός από την ανταγωνιστική σχέση μεταξύ των νησιών για την πρωτοκαθεδρία τους στην εμπορική ναυτιλία και κατόπιν στον Αγώνα - η οποία, συχνά, δημιουργούσε τριβές- σημειώνονταν και κρούσματα απειθαρχίας των πληρωμάτων για τη διανομή των πολεμικών λαφύρων, αλλά και ιδιόβουλης πειρατείας στην οποία τα πληρώματα επιδίδονταν συχνά. Το 1825 στην Αίγινα, σε μια ανάλογη περίπτωση, μια από τις εμβληματικές μορφές του Αγώνα κινδύνευσε με την ίδια του τη ζωή στην προσπάθειά του να επιβάλει την πειθαρχία στο πλήρωμά του.

Αυτή η μορφή είναι ο Ψαριανός Κωνσταντίνος Κανάρης. Ο θρύλος που εμψύχωσε το έθνος και ενέπνευσε ποιητές, όπως ο λόρδος Βύρων και συγγραφείς, όπως ο Βίκτωρ Ουγκώ.

«…Απεκλήθη Κάν-Άρης ή Κανάρης, λόγω του μειλιχίου και σώφρονος χαρακτήρος του, διότι αν και ριψοκίνδυνος, πολεμικός και αποφασιστικός, ενήργει πάντοτε κατόπιν περισκέψεως…» αναφέρει ένα από τα 7 παιδιά του, ο γιός του Αριστείδης, πυρπολητής και αυτός.

Ο Κανάρης, από ναύτης στο εμπορικό πλοίο του θείου του, έφτασε καπετάνιος στα 20 μόλις χρόνια του. Στα 28, πολύπειρος πια ναυτικός, εντάχθηκε στον Αγώνα αμέσως μόλις πληροφορήθηκε την είσοδο του οπλισμένου Υψηλάντη στο Οθωμανικό Ιάσιο, πρωτεύουσα της Μολδαβίας, στις 22 Φεβρουαρίου του 1821, με σκοπό να αποσπάσει την προσοχή της Υψηλής Πύλης από την Ελλάδα αλλά και να επισπεύσει την έναρξη του Αγώνα.

Στις αρχές Μαΐου, Ψαριανοί επαναστάτες υπό τον Ανδρέα Γιαννίτση, καταπλέουν αιφνιδιαστικά στην Ίμβρο, αποβιβάζονται, καταλαμβάνουν το φρούριο, αφαιρούν πολεμοφόδια και το καταστρέφουν. Ο Γιαννίτσης είχε παραπλανήσει τους Τούρκους υψώνοντας στο πλοίο του την Τουρκική σημαία.

Στα τέλη του μήνα, και πάλι Ψαριανοί, υπό τον Δημήτριο Παπανικολή, ανάβουν για πρώτη φορά μπουρλότα και πυρπολούν ένα μεγάλο τουρκικό δίκροτο στην Ερεσσό. Τα δίκροτα διέθεταν δυο στοίχους κωπηλατών, είχαν δηλαδή δυο καταστρώματα. Το μπουρλότο αυτό, εκτός από το δίκροτο, έβαλε φωτιά και στην ψυχή του Κανάρη.

