Χίος, Τετάρτη 24 Ιουλίου

Η μυρωδιά της… Σύνοψης

Γιάννης Τζούμας
Παρ, 26/04/2019 - 09:56

Υπήρχε πάντα μέσα στο εικονοστάσι στην κρεβατοκάμαρα των γονιών.

Δίπλα της το καντήλι αναμμένο και ένας Χριστούλης, νέος και όμορφος.

Πίσω ο Αϊ Νικόλας αυστηρός και προστατευτικός για τον πατέρα που πάλευε με τα κύματα.

Εκείνη εκεί, χοντρή για τα μεγέθη ενός βιβλίου, μικρή όμως στο ύψος και βολική για ανάγνωση στο χέρι μέσα στην Εκκλησία την Μεγάλη Εβδομάδα.

Σαν ιεροτελεστία θυμάμαι την μητέρα να την κατεβάζει και να την κρατάει τις ατέλειωτες ώρες του Εκκλησιασμού, που για μας ήταν κάτι ως υποχρεωτικός καταναγκασμός και παιχνίδι αλλά και ευλάβεια και σεβασμός, για τα Πάθη του ωραίου εκείνου στα εικονίσματα.

Ο παπά Λίλιγκας με τα πένθιμα άμφια του στην ωραία πύλη, κάτω το εκκλησίασμα, στη μέση ο Επιτάφιος στολισμένος από όλη την πιτσιρικαρία, που μαδούσε στην κυριολεξία όλους τους κήπους, γύρω τα κορίτσια να ψέλνουν τα εγκώμια, πίσω στο παγκάρι η κυρία Αρτεμισία Κλήμη, ο Θείος… γκουρού της γειτονιάς να επιτηρεί αυστηρά την ησυχία στο Εκκλησίασμα, τον παπά Λίλιγκα αν τάλεγε… σωστά, τα βλέμματα που δεν ήταν τόσο κατανυχτικά, εμάς που αν και παπαδάκια πεταγόμαστε μέχρι το Ιερό και από εκεί από την πίσω πόρτα για κανένα μπομπάκι και μετά πάλι μέσα και όλα αυτά ταυτόχρονα.

Ησυχία, κατάνυξη, μυρωδιές από κερί και μπαρούτι και λιβάνι που πότιζε τα πάντα και κυρίως τα φύλλα της Σύνοψης, που μπορεί να ήταν ποτισμένα και με δάκρυα.

«Αρατε πύλας». Από μικρός είχα την απορία τι γίνεται μέσα την ώρα που ο παπάς μας χτυπούσε με δύναμη την πόρτα του Αγιου Νικόλα, που είχε «σφραγίσει» μέχρι που μπήκαμε μια φορά κλεφτά με τον συμμαθητή μου τον Γιώργη και είδαμε την κυρά Αρτεμισία με την βοήθεια της μικρής Λουκίας, να κάνει δήθεν τη… δύσκολη στο άνοιγμα, αν είναι δυνατόν.

Στο τρίτο και πιο δυνατό χτύπημα ξεμαντάλωναν από την μια η Αρτεμισία και από την άλλη η Λουκία και η πόρτα άνοιγε θριαμβευτικά, για να μπεί μέσα το εκκλησίασμα πατείς με, πατώσε, μέχρι να μπούν όλα αυτομάτως στη θέση τους, αφού ο καθένας είχε το στασίδι του και το χώρο του και η μάνα το δικό της, εκεί μαζί με την Σύνοψη.

Και τα χρόνια κύλαγαν και τα παπαδίστικα τα έβαλαν οι μικρότεροι που περίμεναν υπομονετικά. Και ύστερα ήρθαν οι σπουδές, ο Στρατός, οι δουλειές, η οικογένεια και οι έννοιες και μεγάλοι μαζευτήκαμε να αποχαιρετίσουμε την κυρά Αρτεμισία, που γαλήνια πήγε στον Θεό της κι΄ άλλαξαν όλα και σκορπίσαμε στα πέρατα της γής και οι Επιτάφιοι άρχισαν να στολίζονται από… λουλουδάδικα και οι γειτονιές να χάνουν το νόημα και το άρωμα τους, μέχρι και οι ψαλτάδες έφτασαν να διαβάζουν από… τάμπλετ.

Κι’ απέμειναν πολλά ακόμα, τα έθιμα, το στήριγμα μας, το νόημα των Παθών και της Ανάστασης, η Εκκλησία ως μόνος χώρος, που μπορείς να ακούσεις την αρχαία λαλιά των προγόνων και απέμεινε και η Σύνοψη στο εικονοστάσι, περιμένοντας τα χέρια της μάνας, μυρίζοντας λιβάνι, καμένο κερί και δάκρυα.

 

Υ.Γ. Αφιερωμένο στη μνήμη του συμμαθητή μου του Γιώργη, που δεν μπόρεσε να τον σώσει ο Αγιος Νικόλας και τον κατάπιαν παλληκάρι τα κύματα και της Λουκίας που κοριτσάκι ακόμα κάηκε στην φωτιά ενός Καθαριστηρίου, που όλοι οι  παλιοί θυμούνται

 

 

 

 

Σχετικά Άρθρα

Γιάννης Τζούμας
Τρί, 23/07/2019 - 18:09

Αυτό είναι το ερώτημα της επόμενης μέρας στη χάρη της, ερώτημα που το απευθύνουν όσοι δεν μπόρεσαν να προσκυνήσουν.

