Το «Φέρε» του Ματζουράνη, το «Πάρε» του Περρή

Πέμ, 05/08/2021 - 19:22

Για να γίνει σωστά ένα ρεπορτάζ πρέπει να το θέλει και ο… διάβολος.

Αυτός με σκούντησε προχθές να πω του Κωστή Αναγνώστου, πάμε να τραβήξουμε πλάνα στην Κουντουριώτη, να ‘χει ο άλλος (Νέλο Μέσι) για το μοντάζ;

Εδώ να κάνω… διευκρινήσεις. Όταν γυρίζεται μια εκπομπή, εν προκειμένω η «Φτου και βγαίνω» ο εικονολήπτης βάζει τον δημοσιογράφο να κάνει τον… ηθοποιό, προσωπικά με τσατίζει και το ξέρουν οι εικονολήπτες. Έχουν δίκιο όμως, γιατί βάζοντάς σε να ανοίγεις και να κλείνεις πόρτες, να μπαίνεις και να βγαίνεις από δρόμους βοηθάει μετά στο μοντάζ, τον άλλο συνάδελφο, που κάνει αυτή ακριβώς τη δουλειά.

Ενώ λοιπόν είχαμε τελειώσει το γύρισμα της εκπομπής για τον οδό Κουντουριώτου, (δεν έχει προβληθεί ακόμα) την οποία μας βοήθησε με τις πολλές γνώσεις του ο Βασίλης Αγιανίδης, κάτι με τριβέλιζε και λέω του Κωστή. «Πάμε να με τραβήξεις κανένα πλάνο παραπάνω;»

Εκείνος παραξενεύτηκε, αλλά προκειμένου να μην έχει την γκρίνια μου, με περίμενε να ‘ρθω ξανά στο χώρο για κάποια τελευταία πλάνα.

Και εδώ το κάνει ο… διάολος (τι σας έλεγα;) την ώρα που έκανα ότι μπαίνω σε μια πόρτα στην οδό Κουντουριώτη 12 με βλέπει μια κοπέλα, που κάτι μου θύμιζε.

Α, κύριε Τζούμα, ήρθατε στο σπίτι μας απ’ έξω και δεν το ξέρει η μαμά. Αν το μάθει να στεναχωρηθεί πολύ.

Μέχρι να… στεναχωρηθεί είχαμε φτάσει στην πόρτα του παλιού αρχοντικού, που τώρα η νοικιάρισσα, και μητέρα της μικρής ποια ήταν; Η κόρη του Νίκου του Περρή, η Ελένη.

«Γιάννη, πέρασε μέσα», με καλοδέχτηκε,  άρχισε να μου δείχνει το σπίτι, οπότε σε μια γωνιά τι βλέπω;

Μένω κάγκελο, που λένε, στον τοίχο πίνακες του Γιαλούρη, στη φωτογραφία ο κυρ Νίκος την εποχή της νιότης και της δόξας και όλα αυτά στο λιτό γραφείο του γίγαντα της χιακής δημοσιογραφίας, για μισό σχεδόν αιώνα.

Βρισκόμουν μπροστά στο γραφείο του Νίκου Περρή, εκεί που δεκαετίες γράφτηκαν τα σημαντικότερα γεγονότα του νησιού σε δύσκολα ταραγμένα χρόνια και μάλιστα πάνω στο γραφείο βρισκόταν και το τελευταίο χειρόγραφό του.

«Ήρθε και το πήρε η Μίτσα», μου λέει η Ελένη, η κοπέλα στη λινοτυπική μηχανή, που τότε ήξεραν τον δημοσιογράφο, όπως τώρα μας ξέρει εμάς ο… υπολογιστής μας.

«Και μου λέει. Ελένη, πρώτη φορά ο κύριος Νίκος, δίνει χειρόγραφο με παύλα».

Τελεία και… παύλα. Πάντοτε έδινε χειρόγραφα με τελεία φυσικά, αλλά αυτή τη φορά έβαλε και παύλα.

Ο μεγάλος Περρής διαισθάνθηκε τον θάνατό του.

Στεκόμουν χάρη στον άγιο δαίμονα της δημοσιογραφίας, μπροστά στο γραφείο του Νίκου Περρή και κρατούσα το τελευταίο χειρόγραφό του!

Ο Κωστής τα ‘χασε, με πήραν τα… ζουμιά, δεν ήξερα αν έπρεπε να τραβήξει ή θα βρει τον μπελά του. Τελικά δεν ξέρω αν το τράβηξε, αλλά εγώ βρισκόμουν στον κόσμο μου και απ’ το δάκρυ το ‘ριξα στο… γέλιο.

