Νίκος Καββαδίας: Στο Σταυρό του Νότου…

Κυρ, 18/02/2024 - 19:48

Άνθρωπος του πλοίου και της θάλασσας. Από τους πιο διαβασμένους Έλληνες ποιητές, θεωρείται ότι αποτελεί μια ιδιότυπη περίπτωση στον ποιητικό χώρο.

Της Μανιώς Μάνεση

Τα ποιήματα του περιγραφικά, ιστορούν καταστάσεις και κερδίζουν με την αυθεντικότητά τους.

Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία.

Παίξε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα.

Αλλού σε λέγανε Γουδήθ, εδώ Μαρία.

Το φίδι σκίζεται στο βράχο με τη σμέρνα.

Ο Νίκος Καββαδίας γεννήθηκε στις 11 Ιανουαρίου 1910 στη μικρή πόλη Χαρμπίν της Μαντζουρίας, από γονείς Κεφαλλονίτες. Το μεγαλέμπορο Χαρίλαο Καββαδία και τη Δωροθέα Αγγελάτου. Ο πατέρας ήταν επιχειρηματίας. Διατηρούσε γραφείο γενικού εμπορίου –εισαγωγές, εξαγωγές, μεταφορές μεγάλων ποσοτήτων εμπορευμάτων, τροφίμων και άλλων καταναλωτικών ειδών ενώ ήταν συγχρόνως προμηθευτής του τσαρικού στρατού.

Οι ναυτικοί στα φορτηγά πάντα μια γάτα τρέφουν,

που τη λατρεύουνε, χωρίς να ξέρουν το γιατί,

κι αυτή, σαν απ’ τη βάρδια τους σχολάνε κουρασμένοι,

περήφανη στα πόδια τους θα τρέξει να τριφτεί.

Το 1914, στην αρχή του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου, η οικογένεια ήρθε στην Ελλάδα. Ταξίδεψαν με τον Υπερσιβηρικό, φτάσανε στην Κωνσταντινούπολη και πέρασαν σε ελληνικό έδαφος για να καταλήξουν στην Κεφαλλονιά στα πατρικά σπίτια των γονιών του. Από το 1921 εγκαταστάθηκαν στον Πειραιά. Φοίτησε αρχικά στη γαλλική σχολή Saint Paul και στη συνέχεια στο δημόσιο σχολείο όπου είχε συμμαθητές τον Γιάννη Τσαρούχη και τον μετέπειτα πρωτοπρεσβύτερο Γεώργιο Πυρουνάκη. Ποιήματά του άρχισε να δημοσιεύει το 1928 στο περιοδικό της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας με το ψευδώνυμο Πέτρος Βλαχάλλας.

Στα νύχια μπαίνει το κατράμι και τ’ ανάβει,

χρόνια στα ρούχα το ψαρόλαδο μυρίζει,

κι ο λόγος της μες στο μυαλό σου να γυρίζει

“ο μπούσουλας είναι που στρέφει ή το καράβι;”

Αν και γράφτηκε στην Ιατρική Σχολή της Αθήνας, μετά το θάνατο του πατέρα του αναγκάστηκε να διακόψει τις σπουδές του και να εργαστεί σε ναυτικό γραφείο, συνεχίζοντας ωστόσο τη συνεργασία του με φιλολογικά περιοδικά. Το 1929 έκανε το πρώτο του μπάρκο ως ‘’ναυτόπαις’’ στο φορτηγό πλοίο ‘’ Άγιος Νικόλαος’’ και από το 1930 ξεκίνησε μία εξαετής περίοδος διαρκών ταξιδιών με φορτηγά πλοία. Οι εμπειρίες από τα ταξίδια στους μακρινούς ωκεανούς αποτελούν την έμπνευση της ποιητικής του δουλειάς.

Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό

στάλα τη στάλα συναγμένο απ’ το κορμί σου

σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό,

που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.