Τον Ιούνιο, ο Κανάρης, καταπλέει με μικρό στόλο στην, κατεχόμενη σήμερα, Λάπηθο της Κερύνειας -στην «Ακτή Κανάρη» όπως ονομάστηκε αργότερα, προκειμένου να συγκεντρώσει βοήθεια από τους Κυπρίους αδελφούς μας. Επιστρέφει στο Αιγαίο με Λαπηθιώτες έτοιμους να πεθάνουν για τον Αγώνα. Ο Δήμαρχος της ηρωικής νήσου των Ψαρών Κώστας Βρατσάνος δεν πρόκειται να ξεχάσει ποτέ την αντιπροσωπεία από τη Λάπηθο που έφτασε στα Ψαρά τον Οκτώβριο του 2013 για να προσκυνήσει την γενέτειρα του Κανάρη. Όπως και εγώ, είναι αδύνατον να ξεχάσω τους μικρούς μαθητές του εξόριστου σχολείου να παρελαύνουν την 25η Μαρτίου στη Λεωφόρο Λόρδου Βύρωνος της Λευκωσίας πάλλοντας τη σημαία των Ψαρών, των Σπετσών και της Ύδρας. Θα αντηχεί για πάντα μέσα μου το σύνθημα «Μάνα Ελλάς σκέπασε και μας, της Κύπρου τα Ελληνόπουλα ποτέ μην τα ξεχνάς». Και κάτι ακόμη. Τυχαίο. Στην Λευκωσία όπου διέμενα επί 2,5 χρόνια, το σπίτι μου βρισκόταν στην περιοχή των Αγίων Ομολογιών, επί της Οδού Κωνσταντίνου Κανάρη.

Μετά από αυτήν την μικρή παρένθεση, επιστρέφω στον πρώτο χρόνο της Επανάστασης, όταν τα ελληνικά πλοία και ιδίως τα πυρπολικά, κατατρομοκρατούσαν τους Τούρκους.

Στις τέλη Μαρτίου του 1822, ο Σουλτάνος Μαχμούτ ο Β’ στέλνει το ναύαρχο Καρά-Αλή Πασά με 34 πλοία στη Χίο με την εντολή όχι μόνο να καταστείλει την εκεί εξέγερση, αλλά και να τιμωρήσει τους Χιώτες για την αχαριστία τους απέναντι στα προνόμια που τους είχε παραχωρήσει χάρη στην παραγωγή μαστίχας. Ο ελληνικός στόλος δεν προλαβαίνει. Και έτσι, στις 2 του Απριλίου, ο πολιτισμένος κόσμος κλονίζεται από την είδηση της ολοκληρωτικής καταστροφής του νησιού και της ανελέητης σφαγής των κατοίκων του από ένα μανιασμένο στίφος στρατιωτών.

Στις 6 Ιουνίου ο Κανάρης εκδικείται τον Καρά-Αλή τινάζοντας τη ναυαρχίδα του στον αέρα, στα ανοιχτά της Χίου απέναντι από τον Τσεσμέ. Ήταν τόσοι πολλοί εκεί πάνω που μονάχα να φτύνανε θα μας έπνιγαν, διηγήθηκε στον Βαλαωρίτη ο ίδιος.

«Μία δύναμις με άρπαξε από τη λιτανεία πριν φύγουμε από τα Ψαρά για την Χίο. Μία δύναμις θεϊκή με γιγάντωσε. Αυτή η θεία δύναμις μου έδωσε θάρρος διά να φτάσω με το πυρπολικό μου στην Τουρκική Ναυαρχίδα. Εις το όνομα του Κυρίου φώναξα εκείνη τη στιγμή. Έκανα το Σταυρό μου και πήδηξα στη βάρκα. Καθώς ξεκίνησα να τους ανατινάξω είπα μέσα μου: Απόψε, Κωνσταντή, θα πεθάνεις για την Ελλάδα!»

Με αυτή του την αφήγηση ο Κανάρης μας διδάσκει τι είναι αυτό που μπορεί μέσα σε μια στιγμή να μετατρέψει έναν κοινό άνθρωπο σε ήρωα. Δεν είναι τίποτε άλλο από την δύναμη που αποκτά η ψυχή όταν αναπνέει το οξυγόνο της πίστης στο Θεό και στα ιδανικά της ελευθερίας.

Τον Οκτώβριο του 1822 ο Κανάρης επαναλαμβάνει το κατόρθωμά του στο λιμάνι της Τενέδου ανατινάζοντας το στόλο του Μεχμέτ Χιουσρέφ Πασά, διαδόχου του Καρά Αλή, που είχε βγει στο Αιγαίο για να ανεφοδιάσει τα τουρκικά φρούρια στην Πελοπόννησο.

