«Άγρια παιδιά»: Ακραίες περιπτώσεις παιδικής παραμέλησης και τι μας δίδαξαν για την ανθρώπινη φύση

Γεννιέται ο άνθρωπος με μία εκ γενετής γνώση της γλωσσικής επικοινωνίας και των πολιτισμικών προτύπων ή διδάσκονται σε αυτόν;
Δευ, 13/01/2025 - 12:43

Ο όρος «άγριο παιδί» (στα αγγλικά «feral child») χρησιμοποιείται για να περιγράψει παιδιά τα οποία σε κρίσιμη ηλικία ανάπτυξης δεν έχουν κοινωνικοποιηθεί με αποτέλεσμα να μην εκφράζουν γλωσσικούς κώδικες επικοινωνίας ή οποιοδήποτε κοινωνικά διαμεσολαβημένο επικοινωνιακό πρότυπο. Μπορούμε να χωρίσουμε τις περιπτώσεις άγριων παιδιών που έχουν καταγραφεί σε δύο κατηγορίες: Αυτά που μεγάλωσαν έχοντας ως μοναδική αλληλεπίδραση τους αυτή με άλλα ζώα, εκτός του ανθρώπου, κι αυτά που μεγάλωσαν σε πλήρη απομόνωση. Το να ενημερωθούμε για αυτές τις τραγικές περιπτώσεις παιδιών που μεγάλωσαν με πλήρη αποστέρηση ανθρώπινης επαφής δεν ενέχει μόνο περιέργεια και ενδιαφέρον για το πόσο ακραία πράγματα μπορεί να επιζήσει ο άνθρωπος ή να επιβάλει σε άλλους του είδους του, αλλά και επιστημονικό ενδιαφέρον, τόσο για το πεδίο της ψυχολογίας, όσο και της κοινωνιολογίας και της ανθρωπολογίας. Αφότου εξετάσουμε κάποιες από τις πιο διάσημες περιπτώσεις άγριων παιδιών που έχουν καταγραφεί στην ανθρώπινη ιστορία, θα εξετάσουμε σε ποια συμπεράσματα οδήγησε η μελέτη και η παρατήρηση τους τους επιστήμονες.

Παιδιά που μεγάλωσαν με ζώα: Σκύλοι, λύκοι και μαϊμούδες

Η Oxana Malaya ήταν μόλις εφτά χρονών όταν βρέθηκε από τις αστυνομικές αρχές στην αυλή του σπιτιού των γονιών της, σε ένα χωριό της τότε ενταγμένης στην Σοβιετική Ένωση Ουκρανίας. Περπατούσε μονάχα στα τέσσερα, γαύγιζε, καθαριζόταν γλύφοντας τον εαυτό της, έτρωγε και κοιμόταν στο πάτωμα. Η Oxana είχε περάσει τα πρώτα εφτά χρόνια της ζωής της συναναστρεφόμενη μονάχα σκύλους στην αυλή του σπιτιού της˙ οι αλκοολικοί γονείς της δεν της έμαθαν ποτέ να μιλάει, να περπατάει στα δύο και δεν της πρόσφεραν καμία κοινωνική αλληλεπίδραση. Ως αποτέλεσμα, η Oxana, περιτριγυρισμένη από σκύλους, ήταν πεπεισμένη ότι ήταν επίσης σκύλος και συμπεριφερόταν μονάχα ως τέτοιος. Όταν η Πρόνοια την απομάκρυνε από την οικογένεια της, δυσκολεύτηκε αρκετά να υιοθετήσει τους ανθρώπινους τρόπους. Ωστόσο σταδιακά έμαθε να μην περπατάει στα τέσσερα και να παίρνει μέρος σε καθημερινές ανθρώπινες δραστηριότητες όπως το να κοιμάται σε κρεβάτι, να πλένει τα δόντια της, να φοράει ρούχα και διδάχθηκε ακόμη και το πώς να μιλάει. Η τελευταία της συνέντευξη ήταν το 2013, όπου δούλευε σε μία φάρμα με αγελάδες. Πλέον έχει κοινωνικές επαφές με πολλούς ανθρώπους και ξέρει να μιλάει, αν και με κάποιες δυσκολίες. Θεωρείται μία από τις πιο επιτυχημένες περιπτώσεις άγριων παιδιών.