Το 1932 δημοσίευσε σε συνέχειες την ‘’Απίστευτη ιστορία του Λοστρόμου Νακαχαμόκο’’ στην εφημερίδα Πειραϊκόν Βήμα. Το 1933 εξέδωσε την πρώτη ποιητική συλλογή του ‘’Μαραμπού’’, που έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από τους κριτικούς.

Ο Γουίλι, ο μαύρος θερμαστής από το Ντζιμπουτί,

όταν από τη βάρδια του τη βραδυνή σχολούσε,

στην κάμαρά μου ερχότανε, γελώντας να με βρη

κι’ ώρες πολλές για πράγματα περίεργα μου μιλούσε.

Κρίθηκε μάλιστα ευνοϊκά ακόμη και από το δύσκολο κριτικό Φώτη Πολίτη. Διαβάζουμε στο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας ‘’Πρωΐα’’, της 15ης Δεκεμβρίου : «Τα ποιήματά του δεν έχουν καθόλου τα γνωρίσματα των ποιητικών συλλογών των τελευταίων χρόνων. Ούτε φόρμα επιμελημένη, ούτε υποκειμενικά αισθήματα, ούτε πλούτο γλώσσας. Μια στυγνή παρατήρηση είνε το κυριότερο χαρακτηριστικό τους. Και κάτω από τη διαυγή εικόνα των πραγμάτων, μια βαθύτερη ανθρωπιά, ένας καθάριος ανθρώπινος παλμός, μια γαλήνια έφεση για δικαίωση του ξένου ατόμου, είτε άνθρωπος είνε αυτό, είτε ζώο. Τα ποιήματά του είνε αφηγηματικά. Και μοιάζουν έτσι με μικρά διηγήματα. Δεν ξεχειλίζει σ’ αυτά το αίσθημα κι ο πλαστικός λόγος. Προδίδουν απλώς γνώση και παρατήρηση, την υπερνίκηση κάθε ρωμαντισμού»

Άναψε στη γέφυρα το φως.

Μέσα μου μιλεί ένας παπαγάλος

γέρος στραβομύτης και μεγάλος

μα γιομάτος πείρα και σοφός.

Γύριζε από τα ταξίδια ταλαιπωρημένος και αδέκαρος για να μπαρκάρει σε λίγο πάλι ξανά. Αποφάσισε έτσι να πάρει το δίπλωμα του ασυρματιστή. Αρχικά ήθελε να γίνει καπετάνιος, ωστόσο είχαν ήδη περάσει κάποια χρόνια και η λύση του ασυρματιστή θεωρήθηκε η πιο κατάλληλη.

Αυγή, ποιος δαίμονας Ινδός σου μόλεψε το χρώμα;

Γυρίζει ο ναύτης τον τροχό και ο γύφτος τη φωτιά.

Και μεις, που κάμαμε πετσί την καραβίσια βρώμα,

στο πόρτο θα κερδίσουμε και πάλι στα χαρτιά.     

Το 1939 πήρε το δίπλωμα του ασυρματιστή, η έναρξη του πολέμου ωστόσο τον κράτησε στην Ελλάδα. Στον πόλεμο του ‘40 υπηρέτησε στην Αλβανία σε λόχο διαβιβάσεων και την περίοδο της κατοχής έμεινε στην Αθήνα και πήρε μέρος στην Αντίσταση. Δημοσίευσε τότε το ποίημα «Αθήνα 1943» στο παράνομο περιοδικό ‘’Πρωτοπόροι’’ με το ψευδώνυμο Α. Ταπεινός.

Οι δρόμοι κόκκινες γιομάτοι επιγραφές

Τρανά την ώρα διαλαλούν την ορισμένη

Αγέρας πνέει βορεινός απ’ τις κορφές

κι αργοσαλεύουνε στα πάρκα οι κρεμασμένοι.

Ξαναμπαρκάρισε το 1944, ως ασυρματιστής με το πλοίο ‘’Κορινθία’’ και στη συνέχεια με το ‘’Κηρύνεια’’. Το 1947 εκδόθηκε η δεύτερη συλλογή του ‘’Πούσι’’ και επανεκδόθηκε το ‘’Μαραμπού’’, με προσθήκη τριών ανέκδοτων ποιημάτων.

