Χίος, Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου

Ανδρέας Ζυγομαλάς, ένα βιβλίο του Λεωνίδα Πυργάρη

Τρί, 08/07/2014 - 19:51

 
 ANΔΡΕΑΣ ΑΝΤ. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ
 (1890-1914) 
 Ο Χιωτογιαννιώτης ήρωας τών Βαλκανικών Πολέμων (1912-13)
 και του Βορειοηπειρωτικού Πολέμου (1914)
 
 Πριν από έναν χρόνο περίπου, και συγκεκριμένα το Φεβρουάριο τού 2013, «ανακάλυψα» μέσω τού Διαδικτύου το Μουσείο Ζυγομαλά, έδρα τού οποίου είναι ο Αυλώνας Αττικής. Από την πρώτη στιγμή τής «γνωριμίας» μου με τον ήρωα Ανδρέα Ζυγομαλά, δια των πληροφοριών που άντλησα από τη σχετική ηλεκτρονική ιστοσελίδα, συγκινήθηκα. Μου δημιουργήθηκε δηλαδή το ενδιαφέρον να συλλέξω όσο περισσότερες πληροφορίες μπορούσα σχετικώς με τη στρατιωτική και πολεμική δράση αυτού τού ήρωα. Ο κύριος λόγος που με ώθησε σ’ αυτού τού είδους την έρευνα ήταν όχι μονάχα η εν μέρει χιακή του καταγωγή, – από την πλευρά τού πατέρα του ήταν Χιώτης, ενώ από την πλευρά τής μητέρας του Γιαννιώτης – αλλά προπάντων η πληθωρική και έντονη προσωπικότητά του καθώς και η ισχυρή πίστη του στα ιδανικά τής πατρίδος.
 Έτσι λοιπόν, ύστερα από συστηματική έρευνα και μελέτη 14 περίπου μηνών και ύστερα από την αξιοποίηση τής σχετικής βιβλιογραφίας, έχω έτοιμη σήμερα μία μελέτη-μονογραφία επί της πολεμικής δράσεως και προσωπικότητος τού Ζυγομαλά. Δηλαδή ετοιμάζεται ηλεκτρονικώς και θα εκδοθεί σε έντυπη μορφή, προσεχώς, από τις Εκδόσεις «Πυξίδα», εδώ στη Χίο, ένα καλαίσθητο βιβλίο, περίπου 500 σελίδων, το οποίο αφενός καταγράφει την Ιστορία τών δύο Βαλκανικών Πολέμων και του Βορειοηπειρωτικού Πολέμου τού 1914, εντάσσοντας μέσα σ’ αυτήν και τη στρατιωτική δράση και πολεμική ιστορία τού Ανδρέα, και αφετέρου φωτίζει απ’ όλες τις πλευρές τον Ανδρέα Ζυγομαλά: καταγωγή-προγόνους-παιδική ηλικία-σπουδές-στρατιωτική θητεία-ανάλυση προσωπικότητος.
 Θεωρώ ότι αυτό το βιβλίο – με τη συμπλήρωση ενός ακριβώς αιώνα από τη λήξη τών Βαλκανικών Πολέμων και από το θάνατο αυτού τού πολεμιστή (30 Ιουλίου 1914) – είναι η απόδοση τής δέουσας τιμής και το ευλαβικότερο μνημόσυνο σε μια ισχυρή προσωπικότητα. Συνεπώς, θα έχει τη δυνατότητα, δια του συγκεκριμένου βιβλίου, ο κάθε ενδιαφερόμενος να μάθει τα πάντα γύρω όχι μόνο από τη στρατιωτική δράση τού Ανδρέα και την πληθωρική του προσωπικότητα, της οποίας επιχειρήσαμε την ηθική και ψυχική «ανατομία», αλλά και γύρω από την «ατμόσφαιρα» τής εποχής κατά την οποία εκείνος έζησε.
 
 
 Με κάθε τιμή!