Τον Ιούνιο του 1823, μετά από απόφαση της Βουλής των Ψαρών, ο Γεώργιος Σκανδάλης καταπλέει αιφνίδια στο Τσανταρλί της Σμύρνης, το καταλαμβάνει και το πυρπολεί. Ο Σουλτάνος εξοργίζεται και αναθέτει στον Χιουσρέφ να καταστρέψει τα Ψαρά. Οι Ψαριανοί αρνούνται τελεσίγραφο για να εγκαταλείψουν το νησί. Ολοκαύτωμα. Όσοι επέζησαν σκόρπισαν αρχικά στις Σπέτσες, μετά στη Μονεμβασιά, τη Σύρο, την Τήνο και αλλού.

Τον Αύγουστο του 1824 ο Κανάρης θα πυρπολήσει τουρκική φρεγάτα του Χιουσρέφ Πασά κοντά στη Σάμο.

Η πιο τολμηρή του ενέργεια ήταν η απόπειρα να πυρπολήσει τον Αιγυπτιακό στόλο στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας, στις 29 Ιουλίου 1825, για αντιπερισπασμό στον Ιμπραήμ που κυρίευε την Πελοπόννησο. Μπαίνει στο λιμάνι με Ρωσική σημαία αλλά ο άνεμος δεν τον ευνοεί. Τον αντιλαμβάνονται. Ανάβει φωτιά στο πυρπολικό και το στρέφει προς ένα Αιγυπτιακό δίκροτο το οποίο λύνει κάβους την τελευταία στιγμή. Ο Κανάρης διαφεύγει με την βάρκα του κάτω από καταιγιστικά πυρά. Επιστρέφει στην Ελλάδα ως ήρωας.

Το 1827 ανοίγει ο δρόμος προς την πολιτική. Εκλέγεται πληρεξούσιος των Ψαρών στην Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας.

Επί Καποδίστρια διορίζεται διοικητής ναυτικής μοίρας και πολεμά τους Τούρκους, όσο και τους αντικυβερνητικούς στη Μάνη και την Ύδρα. Ο Καποδίστριας δολοφονείται τον Οκτώβριο του 1831 και ο Κανάρης αποσύρεται στη Σύρο.

Επί Όθωνος διορίζεται ναύαρχος, κατόπιν γερουσιαστής και μετά εντάσσεται ενεργά στην πολιτική με το Ρωσικό Κόμμα. Παίρνει μέρος στην επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 για το Σύνταγμα. Μέχρι την εκδίωξη του Όθωνα, στα 1862, χρημάτισε επανειλημμένα υπουργός και δύο φορές πρωθυπουργός.

Το 1864 σχημάτισε ξανά κυβέρνηση και μετά από ένα χρόνο στην εξουσία, παραιτείται και αποσύρεται, στα 75 του χρόνια, στο σπίτι του στην Οδό Κυψέλης 56. Επανέρχεται στην Πρωθυπουργία το 1877, σε ηλικία 82 ετών, μετά τη λαϊκή πίεση για τον σχηματισμό κυβέρνησης εθνικής ενότητας με στόχο την προετοιμασία της χώρας προκειμένου να λάβει μέρος στον Ρωσσοτουρκικό πόλεμο.

Στις 2 Σεπτεμβρίου 1877 πεθαίνει από ανακοπή. Η καρδιά αφαιρέθηκε από τη σορό και φυλάσσεται σε μια ασημένια λήκυθο με την επιγραφή «Χαίρε καρδία Ναυάρχου Κανάρη» στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, ως αιώνιο εθνικό σύμβολο ελευθερίας και ανεξαρτησίας. Στις πλευρές της είναι χαραγμένα με χρυσά γράμματα τα ονόματα της Χίου και των Ψαρών, του Τσεσμέ και της Αλεξάνδρειας.

