Χίος, Σάββατο 16 Νοεμβρίου

Η γκρινιάρα κατσίκα

Παρ, 07/09/2018 - 18:21

Ρώσικο Παραμύθι

Εισαγωγή: Ο ρώσικος λαός αγαπάει πολύ τα παραμύθια, τα ρώσικα λαϊκά παραμύθια που δεν αρχίζουν με τη γνωστή μας φράση: Μια φορά κι έναν καιρό αλλά με μια χαρακτηριστική της απέραντης αυτής χώρας φράση: «Μακριά απ’ εδώ, σε τρεις φορές την ένατη χώρα, σε τρεις φορές το δέκατο βασίλειο…».

Τα ρώσικα παραμύθια φανερώνουν πόσο θερμά αγαπά ο λαός τα ζώα και με πόση ακρίβεια παρακολουθεί τη ζωή και τις συνήθειες τους και δεν μιλούν ποτέ περιπαιχτικά για τα ζώα αλλά πάντα με αφέλεια και σέβας.

Το πιο αγαπητό ρώσικο παραμύθι είναι το ‘Γιαρπτίτσα’, το Φλογοπούλι-το μυθικό, μυστικό πουλί, με τις χρυσές φτερούγες που λάμπουν την νύχτα.

 

Αλεξέι Νικολάεβιτς Τολστόι

Η γκρινιάρα κατσίκα

Μια φορά κι έναν καιρό και σ’ ένα μακρινό ρώσικο χωριό ζούσανε ένας γέρος με μια γριά κι είχανε και μια κόρη.Πήρε, λοιπόν, η κόρη μια μέρα τις κατσίκες τους και πήγε να τις βοσκήσει στα βουνά και στα πράσινα λιβάδια. Φάγανε-φάγανε οι κατσίκες χορταράκια και το βραδάκι με τη δροσιά η τσοπανοπούλα τις γύρισε πίσω.

Νταν νταν, ντιν ντιν, κτυπούν ρυθμικά τα καμπανάκια που φοράνε οι κατσικούλες στο λαιμό καθώς περπατούν και μπαίνουνε με την ησυχία τους στην αυλή του χωριατόσπιτου.

Τις ακούει ο γερο-χωριάτης και βγαίνει στην αυλή και τις ρωτά:

-Καλές μου κατσικούλες, φάγατε και ήπιατε;

Και οι κατσίκες του απαντούν:

Φάγαμε και ήπιαμε

στα βουνά βοσκήσαμε

και χορταράκι κολατσισαμε.

Μα, μια κατσίκα πετάγεται και λέει:

Εγώ δεν ήπια, εγώ δεν έφαγα

στο βουνό δεν βόσκησα

και χορταράκι δεν κολάτσισα.

Ακούει ο γέρος την κατσίκα, θυμώνει πολύ και μαλώνει την κόρη του.Έτσι, την άλλη μέρα στέλνει τη γριά του να βοσκήσει τις κατσίκες.Στα βουνά και τα πράσινα λιβάδια τις πήγε η γριά για να βοσκήσουν οι κατσίκες και το βραδάκι με τη δροσούλα τις γύρισε πίσω.

Νταν νταν, ντιν ντιν, ακούει ο γέρος τα κουδουνάκια και βγαίνει στην αυλή.

-Καλές μου κατσικούλες, φάγατε και ήπιατε;

Και οι κατσίκες του απαντούν:

Φάγαμε κι ήπιαμε καλά

στα βουνά βοσκήσαμε

και χορταράκι κολατσίσαμε.

Μα μια κατσίκα πετάγεται και λέει:

-Εγώ δεν ήπια, εγώ δεν έφαγα

στα βουνά δεν βόσκησα

και χορταράκι δεν κολάτσησα…

Ακούει ο γέρος την κατσίκα, θυμώνει και μαλώνει την γριά του. Την άλλη μέρα, σηκώνεται και πάει ο ίδιος να βοσκήσει τις κατσίκες του. Τις πήγε, λοιπόν, ο γέρος στα βουνά , στα πράσινα λιβάδια να βοσκήσουνε και το βραδάκι με την δροσούλα τις γύρισε πίσω στο σπίτι.

Νταν νταν ντιν ντιν τα κουδουνάκια τους χτυπάνε όση ώρα οι κατσικούλες μαζεύονται στην αυλή και όταν όλες θα μπούνε στην αυλή ο γέρος στέκεται μπροστά τους και τις ρωτάει:

-Καλές μου κατσικούλες, φάγατε κι ήπιατε;

Και οι κατσίκες του απαντήσανε:

-Φάγαμε κι ήπιαμε καλά

στα βουνά βοσκήσαμε

και χορταράκι κολατσίσαμε.