 Λεωνίδας Πυργάρης
 Φιλόλογος Καθηγητής
 
Συνοπτική ιστορία τής οικογένειας Ζυγομαλά
 και του Ανδρέα Ζυγομαλά
 Ο Ανδρέας Ζυγομαλάς δεν ήταν κατ’ επάγγελμα στρατιωτικός. Γεννήθηκε το 1890 στην Αθήνα. Πατέρας του ήταν ο Αντώνιος Ζυγομαλάς, καταγόμενος από τη Χίο,[1] και μάννα του η Λουκία Μπαλάνου, με καταγωγή από τα Γιάννενα.[2] Ο Αντώνιος Ζυγομαλάς ήταν επί σειρά ετών υπουργός στις Κυβερνήσεις Δηλιγιάννη, οι οποίες εναλλάσσονταν στην εξουσία με τις Κυβερνήσεις Τρικούπη κατά τα έτη 1885-1902. Ο Αντώνιος λοιπόν είχε ένα μοναχογιό, τον Ανδρέα, ο οποίος είχε σπουδάσει δικηγόρος και ήταν ήδη απόφοιτος τής Νομικής το 1910. Ως παιδί μεγαλοαστικής οικογένειας ο Ανδρέας είχε τέλεια μόρφωση και όλα τα εφόδια για μια λαμπρή σταδιοδρομία ως διπλωμάτης ή ως πολιτικός. Ήδη στα είκοσί του χρόνια μιλούσε απταίστως τρεις ξένες γλώσσες, γνώριζε πιάνο και ήταν αθλητής τής ενόργανης γυμναστικής. Αυτός ο νεαρός, καίτοι μεγαλωμένος μέσα στις μεγαλοαστικές ανέσεις, ήταν ένα εν ενεργεία ηφαίστειο ατελείωτου ενθουσιασμού και ψυχικής και σωματικής ρώμης. Όταν ξέσπασε ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος, είχε ήδη υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία. Ωστόσο, με την έναρξη τού Πολέμου παρουσιάστηκε πρώτος στο στρατολογικό γραφείο για να αποσταλεί στο Μέτωπο. Ήταν στρατιώτης τής 2ης Μεραρχίας (Καλλάρης) και πολέμησε σ' όλες τις μάχες, από την Ελασσώνα ως τη Θεσσαλονίκη. Από τις πρώτες μέρες τού Πολέμου έδωσε δείγματα τής πολεμικής του αρετής και πολύ σύντομα έγινε το όνομά του θρύλος στις τάξεις τού στρατεύματος. Μετά την απελευθέρωση τής Θεσσαλονίκης, ενώ η Μεραρχία του παρέμεινε στη Θεσσαλονίκη ως πολιτοφυλακή, εκείνος παρά ταύτα "έβαλε μέσον" τον ίδιο του τον πατέρα ώστε να του δοθεί φύλλο πορείας για το Μπιζάνι και τον Τομέα τής Ηπείρου. Κατά την άλωση τού Μπιζανίου, ο Ζυγομαλάς πρώτος υπέστειλε την τουρκική ημισέληνο και στη θέση της ύψωσε την ελληνική σημαία. Τέλος πάντων, οπουδήποτε πολέμησε κατά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο διέπρεψε. Με την έναρξη τού ελληνοβουλγαρικού πολέμου, πάλι με το "μέσον" τού ίδιου τού πατέρα του μάχεται ξανά υπό τις διαταγές τού Καλλάρη σ' όλες τις μάχες τού Β΄ Βαλκανικού Πολέμου (Θεσσαλονίκη, Κιλκίς, Τζουμαγιά, Κρέσνα). Όταν τελείωσε και ο ελληνοβουλγαρικός πόλεμος, κατετάγη εθελοντικά στην 9η Μεραρχία και εστάλη στη Βόρειο Ήπειρο. Στη