Μία άλλη περίπτωση, εκείνη της Βρετανό-Κολομβιανής Marina Chapman, θεωρείται επίσης μία επιτυχημένη περίπτωση, αν και πολύ πιο κινηματογραφική. Η Chapman γεννήθηκε κάποια στιγμή γύρω στο 1950 σε ένα χωριό της Κολομβίας. Για άγνωστους λόγους οι συγχωριανοί της σε μικρή ηλικία την εγκατέλειψαν στην ζούγκλα και η Chapman έπρεπε να επιβιώσει μιμούμενη τους τρόπους των μαϊμούδων. Για πολλά χρόνια αποτελούσαν την μόνη της συναναστροφή, ώσπου κάποιοι κυνηγοί την βρήκαν και την επανάφεραν στον πολιτισμό. Από εκεί βρέθηκε σε έναν οίκο ανοχής στην πόλη Κούκουτα˙ την έδιωξαν, ωστόσο, εφόσον με το ζόρι μπορούσε να αρθρώσει μερικές λέξεις και συνέχιζε να παρουσιάζει ορισμένες συμπεριφορές που θύμιζαν τις μαϊμούδες με τις οποίες μεγάλωσε. Αργότερα προσπάθησε να επιζήσει στους δρόμους, ώσπου κατέληξε να γίνεται υπηρέτρια μίας τοπικής οικογένειας μαφιόζων. Ευτυχώς, μία γειτόνισσα της την έστειλε στη Μπογκότα, να ζήσει υπό την προστασία της κόρης της. Η Chapman ήταν τότε μόλις 14 χρονών και κατέβαλε πολλή προσπάθεια μαζί με την νέα της οικογένεια ώστε να επανενταχθεί στον ανθρώπινο πολιτισμό. Τελικά εγκαταστάθηκε στην Αγγλία, ώσπου παντρεύτηκε έναν επιστήμονα με τον οποίο έκανε δύο κόρες.

Μία ακόμη απ’ τις πιο παλιές, αν και αμφισβητούμενα επιτυχημένες περιπτώσεις άγριων παιδιών, που μάλιστα λέγεται ότι ενέπνευσε τον Rudyard Kipling για να δημιουργήσει τον Μόγλη από το Βιβλίο της Ζούγκλας, είναι αυτή του Dina Sanichar. Ο Sanichar ανακαλύφθηκε το 1867 σε μία σπηλιά της Ινδίας, όντας μόλις 6-7 χρονών. Δεν ήξερε καμία ανθρώπινη λέξη, περπατούσε στα τέσσερα, έτρωγε μονάχα ωμό κρέας και αλυχτούσε σαν λύκος. Μεταφέρθηκε σε ένα ορφανοτροφείο, όπου τον ονόμασαν Sanichar, δηλαδή Σάββατο, επειδή εκείνη την ημέρα έφτασε στο ορφανοτροφείο. Παρόλο που ανακαλύφθηκε σε σχετικά μικρή ηλικία, αντιμετώπισε μεγάλο πρόβλημα προσαρμογής. Αν και τελικά έμαθε να φοράει ρούχα και να υιοθετεί ανθρώπινες συνήθειες, όπως το κάπνισμα, δεν έμαθε ποτέ να μιλάει. Τελικά πέθανε από φυματίωση σε ηλικία μόλις 34 ετών, έχοντας ζήσει για πάνω από 20 χρόνια ανάμεσα στους ανθρώπους.

Αν και άλλες παρόμοιες περιπτώσεις αντιμετώπισαν πολύ σοβαρά θέματα προσαρμογής στον ανθρώπινο πολιτισμό με αποτέλεσμα να πεθάνουν σε πολύ πιο σύντομη ηλικία απ’ ότι οι προαναφερόμενοι, εντούτοις τα περισσότερα άγρια παιδιά που ανακαλύφθηκαν να έχουν περάσει τα πρώτα χρόνια της ζωής τους κοινωνικοποιούμενα αποκλειστικά με άλλα ζώα, φαίνεται στην πλειοψηφία τους να είχαν επιτυχή ένταξη αργότερα στις ανθρώπινες κοινωνίες. Αυτό ίσως οφείλεται στο ότι παρόλο που δεν διδάχθηκαν σε σημαντικά στάδια της ανάπτυξης τους την ανθρώπινη γλώσσα, περιτριγυρίζονταν ωστόσο από άλλα θηλαστικά, τα οποία χρησιμοποιούν κάποιους πολύ βασικούς επικοινωνιακούς κώδικες που χρησιμοποιούν και οι άνθρωποι, αλλά επίσης συχνά σχηματίζουν και αγέλες που μπορεί να θυμίζουν μία ανθρώπινη κοινότητα ή οικογένεια. Τι γίνεται όμως με παιδιά που όχι απλώς δεν κοινωνικοποιήθηκαν σε κρίσιμη ηλικία ανάπτυξης με ανθρώπους, αλλά ούτε και με κανένα άλλο είδος ζωής; Παιδιά που πέρασαν τα πρώτα χρόνια της ζωής τους σε ολοκληρωτική απομόνωση;