Κυρίες και κύριοι,

Δυστυχώς, όλο και περισσότεροι, κυρίως νέοι, στέκονται αδιάφοροι και απαθείς απέναντι στα ιστορικά γεγονότα της Επανάστασης. Και αν αυτό συνεχιστεί, θα έρθει μια μέρα που τα εγγόνια μας, όταν θα κοιτούν τον καθρέφτη τους, δεν θα βλέπουν παρά έναν ξένο. Και επειδή στην εποχή μας ανεμίζουν γύρω μας πολλές σημαίες ευκαιρίας, πράξεις αφύπνισης του Ελληνισμού και ανανέωσης του νοήματος της Επανάστασης είναι υπέρτατη υποχρέωση όλων των Ελλήνων και των ηγεσιών.

Ο αείμνηστος πρέσβης Χιακής και αυτός καταγωγής, Βύρων Θεοδωρόπουλος, τις συνοψίζει στο βραβευμένο από την Ακαδημία Αθηνών βιβλίο του «Οι Τούρκοι και εμείς»: «την ελληνοτουρκική σχέση δεν τη διαμορφώνει μόνον η Τουρκία, αλλά και εμείς, έμμεσα ή άμεσα. Η ευρωστία ή η αναιμία της οικονομίας μας, η σταθερότητα ή η αστάθεια της πολιτικής μας ζωής, η γαλήνη ή η αναταραχή στον κοινωνικό μας χώρο είναι στοιχεία που επηρεάζουν την ελληνοτουρκική σχέση. Η φροντίδα ή η παραμέληση των ενόπλων μας δυνάμεων, η ενίσχυση ή αποδυνάμωση της διπλωματίας μας επηρεάζουν τη σχέση αυτή άμεσα». Μια τέτοια πράξη φροντίδας των ενόπλων δυνάμεων και ενίσχυσης της διπλωματίας μας αποτελεί η πρόσφατη αμυντική συμφωνία Ελλάδας – Γαλλίας με την οποία, χωρίς καμιά αμφιβολία, ανοικοδομείται η γεωπολιτική μας ισχύς.

«Λύκος που τριγυρίζει, δεν μένει πεινασμένος», λέει μια τουρκική παροιμία, ενδεικτική των βιωματικών εμπειριών των γειτόνων μας. Το «τριγυρίζει» στην Τουρκική γεωπολιτική στρατηγική σημαίνει διαρκείς, σταθερές ή κλιμακούμενες, προκλήσεις στο Αιγαίο, την Κύπρο, τη Νοτιοανατολική Μεσόγειο, με σκοπό τη δημιουργία νέων αμφισβητήσεων και, κατόπιν, νέων διαφορών με την Ελλάδα, είτε παραβιάζοντας το Διεθνές Δίκαιο, είτε χρησιμοποιώντας το επιλεκτικά ή καταχρηστικά. Και στην περίπτωση που ο λύκος μείνει νηστικός, υπάρχει και το εργαλείο του προσφυγικού δια του οποίου επιτυγχάνει αναβάθμιση ισχύος, πολιτικά και οικονομικά ανταλλάγματα και, ταυτόχρονα, τη δυνατότητα αποσταθεροποίησης των γειτόνων.

Εν πάσει περιπτώσει, όταν οι σύμμαχοί μας εμφανίζουν μειωμένα αντανακλαστικά, θα πρέπει να καλούνται να απαντήσουν σε μια και μόνο διπλή ερώτηση πριν από κάθε σχετική συζήτηση: «Η Ελλάδα δεν ζητά τίποτε, γιατί να δώσει; Η Τουρκία δεν δίνει τίποτε, γιατί να πάρει;». Αυτήν την ερώτηση είχε θέσει στον εαυτό του ο Γεώργιος Παπανδρέου, όταν τέθηκαν υπόψη του αμφιλεγόμενα σχέδια επίλυσης του Κυπριακού.

Εμείς πάντως, ισόβιοι αιχμάλωτοι της δικής μας ιστορίας, των σφαγών, του ολοκαυτώματος και των ηρωισμών, στέλνουμε μήνυμα προς κάθε κατεύθυνση ότι σε αυτό εδώ το απόμερο του Αιγαίου, το νόημα της Επανάστασης του ’21 ούτε λησμονείται, ούτε καταστέλλεται.

Σας ευχαριστώ».

Σχετικά Άρθρα