συνέχεια, όταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος, πιεζόμενος από τις Μεγάλες Δυνάμεις τής εποχής, απέσυρε την ελληνική Μεραρχία κατοχής από τη Βόρειο Ήπειρο και επακολούθησε η ανακήρυξη τής Αυτονόμου Κυβερνήσεως υπό το Γεώργιο Χρηστάκη Ζωγράφο, ο Ζυγομαλάς μαζί με άλλους συστρατιώτες του και αξιωματικούς τού τακτικού ελληνικού στρατού εγκατέλειψε τις τάξεις τού ελλ. στρατού και εντάχθηκε εθελοντικά στο πλευρό τού Ζωγράφου και των Βορειοηπειρωτών. Μάλιστα, υπήρξε το "δεξί χέρι" τού συνταγματάρχη και υπουργού Στρατιωτικών τής Αυτονόμου Κυβερνήσεως, του Δημητρίου Δούλη. Η δράση του στη Βόρειο Ήπειρο, κατά το διάστημα από το Φεβρουάριο 1914 έως το καλοκαίρι τού ίδιου έτους ήταν καθοριστική. Όχι μόνο ήταν δεινός πολεμιστής που είχε γίνει ο φόβος και ο τρόμος τών Αλβανών (τού δόθηκε στην Ήπειρο από το Δούλη ο βαθμός τού Λοχαγού τού Πυροβολικού) αλλά παράλληλα είχε ενεργό ρόλο και στο στρατηγικό σχεδιασμό τών εκεί επιχειρήσεων. Αυτός λοιπόν ο μοναδικός στρατιώτης, ο αριστοτέχνης τού πολέμου, που στα δύο χρόνια συνεχών πολεμικών επιχειρήσεων δεν υπέστη ούτε τον ελάχιστο τραυματισμό παρόλο που μετέσχε σ' όλες τις μάχες τών δύο Μεγάλων Πολέμων και διεκπεραίωνε πάντα τις πλέον επικίνδυνες αποστολές, φονεύτηκε μπαμπέσικα και άνανδρα. Τη νύχτα τής 30ής προς 31η Ιουλίου 1914, βρέθηκε σκοτωμένος και αποκεφαλισμένος. Τον σκότωσε αλβανικό χέρι μέσα στη σκηνή του, διότι ο Ζυγομαλάς, ως ο ιθύνων νους τού σχεδιασμού τών στρατιωτικών επιχειρήσεων στη Βόρειο Ήπειρο, ήταν ήδη επικηρυγμένος από τις Μυστικές Υπηρεσίες τής Αυστρίας και της Ιταλίας. Οι δύο εκείνες χώρες τήρησαν τότε σφόδρα ανθελληνικό και ταυτόχρονα φιλοαλβανικό ρόλο, διότι τα γεωστρατηγικά τους συμφέροντα υπηρετούντο πολύ καλά στην περιοχή τής ΝΔ Αλβανίας και της Αδριατικής εν γένει. Δηλαδή ήθελαν την Αλβανία, που τότε σχηματιζόταν ως κράτος, ως δικό τους προτεκτοράτο. Ο ήρωας κηδεύτηκε με μεγάλες τιμές στην Αθήνα στις 4 Αυγ. 1914. Ο πατέρας του, μετά τον τραγικό θάνατο τού παιδιού του, αποσύρθηκε από την ενεργό πολιτική δράση και ιδιώτευσε. Πέθανε δε το 1930 στο Παρίσι από ψυχολογική κατάρρευση. Η μάννα τού πολεμιστή, η Λουκία Μπαλάνου-Ζυγομαλά, υπήρξε γενναιότερη τού ανδρός της: για να μην καταβληθεί και γονατίσει από τον ψυχικό πόνο και την οδύνη, βρήκε ένα συγκεκριμένο νόημα βίου, στο οποίο και διοχέτευσε ολοκληρωτικά τα ενδιαφέροντά της μέχρι και το τέλος της (πέθανε το 1947). Η