Η Έξοδος

Κυρ, 23/01/2022 - 18:58

Αγαπητή Αλήθεια,

ως γνωρίζεις η Ελλάδα το 1922 ήταν μια φτωχή και εξαθλιωμένη χώρα. Η ενσωμάτωση του μικρασιατικού στοιχείου πέρασε από σαράντα κύματα. Ας είμαστε ειλικρινείς.

Ο παππούς μου +Τάσος Καλογεράκης (πέθανε πρόσφυγας στο Χαλέπι της Συρίας, το 1943) έλεγε ότι ένα πρωί το Καλογέρικο περιβόλι, του Παγιαύλα και του Κάββουρα (μετέπειτα συνοικισμοί) γέμισαν πρόσφυγες μέσα στο κρύο και την υγρασία.

Στην πλατεία Βουνακίου πωλούσαν τα άλογα του αποδεκατισμένου, εκστρατευτικού στρατεύματος και οι στρατιώτες τα ρούχα τους για ένα πιάτο  φαγητό. Σας καταθέτω μια άλλη προσφυγική θέση με ειλικρινή διάθεση.

Μαρτυρίες μικρασιατών προσφύγων για την άφιξή τους στην Ελλάδα.

Μαρτυρία Νικολάου Παπανικολάου από το χωριό Σαζάκι που βρίσκεται στη χερσόνησο της Ερυθραίας, απέναντι από τη Χίο.

Όταν ήρθαμε στη Χίο ήμαστε περισσότεροι από τους ντόπιους. Υποφέραμε εμείς, αλλά υπόφερε κι η Χίος πολύ. Ούτε αγκάθια δεν είχαν μείνει. Άλλος πήγαινε για ξύλα, άλλος για κουκουνάρες ...

Μας κυνηγούσαν πολύ οι αγροφύλακες κι όλος ο κόσμος. Άλλος ζητιάνευε, άλλος πήγαινε στα περιβόλια.

Ό,τι έβρισκε ο καθένας, έπαιρνε για να ζήσει.

Στη Χίο έμεινα ένα χρόνο. Μετά πήγα Πάτρα, Κόρινθο και τελικά στο Βέλο. Εκεί έκανα μερικά χρόνια, έχω και σπίτι. Από το Βέλο ήρθα στην Αθήνα και μετά πήγα στην Αλεξανδρούπολη, στην αδελφή μου, κι άνοιξα εστιατόριο. Σε λίγο μου κάηκε το μαγαζί κι άνοιξα άλλο εξοχικό. Εν τω μεταξύ αρρώστησα και ξαναγύρισα στο Βέλο. Εκεί καλλιεργούσα περιβόλια.

Έφυγα όμως πάλι κι ήρθα στην Αθήνα για καλύτερα.

Η Έξοδος (έκδοση του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών), τόμ. Α', σ. 76-77.

Με εκτίμηση, Αναστασία Μανδάλα

 

Άλλες απόψεις: Της Τασούλας Μανδάλα