Το τελευταίο Ζεϊμπέκικο

Δευ, 23/06/2014 - 15:50
Κλειδού

Δεν ήταν κάποιος ξεχωριστός. Ένας κανονικός άνθρωπος ήταν σαν όλους μας. Δεν ξεχώρισε στα γράμματα, ούτε έγινε δήμαρχος ή πρόεδρος, επιστήμονας ή ευεργέτης που να πρέπει να του βγάλουν επικήδειους και ψηφίσματα για την προσφορά του ή να δώσουν το όνομά του σε δημοτικό δρόμο. Δεν ήταν τίποτα το ξεχωριστό, ένας κανονικός άνθρωπος, σαν όλους μας ήταν.

Έφυγε, ο Αποστόλης ο Τελλής. Κάθε μέρα φεύγουν, κανείς δε μένει, θα πει κάποιος. Έλειπα εκτός Χίου όταν το έμαθα. Για μένα ο Αποστόλης είχε φύγει από καιρό. . .

Ερχόμενος στο νησί, βγήκα στο κατάστρωμα του πλοίου και δάκρυσα στη θύμησή του. Ήθελα να τον σκεφτώ. Κι ήρθε στο μυαλό μου η επιμονή του να θέλει να πάμε ένα πρωί στη Μέσα Κλειδού. Εκεί, στην πηγή. Ήθελε να ‘ναι άνοιξη, με ολάνθιστους τους σπάρτους, τις αροδάφνες, να ακούσομε το κακάρισμα της πέρδικας και να μου δείξει το νερό απ’ όπου πίνουν. Έλα, δε θα χάσεις. Θα με θυμάσαι. Πήγαμε.

Όλη η ομορφιά του κόσμου γύρω μας. «Παραδεισένιε μου μπαξέ κι ανθέ μου μυρωδάτε». Κάπως έτσι φανταζόταν ο Αποστόλης τον παράδεισο. Έκοψε δυο κλώνους λυγαριάς, μου έδωσε τον ένα, τον άλλο το κρέμασε στ’ αυτί του. «Όταν περνάς από λυγαριά και δεν κόψεις κλωνάρι, τα νιάτα σου να μη χαρείς κι ας είσαι παλικάρι» έκλεισε το μάτι με νόημα. Μου έδειξε ένα πλατανάκι. «Εγώ το φύτεψα». Είχε φτάσει το μπόι του. Το καμάρωνε και το πρόσεχε σαν παιδί του. «Είδες πόσο μεγάλωσε . . . εμείς θα φύγομε κι αυτό θα μεγαλώνει. . .».

Θε μου σαν ποθάνω κάμε με δεντρό / και παρέκει βρύση με κρυό νερό / να 'ρχονται οι έμορφες να λούζονται /και στον ασκιανό μου να δροσίζονται.

Του Αποστόλη δεν του χαλούσες εύκολα χατίρι. Ο Θεός θα του το χαλάσει;

Τον θυμήθηκα να σηκώνεται από το τραπέζι να πηγαίνει προς τα όργανα και να δίνει παραγγελιά. Ο χορός για εκείνον ήταν κάτι ιερό. Για να είναι ολοκληρωμένη η ιεροτελεστία, έπρεπε να «κολλήσει» στα όργανα. Όπως «δίνεις» στον παπά. Τότε και μόνο τότε ευχαριστιόταν το χορό.