πονεμένη μάννα επιδίδεται συστηματικά, από το 1915 μέχρι και το 1935 περίπου - που είχε και τις βιολογικές αντοχές - σε ενασχόληση με τη λαϊκή τέχνη. Συγκεκριμένα, ιδρύει, με δικά της οικονομικά κεφάλαια χωρίς να έχει η ίδια το παραμικρό έσοδο, 17 Σχολές Κεντητικής Τέχνης στην ευρύτερη περιοχή τού Αυλώνα Αττικής (στα σημερινά Αρβανιτοχώρια). Σ' εκείνες τις Σχολές προσέλαβε η Ζυγομαλά γυναίκες ηλικιωμένες ως δασκάλες-κεντήστρες, οι οποίες μετέδιδαν την κεντητική τους εμπειρία στις νεότερες. Δηλαδή σκοπός τής ίδρυσης εκείνων τών Σχολών εκ μέρους τής πλούσιας και καλλιεργημένης μεγαλοαστής ήταν βεβαίως η διάσωση τών παραδοσιακών κεντητικών μοτίβων και σχεδίων - που τότε απειλούνταν από τον οδοστρωτήρα τού νεοτερικού ευρωπαϊκού πολιτισμού – αλλά και η ενίσχυση τού εισοδήματος εκείνων τών φτωχών αγροτισσών και κτηνοτροφισσών. Ωστόσο πρώτιστος και βασικός σκοπός τής ίδρυσης τών Κεντητικών εκείνων Σχολών ήταν η αποκατάσταση τής γαλήνης και της ειρήνης στην ψυχή μιας πονεμένης μάννας. Οι Σχολές εκείνες, με την άμεση εποπτεία και επιστασία τής ίδιας τής ιδρύτριας είχαν μια πολύ καλή και πετυχημένη πορεία. Μέχρι και το 1937 περίπου, σημείωναν εμπορική και οικονομική ευρωστία: πωλούσαν τα χειροποίητα κεντήματα σε πλούσιους και καλλιεργημένους Ευρωπαίους περιηγητές καθώς και σε Έλληνες αστούς ευκατάστατους και καλλιεργημένους, έναντι υψηλότατου τιμήματος. Έτσι, οι φτωχές αγρότισσες τής ΒΑ Αττικής, χάρη στην καλλιεργημένη και ευαίσθητη γηραιά κυρία, επί χρόνια είχαν ένα υψηλό εισόδημα. Είναι ευνόητο ότι η ευρύτερη περιοχή τών Αρβανιτοχωριών "έπινε νερό στο όνομα" τής ευεργέτιδός τους. Το 1937 η Λουκία Ζυγομαλά άρχισε να "τακτοποιεί" τις εκκρεμότητές της: κτίζει μια πέτρινη έπαυλη στον Αυλώνα, στην οποία στεγάζει όλα τα πολεμικά και στρατιωτικά ενθύμια τού γιου της. Δηλαδή κατ’ ουσίαν μετατρέπει την οικία της σε Μουσείο Εθνολογικό και Ιστορικό τών Βαλκανικών Πολέμων, δια των κειμηλίων τού γιου της. Στην προσπάθειά της να διασώσει τη μνήμη τού παιδιού της από τη φθορά τού χρόνου, ιδρύει αυτό το Μουσείο, που καλείται ΜΟΥΣΕΙΟ ΖΥΓΟΜΑΛΑ. Το ήμισυ τού συγκεκριμένου χώρου το καθιστά ιστορικο-εθνολογικό Μουσείο. Το δε έτερο ήμισυ κάνει Λαογραφικό Μουσείο και στεγάζει σ' αυτό όσα κεντήματα έμειναν απώλητα μέχρι το 1935. Οπότε, ο εν λόγω χώρος είναι σήμερα ένα σύνθετο Μουσείο, λαογραφικό και συνάμα ιστορικό, υπαγόμενο στο Υπουργείο Πολιτισμού. Είναι