Κουφός ο Σάλαχ, το κατάστρωμα σαρώνει.

–           Μ’ ένα ξυστρί καθάρισέ με απ’ τη μοράβια.

Μα είναι κάτι πιο βαθύ που με λερώνει.

–           Γιέ μου, πού πας; – Μάνα, θα πάω με τα καράβια.

Το 1954 το πεζογράφημα ‘’Βάρδια’’. Στη θάλασσα της Κίνας, ένα παμπάλαιο σαραβαλιασμένο φορτηγό ταξιδεύει για το Σαντούν. Στις ατέλειωτες ώρες της βάρδιας οι ναυτικοί αφηγούνται τις ζωές τους, ξεδιπλώνουν τους προβληματισμούς τους, εξομολογούνται.

Έβραζε το κύμα του γαρμπή,

Ήμαστε σκυφτοί κ’ οι δυό στο χάρτη

γύρισες και μου ‘πες πως το Μάρτη

σ’ άλλους παραλλήλους θα ‘χεις μπει.

Περιμένουν το λιμάνι για το γράμμα από την οικογένεια ή για τη διασκέδαση. Και να σαλπάρουν ξανά για το επόμενο ταξίδι με τις ατέλειωτες ώρες να αντικρίζουν ουρανό και θάλασσα, να αντιμετωπίζουν θαλασσοταραχές και να μιλούν μεταξύ τους και ο καθένας με τον εαυτό του.

Βάρδια πλάι σε κάβο φαλακρό

κι ο Σταυρός του Νότου με τα αστράλια.

Κομπολόι κρατάς από κοράλλια

Κι άκοπο μασάς καφέ πικρό.

Ο Νίκος Καββαδίας ανήκει σχηματικά στη γενιά του τριάντα, στο χώρο της οποίας όμως κατέχει μια ιδιότυπη θέση. Ο ποιητικός του λόγος εξέφρασε την ανάγκη απόδρασης από την ελληνική πραγματικότητα της εποχής, κυρίως μέσα από τα στοιχεία του κοσμοπολιτισμού και του εξωτισμού.

Απάνω μου έχω πάντοτε στη ζώνη μου σφιγμένο

Ένα παλιό αφρικάνικο ατσάλινο μαχαίρι

Όπως αυτά που συνηθούν και παίζουν οι Αραπάδες

Που από έναν γέρο έμπορο αγόρασα στ’ Αλγέρι

Η γραφή του υπήρξε κυρίως βιωματική και ακολούθησε μια εξελικτική πορεία προς την αφαίρεση και τα όρια του υπερρεαλισμού, πάντα όμως μέσα στα πλαίσια της παραδοσιακής στιχουργικής φόρμας και ρυθμικής τεχνικής. Ταξίδεψε αδιάκοπα με φορτηγά πλοία σε όλο τον κόσμο μέχρι το Νοέμβρη του 1974. Τρεις μήνες μετά και ενώ ετοίμαζε για έκδοση τη συλλογή ποιημάτων με τίτλο ‘’Τραβέρσο’’, έφυγε ξαφνικά στις 10 Φεβρουαρίου 1975 από εγκεφαλικό επεισόδιο. Μακριά από τη θάλασσα…

Γέρο, σου πρέπει μοναχά το σίδερο στα πόδια,

δυό μέτρα καραβόπανο, και αριστερό τιμόνι.

Μια μέδουσα σε αντίκρισε γαλάζια και σιμώνει

κι ένας βυθός που βόσκουνε σαλάχια και χταπόδια.

Η συλλογή ‘’Τραβέρσο’’ εκδόθηκε το 1985. Τα ποιήματά του έγιναν γνωστά στο ευρύτερο κοινό αφού μελοποιήθηκαν από γνωστούς συνθέτες.

 

ERT

Νίκος Καββαδίας: Στο Σταυρό του Νότου…