Μία ζωή μες το σκοτάδι, την ακινησία και την σιωπή: Οι περιπτώσεις της Άννα και της Τζίνι

Η Άννα ανακαλύφθηκε στην σοφίτα ενός σπιτιού στην Πενσυλβανία το 1938 σοβαρά υποσιτισμένη, αδυνατώντας να μιλήσει και να απαντήσει σε οποιοδήποτε οπτικό-ακουστικό ερέθισμα. Οι μυς στα πόδια της ήταν ατροφικοί, κυρίως επειδή είχε περάσει τα πρώτα έξι χρόνια της ζωής της καθισμένη σε μία καρέκλα που αργότερα την ανάγκαζε να έχει τα πόδια της διπλωμένα. Επειδή αποτελούσε το νόθο παιδί της μητέρας της, η τελευταία αναγκάστηκε να την κρατάει κρυμμένη στην σοφίτα κατ’ εντολή του πατέρα της για να αποφευχθεί το σκάνδαλο: η Άννα απλά λάμβανε αγελαδίσιο γάλα από την μητέρα της, κι αυτή ήταν όλη κι όλη η αλληλεπίδραση που είχε με τον οποιονδήποτε. Δεν είχε ακούσει ποτέ της μία λέξη κι είχε δει ελάχιστα πράγματα, δεν είχε κινηθεί, δεν είχε εκτελέσει καμία ενέργεια, σωματική ή διανοητική, για το μεγαλύτερο μέρος της πρώιμης ζωής της. Απ’ όταν σώθηκε ωστόσο, παρουσίασε βελτίωση. Με την βοήθεια των ειδικών, μέχρι τα 10 της χρόνια, μπορούσε να απαντήσει σε απλές εντολές, να φάει μόνη της, να θυμηθεί κάποια άτομα, να αναγνωρίζει χρώματα, να ακολουθεί κανόνες υγιεινής και να προσπαθεί να συμμετέχει σε διάλογο. Οι γλωσσικές της ικανότητες ήταν σαφώς αρκετά περιορισμένες, και παρόλες τις προσπάθειες, υπολογιζόταν ότι η νοημοσύνη της ήταν αυτή ενός παιδιού μόλις δώδεκα μηνών. Δυστυχώς η Άννα πέθανε 5 μήνες μετά από τα 10ατα γενέθλια της από ίκτερο.

Η περίπτωση της Τζίνι, αν και ίσως πιο τραγική, αποδείχθηκε πιο επιτυχής. Η Τζίνι πέρασε τα πρώτα δεκατρία χρόνια της ζωής της σε ένα δωμάτιο στο σπίτι των γονιών της στο Λος Άντζελες δεμένη πάνω σε ένα παιδικό γιογιό. Ο πατέρας της ήταν πεπεισμένος ότι ήταν διανοητικά καθυστερημένη προτού καν κλείσει τα δύο της χρόνια. Σταδιακά άρχισε να αναγκάζει όλη την οικογένεια, συμπεριλαμβανομένης και της σχεδόν τυφλής μητέρας της Τζίνι αλλά και του αδερφού της, να μένουν απομονωμένοι στο σπίτι: ωστόσο η Τζίνι έλαβε την πιο σκληρή μεταχείριση, αφού απομονώθηκε σε ένα δωμάτιο, δεμένη για το μεγαλύτερο μέρος της μέρας πάνω σε ένα παιδικό γιογιό ή μία κούνια. Εκτός απ’ τον πατέρα της δεν την επισκεπτόταν κανείς άλλος, και κάθε φορά που έκανε κάποιο θόρυβο ο πατέρας της την ξυλοκοπούσε ή προσποιούνταν πίσω από την πόρτα ότι ήταν ένα σκύλος, γαβγίζοντας και ξύνοντας τη πόρτα. Ως αποτέλεσμα, η Τζίνι κατέληξε αργότερα να φοβάται τους σκύλους και έμαθε να κάνει όσο λιγότερο θόρυβο προκειμένου να μην προκαλέσει τον θυμό του πατέρα της. Το δωμάτιο στο οποίο κρατούνταν ήταν τις περισσότερες ώρες σκοτεινό, με ένα μόνο μικρό παράθυρο απ’ το οποίο φαινόταν μέρος ενός γειτονικού σπιτιού και λίγος ουρανός. Αυτό το οπτικό ερέθισμα σε συνδυασμό με το δωμάτιο που κρατούνταν έγκλειστη, τον πατέρα της και τον ήχο πιάνου από ένα γειτονικό σπίτι ήταν τα μόνα οπτικό-ακουστικά ερεθίσματα της Τζίνι για 13 ολόκληρα χρόνια.