Μα, μια κατσίκα πετάγεται και λέει:

-Εγώ δεν ήπια, εγώ δεν έφαγα

στα βουνά δεν βόσκησα

και χορταράκι δεν κολάτσησα…

Την ακούει την κατσίκα ο γέρος, θυμώνει πολύ την αρπάζει κι αρχίζει να την χτυπάει. Πάει το ένα πλευρό της κατσίκας γιατί από το πολύ ξύλο ο γέρος της το έσπασε, μα αυτή κατάφερε να του ξεφύγει και όπου φύγει φύγει. Πήρε το δρόμο για το βουνό κι εκεί που έτρεχε να μπροστά της ένας λαγός… Τρέχει η κατσίκα να τον πιάσει και … πέφτει σ’ έναν γκρεμό…σπάει και το άλλο της πλευρό, πάνε τα πόδια της, πάνε τα χέρια της, τσακίζει και τα μούτρα της και ίσα-ίσα εκεί που κείτονταν τσακισμένη πρόφτασε να πεί:

-Εγώ είμαι η κατσίκα η γκρινιάρα,

που μ’ αγόρασαν μια δεκάρα

που δε με τάϊζαν , δε με πότιζαν

και δε με φρόντιζαν.

Και αντί να πιάσω το λαγό

έπεσα μόνη μου στον γκρεμό

κι’ έχω τα πλευρά σπασμένα

και τα πόδια τσακισμένα

Γδάρθηκαν τα μούτρα μου

κι’ άνοιξε η κούτρα μου.

Αυτά πρόφτασε να πεί η γκρινιάρα κατσίκα κι έκλεισε για πάντα τα μάτια της…

Κι από τότε ο γέρος με τη γριά του και την κόρη τους μαζί με τις καλές τους κατσικούλες όλο χαρές έχουνε. Τέρμα οι γκρινιάρες κατσίκες κι οι μπελάδες…

Μετάφραση-Διασκευή: Τασσώ Γαΐλα

Σημειώσεις:Το παραμύθι αυτό του Α.Τ για πρώτη φορά κυκλοφόρησε στην Ελληνική γλώσσα και σε μετάφραση Γιάννη Ρίτσου το 1956 με τίτλο «Η γκρινιάρα κατσίκα κι άλλες ιστορίες». Το 1984 οι εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ κυκλοφόρησαν τον τίτλο: «Η γκρινιάρα κατσίκα» του Α. Τολστόι σε μετάφραση και πάλι Γιάννη Ρίτσου.

  1. Αλεξέι Νικολάγιεβιτς Τολστόι-Aleksei Nikolaievich Tolstoi : Ρώσος συγγραφέας. Γεννήθηκε στις 10 Ιανουαρίου 1883 στην πόλη Νικολάεφσκ και απεβίωσε στις 23 Φεβρουαρίου 1945,Μόσχα, Ρωσία. Μέλος της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ από το 1939 καθώς και      βουλευτής του ΑνωτάτουΣοβιέτ της ΕΣΣΔ τιμήθηκε με πολλά βραβεία , το παράσημο Λένιν.καθώς και την κόκκινη σημαία της δουλειάς.Τα βιβλία του τιμήθηκαν τρείς φορές με το βραβείο Στάλιν.
  2. Έργα του: Πέτρος ο πρώτος-Κρατικό βραβείο της ΕΣΣΔ,1941/ Δύσκολα έργα-Κρατικό βραβείο της ΕΣΣΔ,1946/ Ιβάν ο τρομερός-Αετός και Αετίνα, 1946-δίτομο/Μαύρος χρυσός, Αδελφές κλπ. Η πρώτη του εμφάνιση στα γράμματα έγινε το 1907 με την συλλογή ποιημάτων Λυρικά.Άλλλος τίτλος του Α. Τ για παιδιά είναι το : Η Μαριάννα και το πουλί της φωτιάς,2006,Σύγχρονη Εποχή.Το πιο γνωστό ίσως έργο του στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό : Το ψωμί/εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή/2012.

Βοήθημα: biblionet.gr

Εισαγωγή: Νίκου Καζαντζάκη: Ιστορία της Ρώσικης Λογοτεχνίας/Εστία 1930.

Τασσώ Γαΐλα

Αρθρογράφος-Ερευνήτρια.

              

Σχετικά Άρθρα

Από τη Θεατρική Ομάδα Νεοχωρίου "Ρότα"
Πέμ, 14/11/2019 - 14:45

Η Ερασιτεχνική Θεατρική Ομάδα, «ΡΟΤΑ», του Πολιτιστικού Επιμορφωτικού Συλλόγου Νεοχωρίου, «Άγιος Μηνάς», επιχειρεί μία σπουδή πάνω στη γαλλική, κλασική φάρσα, την οποία θεωρεί καθαρό θέατρο, αφού υπακούει στην αριστοτελική διαπίστωση ότι είναι μίμηση πράξεως και όχι μίμηση ανθρώπων.

Μέσα από τη διδασκαλία των ρόλων, επιχειρείται να κατανοήσουν οι ερασιτέχνες ηθοποιοί, τον μηχανισμό της φάρσας, στην ουσία το μηχανισμό που φέρνει γέλιο στο θεατή.

Το έργο είναι του πατέρα της γαλλικής φάρσας,

Ζορζ Φεϊντό και συγκεκριμένα το «Ξενοδοχείο Παράδεισος».

Για δεύτερη χρονιά την ευθύνη της ομάδας έχει ο Μανόλης Στάθης.