ο εν λόγω χώρος μια μικρογραφία τού Μουσείου Μπενάκη. Δεν έχει φυσικά την αίγλη τού Μουσείου Μπενάκη ούτε τον πλούτο τών εκθεμάτων του. Ωστόσο η αξία τού Μουσείου Ζυγομαλά έγκειται κυρίως στα μοναδικά κεντητικά μοτίβα που διασώζει. Ακόμα, η γηραιά κυρία κτίζει στην περιοχή ένα μεγαλοπρεπή ναό, το Ναό Αγίων Αντωνίου και Ανδρέου, ο οποίος μέχρι σήμερα λειτουργείται από τους Αυλωνίτες. Μέσα στο Ναό αυτό, σε ειδική κρύπτη βρίσκονται σήμερα τα οστά τόσο τού Αντωνίου και της Λουκίας όσο και του σκοτωμένου γιου τους (η μεταφορά τών οστών τού Ανδρέα στο Ναό έγινε το 1937 από το 1ο Νεκροταφείο, όπου είχε ταφεί ο πολεμιστής το 1914). Τέλος, η Λουκία Μπαλάνου-Ζυγομαλά δωρίζει στην περιοχή και το Δημοτικό Σχολείο Αυλώνα. Γίνεται αντιληπτό ότι η περιοχή τού Αυλώνα έχει σήμερα σε πολύ μεγάλη εκτίμηση τη συγκεκριμένη οικογένεια, η οποία έδωσε τα πάντα στον Αυλώνα και τα πάντα στην πατρίδα! Τη συγκεκριμένη οικογένεια τιμούν και με το παραπάνω οι Αυλωνίτες. Παρ’ όλα αυτά, στα εκατό χρόνια που πέρασαν από το θάνατο τού ήρωα και στα 78 από την ίδρυση τού Μουσείου, δεν υπήρξε ποτέ μια συστηματική μελέτη που να παρουσιάζει την πολεμική δράση τού Ανδρέα και γενικά το πορτρέτο του. Οι όποιες γνώσεις τών ντόπιων Αυλωνιτών σχετικά με τη στρατιωτική δράση τού πολεμιστή προέρχονται από "στόμα σε στόμα", δηλαδή από την προφορική παράδοση, απ’ ό,τι η ίδια η πονεμένη μάννα μετά το θάνατο τού παιδιού της έλεγε γύρω γύρω στους κατοίκους τής περιοχής. Επειδή λοιπόν συγκινήθηκα πολύ απ' αυτόν τον τύπο ανθρώπου που αντιπροσωπεύει ο Ζυγομαλάς (ενθουσιασμός, ατελείωτη "τρέλλα", αγάπη στην πατρίδα), πραγματοποίησα μια μελέτη, δια της οποίας φωτίζεται όχι μόνο ολόκληρη η πολεμική δράση τού συγκεκριμένου ανθρώπου αλλά και η εποχή. Δηλαδή η εργασία αυτή, στο πρώτο μέρος της, είναι η ιστορία τών Βαλκανικών Πολέμων και του Βορειοηπειρωτικού Αγώνα (1914), με ενταγμένη, μέσα σ' αυτήν, την ιστορία τού ανθρώπου αυτού. Αξιοποίησα προς το σκοπό αυτό κατάλληλη βιβλιογραφία, δια της οποίας παρέχεται επαρκής και κατατοπιστική εικόνα τής εποχής. Στο δεύτερο μέρος τής μελέτης, επιχειρείται μια προσωπογραφία, μια χαρακτηρολογία τού ήρωα, η απόδοση τού πορτρέτου του. Ο ήρωας περνά από "αξονική τομογραφία" και διαγιγνώσκονται όλα τα γνωρίσματα τής προσωπικότητάς του αναλυτικά. Για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων σχετικά με την προσωπικότητα τού ήρωά μας, βάση