Η Τζίνι, αφότου σώθηκε, παρουσίασε δραματική βελτίωση. Σταδιακά έμαθε να εστιάζει το βλέμμα της σε απόσταση άνω των 3 μέτρων (κάτι που δεν μπορούσε να κάνει στην αρχή εφόσον το οπτικό πεδίο της μέσα στο δωμάτιο που κρατούνταν έφτανε μόνο τα 3 μέτρα), να περπατάει, να αναγνωρίζει αντικείμενα και να ακολουθεί ανθρώπινες πρακτικές. Ωστόσο ποτέ δεν κατάφερε να αναπτύξει πλήρως τις γλωσσικές ικανότητες που έχει ο μέσος άνθρωπος, συνεπώς δεν κατάφερε ποτέ να αναπτύξει πλήρως «μία πρώτη γλώσσα». Παρόλο που το επιστημονικό ενδιαφέρον είχε εστιαστεί τόσο σε αυτή τα πρώτα χρόνια της ανακάλυψής της σε σημείο που έγινε η πιο ενδελεχώς μελετημένη περίπτωση άγριου παιδιού, αργότερα βρέθηκε σε κακές υποδομές που υπονόμευσαν όλη την προηγούμενη βελτίωση της. Σήμερα υπολογίζεται ότι ζει ακόμα σε μία κλινική στο Λος Άντζελες, ούσα 67-68 χρονών.

Τα συμπεράσματα της επιστημονικής κοινότητας

Η μελέτη άγριων παιδιών ανέδειξε την σημασία της διέγερσης του αριστερού ημισφαιρίου του εγκεφάλου που ευθύνεται για τις γλωσσικές ικανότητες: πιστεύεται ότι αν η εν λόγω διέγερση δεν επιτευχθεί σε διάστημα μεταξύ των 4 πρώτων μηνών έως των 5 πρώτων χρονών, το παιδί ενδέχεται για όλη την μετέπειτα ζωή του να παρουσιάζει γλωσσικές δυσκολίες, καθώς και δυσκολίες γραφής. Ωστόσο, έδειξε επίσης ότι η ικανότητα του ανθρώπου να μιμείται το περιβάλλον του έχει ως αποτέλεσμα να εμφανίζει συμπεριφορές στις οποίες εκτίθεται: ο ανθρώπινος λόγος και οι ανθρώπινοι κώδικες επικοινωνίας δεν είναι έμφυτοι σε αυτόν, και αν εκτεθεί σε άλλους, όπως για παράδειγμα μοτίβα επικοινωνιακής συμπεριφοράς άλλων θηλαστικών, αυτούς είναι που θα υιοθετήσει. Ωστόσο η εύκολη προσαρμογή του του δίνει την δυνατότητα να αναπτυχθεί περαιτέρω, που σημαίνει ότι ακόμη κι αν δεν λάβει τις κατάλληλες διεγέρσεις σε αναπτυξιακή ηλικία δεν σημαίνει ότι η εκπαίδευση του σε ανθρώπινη γλώσσα και κανόνες/πρότυπα συμπεριφοράς είναι αδύνατη. Ενδέχεται, όμως, να έχει περιορισμένα αποτελέσματα, και κατ’ επέκταση να μην φτάσει ποτέ στο σημείο που έχουν φτάσει άλλοι άνθρωποι εκτεθειμένοι πολύ νωρίτερα σε γλωσσικούς κι άλλους κώδικες επικοινωνίας.