Ένα ιδιότυπο προσκύνημα… ελληνικό. Άλλος το κάνει επειδή είναι βαθιά θρησκευόμενος, οι περισσότεροι εδώ που τα λέμε μεταξύ μας Αλα γκρέκα, κάτι μεταξύ Αγίου, κολλητού και φίλου, κάτι μεταξύ παρακαλετού στην ανάγκη, παρηγοριάς αλλά και βλασφημίας.

Μόνο αν τα βάλεις έτσι κάτω, βλέπεις την ευθεία γραμμή που μας ενώνει με τους αρχαίους προ-προ-προ παππούδες μας.

Κοινοί Θεοί αλλά και διαφορετικοί, γενικοί αλλά και τοπικοί και η ζωή συνεχίζεται με τις θρησκείες να αλλάζουν σκυτάλη αλλά την νοοτροπία μας να μένει η ίδια.

Γιατί μαζευόμαστε στο ίδιο σημείο στις 22 Ιουλίου;

Μα γιατί μαρτύρησε η Αγία των βορειοχώρων, η Παναγιά της Αμανής.

Εδώ είναι όπως το αυγό με την κότα (συγνώμη που δεν μπορώ να το γράφω αβγό, αλλά δεν μου βγαίνει). Δεν ξέρουμε ποιός προηγείται τίνος.

Προηγήθηκε η Αγία ή η ανάγκη των Χίων να έχουν έναν κοινό τόπο συνεύρεσης για το εμπόριο, τις επαφές τους, το αλισβερίσι τους, τις συμφωνίες τους, τα παντρολογήματα τους;

Και αυτός ο κοινός τόπος είναι θρησκευτικοί χώροι αλλά και χώροι γλεντιού. Ο έλληνας από… γενέσεως κόσμου κράταγε από το ένα του χέρι το ντουφέκι της λευτεριάς, από το άλλο μια κούπα κρασί και είχε το στόμα ανοιχτό να δεχθεί την Θεία κοινωνία.

Οι αυλές των Εκκλησιών είναι τόποι συνεύρεσης στη λύπη αλλά και στην χαρά, η κηδεία δίνει το χέρι της στο πανηγύρι και το ανάποδο.

Μετά πρέπει λίγο να μπορέσουμε να συνειδητοποιήσουμε την νεότητα μας μέσα στην ιστορία. Ούτε μια σταγονίτσα της δεν είμαστε.

Έχουμε σκεφθεί για παράδειγμα ότι οι αμαξιτοί δρόμοι είναι… ανακάλυψη του προηγούμενου αιώνα;

Πριν μόλις 100 χρόνια, τίποτα δεν είναι μέσα στην ιστορία, οι συνάδελφοι μας στις τοπικές εφημερίδες πανηγύριζαν γιατί επιτέλους ο μουλαρόδρομος προς τα Μεστά θα γίνει δρόμος για άμαξες.

Ας μην μακρηγορήσομε, οι δρόμοι παλαιότερα ήταν θαλάσσιοι και αν δείτε καλά τον χάρτη και την εποχή η Αγία Μαρκέλλα ήταν ένας ιδανικός τόπος συνεύρεσης.

Η αγωνία όμως πόθεν προκύπτει; Να είναι… ενοχή; Να είναι τάμα ζωής; Να μην ξέρουμε τι είναι όπως και οι τούρκοι Μουσουλμάνοι του Πόντου δεν ξέρουν γιατί τον Απρίλη εδώ και 500 χρόνια τσουγκρίζουν κόκκινα αυγά; Ας μην το αναλύσουμε παραπάνω. Ας μείνουμε στο ερώτημα και την ουσία του.

Και αυτή είναι ότι θα θέλαμε να μην απουσιάζει κανείς.

Άρα ας δούμε το θέμα από διαφορετική βάση, απ’ αυτήν που το βλέπει η Εκκλησία, τόσο απλοποιημένα και τόσο σοφά. Ενισχύει τα παιδιά της Αμανής.

Ας το δούμε έτσι. Η Αγιά Μαρκέλλα δεν γιορτάζει μόνο τον Ιούλη, γιορτάζει για να μας θυμίζει την εγκαταλειμμένη Βόρεια Χίο, να μας θυμίζει ότι πολλοί υπερηφανευόμαστε για τα ταξίδια μας στο εξωτερικό αλλά ελάχιστοι για την βόλτα μας σε ένα από τα πανέμορφα χωριά της Αμανής. Εκεί που η Αγιά Μαρκέλλα κατοικεί 365 μέρες το χρόνο.

 

Υ.Γ. Τα μισά χεράκια που έπαιρναν το δώρο της Αγίας και φιλούσαν το χέρι του Δεσπότη είχαν Αλβανικά επώνυμα. Αν τότε που έρχονταν τα μιλιούνια των Σύρων είχαμε τα μυαλά μας ανοικτά και προσφέραμε 50 -100 από τα κουφάρια των χωριών της Αμανής σε προσφυγικές οικογένειες σήμερα τα παιδιά θα ήταν πολλαπλάσια. Δεν πειράζει τα χαρίσαμε στην Μέρκελ να γίνουν… Γερμανάκια.

Το ίδιο και όταν μας έλεγαν να φέρουμε Ποντίους από την Ρωσία, αυτοί που ξέρουν γιατί βάφουν κόκκινα αυγά την Ανάσταση, γιατί οι πρόγονοι τους οι βιαίως εξισλαμισθέντες στον αυθεντικό Πόντο δεν ξέρουν.