Σου λέει ο μικρός, «πάει τα ‘παιξε ο μεγάλος» αλλά πού να ‘ξερε τι μου θύμισε το χειρόγραφο.

Δεκαετία του 1980 στον Χιακό Λαό, απόγευμα, λίγο πριν κλείσει το φύλλο, οπότε έγινε η καθιερωμένη… ιεροτελεστία.

Ακούστηκε η φωνή του τυπογράφου Αριστείδη Ματζουράνη.

Να διευκρινίσω ότι βρισκόμαστε ακόμα στην εποχή της λινοτυπίας, η εφημερίδα για να κλείσει, πριν «δεθεί» να πάει στο πιεστήριο, έπρεπε να καλυφθεί και η τελευταία της τρύπα. Επίσης να διευκρινίσω ότι οι τυπογράφοι εκείνης της εποχής είχαν άποψη, όχι μόνο εννοείται τεχνική, αλλά και… δημοσιογραφική, είχαν δε και ανάλογο επίπεδο (η παράδοση τοπικά παραμένει και στους σημερινούς και μάλλον…τελευταίους).

Εμένα για παράδειγμα, που έχει πετάξει, όχι θέματα, ολόκληρα πρωτοσέλιδα ο Κώστας Ζήσιμος, επειδή… διαφωνούσε με το θέμα!

Ακούστηκε λοιπόν η φωνή του Ματζουράνη.

«Φέρε». Αυτό ήταν σήμα ότι υπήρχε… τρύπα. Τότε ο Νίκος Περρής, τελευταία το έκανε «σκάβοντας», έγραφε τρεις γραμμές και στην κυριολεξία πέταγε το χαρτάκι από τον ημιώροφο, έτσι λέγαμε τιμητικά το… πατάρι (ήμασταν τότε στην οδό Βενιζέλου) στο ισόγειο, στο τυπογραφείο, λέγοντας χαρακτηριστικά τη λέξη «Πάρε».

Ο Αριστείδης έπιανε το χαρτάκι στον αέρα και άρχιζε γράμμα το γράμμα, στοιχείο το στοιχείο, στο χέρι, να κλείνει την… τρύπα.

«Ο ιατρός κύριος τάδε, αφίχθη χθες την πρωίαν, με το πλοίο της γραμμής, απουσιάζων σε σχετικό σεμινάριον».

«Χεστήκαμε» ακουγόταν το σχόλιο του Αριστείδη, η εργασία όμως ολοκληρωνόταν και σε λίγο ακουγόταν ο θείος ήχος της τυπογραφικής μηχανής.

Την επομένη πάλι τα ίδια.

«Φέρε» - «Πάρε».

«Αναχώρησε χθες τις απογευματινές ώρες ο πολιτευτής κύριος τάδε, μετά της χαριεστάτης συζύγου του εις το κλεινόν άστυ…».

«Χεστήκαμε» ο Αριστείδης και ούτω καθ’ εξής, μέχρι που έγινε η… επανάσταση.   

Φεύγει ένα μεσημέρι ο Περρής και μένω στη βάρδια εγώ, οπότε… αμάν, ακούω «Φέρε».

Μεγάλη δουλειά αυτό, γιατί το πρόβλημα δεν ήταν να σε εμπιστευτεί φεύγοντας ένας Περρής, έπρεπε να το εγκρίνει και ο… Ματζουράνης.

«Πάρε» του φωνάζω και εγώ και πετάω το… χαρτάκι.

«Μην πετάτε αποτσίγαρα. Κίνδυνος φωτιάς στο δάσος»

«Δώστε μια φιάλη αίμα, σώζεται μια ζωή»

«Το κράνος είναι…μαγκιά»

Κάθε μέρα και κάτι καινούργιο, ο Ματζουράνης τσιμουδιά. Έκλεινε τις τρύπες με ό,τι γούσταρε και κυρίως χωρίς να… χέζεται.

Είχαμε αλλάξει εποχή.

Αυτό με τα χειρόγραφα των… τρυπών, δεν το αναφέρω για να υποτιμήσω τον γίγαντα Περρή. Άλλωστε έβλεπα ζωντανά, πως για να βγει μεροκάματο κάποιος μπορούσε από το να γράφει το μνημειώδες «Ο Κάμπος της Χίου» μέχρι τις αφιξο - αναχωρήσεις των… επωνύμων.

 

Υ.Γ: Όσοι σε σχέση με το πώς είναι σήμερα τα δημοσιογραφικά μέσα, αναρωτιούνται πόσα έτη φωτός πριν γίνονταν αυτά, τους πληροφορώ ότι πέρασαν μόλις… 40 χρόνια!

Σχετικά Άρθρα