Ακόμη περισσότερο, η μελέτη παιδιών μεγαλωμένα στην απομόνωση ανέδειξε το πόσο σημαντική είναι η φάση προσκόλλησης για το παιδί. Μεταξύ των πρώτων 7 έως και 18-24 μηνών της ζωής του, το παιδί εμφανίζεται προσκολλημένο στον φροντιστή του, βιολογικό ή μη. Αν το παιδί αποστερηθεί αυτής της φάσης, πιθανό να αντιμετωπίσει μετά καθ’ όλη τη διάρκεια της ενήλικης ζωής του προβλήματα στις σχέσεις του και τις αλληλεπιδράσεις του με τους άλλους ανθρώπους, να αδυνατεί να συνδεθεί μαζί τους καθώς και να αδυνατεί να προσαρμοστεί και να συμμορφωθεί στις επιταγές της ευρύτερης κοινωνικής ομάδας του. Άγρια παιδιά που μεγάλωσαν με ζώα φαίνεται να έχουν περισσότερη επιτυχία σε αυτόν τον τομέα: αν και η προσκόλληση τους σε ζώα δεν αποτελούσε παρόμοια συνθήκη με την προσκόλληση που θα είχαν σε έναν ανθρώπινο φροντιστή, εντούτοις αργότερα βασισμένα σε αυτές τις πρώιμες αλληλεπιδράσεις τους επικοινωνούν καλύτερα σε συναισθηματικό και πρακτικό πλαίσιο με τους υπόλοιπους ανθρώπους˙ σε αντίθεση με παιδιά που μεγάλωσαν στην απομόνωση και που δεν πέρασαν κανένα στάδιο προσκόλλησης σε κανένα έμβιο ον. Σημαντικό είναι βέβαια να σημειώσουμε ότι η κάθε περίπτωση άγριου παιδιού, όπως και η κάθε περίπτωση ανθρώπου γενικότερα, είναι μοναδική, και συνεπώς κάποια άγρια παιδιά μεγαλωμένα στην απομόνωση εμφανίζουν μεγαλύτερη ευκολία στην σύνδεση τους με τους άλλους ανθρώπους απ’ ότι άλλα.

Ίσως το σημαντικότερο απ’ αυτά τα συμπεράσματα, που καταρρίπτει κι όλους τους ισχυρισμούς της πρώιμης κοινωνιοβιολογίας που ισχυριζόταν ότι οι άνθρωποι έχουν μία εκ γενετής προσωπικότητα, είναι ότι όχι μόνο οι άνθρωποι δεν γεννιούνται με προδιαγεγραμμένα χαρακτηριστικά (όπως για παράδειγμα η θεωρία της χρωμοσωμικής ανωμαλίας που αναπτύχθηκε το 1960 και ισχυριζόταν ότι το χρωμόσωμα XYY είναι υπεύθυνο για την επίδειξη εγκληματικής συμπεριφοράς) αλλά κι ότι δεν γεννιούνται με μία εκ γενετής γνώση προς τις πιο βασικές ανθρώπινες λειτουργίες, όπως ο αρθρωμένος λόγος και η φροντίδα της προσωπικής υγιεινής. Αντίθετα αυτές είναι λειτουργίες που ο άνθρωπος σαν είδος εξέλιξε σε βάθος αιώνων και μεταβιβάζει πολιτισμικά και κοινωνικά ο ένας στον άλλον. Η κοινωνικοποίηση και το περιβάλλον, το περίφημο nurture, φαίνεται να είναι υπεύθυνο για πολλά παραπάνω πράγματα απ’ ότι η φύση, nature. Η φύση φαίνεται να δίνει στον άνθρωπο ορισμένες δυνατότητες (του δίνει τη δυνατότητα του λόγου για παράδειγμα, αλλά όχι και την δυνατότητα να πετάει) και το περιβάλλον καθορίζει το κατά πόσο ο άνθρωπος θα χρησιμοποιήσει αυτές τις δυνατότητες ή όχι. Ορισμένες, αν δεν τις αναπτύξει ως παιδί στα πρώτα βήματα της ύπαρξης του, ενδέχεται να μην τις τελειοποιήσει και ποτέ.

alithia.gr