Δεν ήταν εύκολα τα χρόνια της ζωής του. Φτώχεια, προσφυγιά, στρατός, εμφύλιος, πέτρινα χρόνια, στα καράβια μάγειρας, μάγειρας και στην Αμερική. Όλα τα έζησε έντονα και με πάθος. Πέρασε δύσκολα μακριά από την πατρίδα και όλα γινόταν δυσκολότερα από το χαρακτήρα του. Υπερβολικά συναισθηματικός, τέλεια ακατέργαστος, ατόφιος, αληθινός. Βρήκε τον εαυτό του μόνο όταν εγκαταστάθηκε στο πατρικό. Η σύντροφος της ζωής του, η Ελένη, γνώριζε να τον μανουβράρει.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη σκηνή, πέρυσι το Μάη: Είχε αρχίσει το μυαλό του να θολώνει. Τον πήρα με το αμάξι και τον γύριζα. Τον πήγα να δει και να τον δουν οι παλιοί του φίλοι. Τον πέρασα από τα αγαπημένα του μέρη, τον ‘Αγιο Δημήτρη, τον Άγιο Στέφανο, την Κλειδού, πήγαμε ψηλά στη Λειβάδα και επιστρέψαμε σπίτι μου. Έβαλα μουσική. Σε κάποια στιγμή πήγε να σηκωθεί. Τα πόδια του ταλαιπωρημένα από ένα παλιό σοβαρό ατύχημα που του συνέβη χειμώνα καιρό μέσα στα βουνά. Τυχερός ήταν τότε.

Στάθηκε όρθιος, σήκωσε τα χέρια στο ύψος του ώμου και άρχισε να παίρνει στροφές. Χόρευε αργά με το κεφάλι ψηλά. Δεν πατούσε στη γη. Τα βήματα του τον πήγαιναν σε κόσμο μακρινό. Εκεί πρέπει να αντάμωσε το Χάρο. Σιωπή, χωρίς μιλιά, ένα δάκρυ κύλισε στο μάγουλο του. Ήταν η στιγμή που ο Αποστόλης αποχαιρετούσε τη ζωή, την όμορφη ζωή, που δεν τη χόρτασε. Και δεν θα την χόρταινε ποτέ, όσα χρόνια και να ζούσε. Γιατί την αγαπούσε πολύ, μα πάρα πολύ.

Εκεί που πάει θα βρει πολλούς φίλους. Θα έχει χαρά μεγάλη. Είμαι σχεδόν σίγουρος πως θα βάλει το Φανούριο να του παίξει με το μπουζούκι ένα ζεϊμπέκικο. Εκεί κοντά σ’ ένα τσιμεντένιο τραπεζάκι, σαν εκείνα της Κλειδούς, θα τον περιμένουν οι Κουτσούδηδες, οι Πιταούληδες, οι Μπαχάδες, ο Τσατσαρώνης, ο Δάνος, ο Συρρής, ο Παντελίδης, ο Μανίδης, ο Ντόγρης, ο Νικολάου, ο Ψυλάς και τελευταία αφιχθείς ο Ξεντές.

Δεν είχε κάτι το ξεχωριστό ο Αποστόλης. Ήταν όπως όλοι μας. Κι όμως ξεχώριζε. Μπορεί να μην είχε μόρφωση, μα είχε σπουδάσει τη ζωή. Μπορεί να μη διετέλεσε δήμαρχος ή πρόεδρος, αλλά πρόσφερε με πάθος τόσα πολλά στο τόπο και στην κοινωνία, που τύφλα να ‘χουν οι δήμαρχοι. Κι αν δεν έχει καταγραφεί ως ευεργέτης σε βιβλίο Δωρητών & Ευεργετών, σιγά το πράμα. Έδωσε τα πάντα. Πρόσφερε ότι είχε και δεν είχε. Αγωνίσθηκε μέχρι τέλους για το δίκιο και την ομορφιά. Ήταν από τους λίγους, που μπαίνουν μπροστά για να ξελασπώσουν εμάς τους πολλούς.

Λένε πως ο άνθρωπος που δεν έχει εχθρούς είναι άνθρωπος χωρίς αξία. Ε, ο Αποστόλης αποτελούσε την εξαίρεση του κανόνα.

Αντίο φίλε, από όλους εμάς που μένομε πίσω. Είμαστε τυχεροί που σε γνωρίσαμε, που σταθήκαμε δίπλα σου, που αγωνισθήκαμε μαζί σου σε ωραίους και ανιδιοτελείς αγώνες. Καλό σου ταξίδι.

Οι σύντροφοι και οι φίλοι σου, ένοιωθαν την ανάγκη κάτι να γράψουν, κάτι να πουν. . . το έκανα για όλους.

 Νίκος Δαν. Γεωργούλης