τής μελέτης μου ήταν οι ίδιες οι επιστολές που αντάλλασσε κατά τη διάρκεια τών Πολέμων ο Ζυγομαλάς κυρίως με τους γονείς του. Απ’ αυτές τις επιστολές φαίνεται ξεκάθαρα σε "ποιον Θεό πιστεύει" ο ήρωας. Φρονώ πως η εν λόγω μελέτη είναι η απόδοση τού προσήκοντος σεβασμού σε μια ισχυρή ηθική προσωπικότητα, η οποία είναι σε θέση - ιδίως σήμερα - να συγκινεί και να εμπνέει προς την κατεύθυνση τού χρέους και του καθήκοντος. Στην περίπτωση τού Ζυγομαλά εκπλήσσεται κανείς αφενός από τις ατελείωτες αντοχές αυτού τού ανθρώπου και αφετέρου από την υψηλή του στρατηγικότητα, την οποία αναγνώριζαν τότε ακόμα και επαγγελματίες στρατιωτικοί! Πώς γίνεται ένας άνθρωπος που δεν φοίτησε στη Σχολή Ευελπίδων ή σε κάποια Στρατιωτική Ακαδημία, αλλ’ απεναντίας ανατράφηκε μέσα "στα πούπουλα" τής αριστοκρατίας και ήταν προετοιμασμένος για τον πολιτικό στίβο, να αποδεικνύεται στο πεδίο τής μάχης ο μέγιστος μαχητής; Φαίνεται ξεκάθαρα πως αυτός ο άνθρωπος ήταν γεννημένος στρατιωτικός, διότι διέθετε όλες τις στρατιωτικές αρετές. Η Χίος και τα Γιάννενα, οι ιδιαίτερες πατρίδες τού ήρωα, αλλά και ο Αυλώνας Αττικής, ο τόπος που φιλοξενεί, εδώ και ογδόντα περίπου χρόνια, το ακέφαλο λείψανο τού πολεμιστή μαζί με τα οστά τών σεπτών γονέων του, μπορούν δικαιολογημένα να σεμνύνονται γι’ αυτόν!
 Χίος: 8 Ιουνίου 2014
 Λεωνίδας Πυργάρης
 
 
 

[1] Οι Ζυγομαλάδες τής Χίου κατάγονται από τους Ζυγομαλάδες τού Άργους και του Ναυπλίου, των οποίων κάποιος γενεαλογικός κλώνος (ο Ιωάννης Ζυγομαλάς) μετοίκησε το 1555 στην Κων/πολη. Γύρω στα τέλη τού 19ου αιώνα, μετοίκησαν από την Πόλη και εγκαταστάθηκαν μέλη αυτής τής οικογένειας στη Χίο. Απ’ αυτούς τους νεήλυδες στη Χίο Ζυγομαλάδες κατάγεται ο ήρωας που εξετάζουμε.
 

[2] Η Λουκία Μπαλάνου είχε καταγωγή από την ένδοξη ηπειρωτική οικογένεια τών Μπαλάνων:
 α) Βασιλόπουλος Μπαλάνος (1694-1765)
 β) Κοσμάς Μπαλάνος (1731-1808)
 γ) Κωνσταντίνος Μπαλάνος
 δ) Αριστείδης Μπαλάνος (Ιωάννινα 1818-Αθήνα 1875): Ο πατέρας τής Λουκίας Μπαλάνου-Ζυγομαλά. Δικηγόρος και πολιτικός. Σπούδασε στην Ιόνιο Ακαδημία τής Κέρκυρας. Δικηγόρος Αθηνών από το 1841. Πληρεξούσιος Αττικής κατά το 1864.
 ε) Σπυρίδων Μπαλάνος (1824-1881)
στ) Σίμος Μπαλάνος (Κέρκυρα 1833-1921)
 ζ) Δημήτριος Μπαλάνος (Αθήνα 1862-1907)
 η) Σίμος Μπαλάνος (Κέρκυρα 1866- )
 θ) Αριστείδης Μπαλάνος (Αθήνα 1876-1950)
 ι) Δημήτριος Μπαλάνος (1877-1959)
ια) Νικόλαος Μπαλάνος (1860-1937)