Τρεις αιώνες Κεραμικά της Χίου

Πυθάρια, λεκάνες, σπάνια εγχάρακτα καπάκια, σε ένα λεύκωμα των εκδόσεων Καπόν
Σάβ, 04/12/2021 - 06:47

Ο θαυμασμός του παλαιοπώλη Άγγελου Βλαστάρη για την τέχνη της κεραμικής, ελληνικής και ευρωπαϊκής, είναι δεδομένος εδώ και χρόνια.

Ο γνωστός αντικέρ και έμπορος έργων τέχνης αποκαλύπτει τώρα το «πάθος του συλλέκτη» που τον οδήγησε σταδιακά στη συγκρότηση μίας μεγάλης συλλογής με χιώτικα πιθάρια και τα σπάνια εγχάρακτα καπάκια τους, όπως αποτυπώνονται στο λεύκωμα «Νίκος Λιάρος, Κεραμικά της Χίου. 17ος-19ος αιώνας. Συλλογή Άγγελου Βλαστάρη».

Ο καλαίσθητος δίγλωσσος τόμος κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά και στα αγγλικά από τις εκδόσεις Καπόν με την υποστήριξη του Ιδρύματος Ιωάννη Σ. Φαφαλιού.

Πυρήνας του βιβλίου είναι η συλλογή χιώτικων κεραμικών του Άγγελου Βλαστάρη, ωστόσο συμπεριλαμβάνονται σημαντικά κεραμικά από άλλες συλλογές, καθώς και αρχειακό υλικό, στο οποίο βασίζεται η πολυεπίπεδη έρευνα του συγγραφέα του λευκώματος, Νίκου Λιάρου, αρχαιολόγου και κεραμίστα.

Ο συλλέκτης επεδίωξε τη συνέργεια προκειμένου να αναδειχθεί όχι μόνο η κεραμική της Χίου αλλά και μία απτή όψη της μεγάλης πολιτιστικής και κοινωνικής ακμής της Χίου πριν από τη σφαγή του 1822.

«Πάντα θαύμαζα τα πιθάρια της Χίου. Απλά, δωρικά, πρωτόγονα, με ωραία σχέδια και σφραγίσματα. Τα θεωρώ τα ωραιότερα του ελληνικού χώρου», σημειώνει ο Άγγελος Βλαστάρης.

Σε μία επίσκεψή του σε παλαιοπώλη της Χίου το 1990 -όταν πρωτοπήγε διακοπές στο νησί με τη γυναίκα του και έκτοτε διατηρούν στα Φλάτσια το εξοχικό τους- είδε για πρώτη φορά δύο καπάκια πιθαριών με σταυρούς και σφραγίσματα. «Μου τράβηξαν την προσοχή γιατί δεν είχα ξαναδεί κάτι τέτοιο», αφηγείται ο ίδιος.

«Από τότε άρχισα να αναζητώ καπάκια ρωτώντας άλλους παλαιοπώλες, συλλέκτες και γυρολόγους στο νησί. Η έρευνα είχε αποτέλεσμα. Άρχισα να βρίσκω όλο και περισσότερα. Ανοιγόταν ένας δρόμος που δεν μπορούσα να φανταστώ. Μάζευα με μανία τα πάντα. Καπάκια ολόκληρα, μισά, σπασμένα, θραύσματα καπακιών. Παράλληλα αγόραζα και πιθάρια, κυψέλες, κανάλια, λεκάνες και λοιπά τέτοια αντικείμενα. Το 2004 είχα περίπου 60 καπάκια. Κάποια ήταν εξαιρετικά», σχολιάζει ο συλλέκτης, ο οποίος πρωτοπαρουσίασε ένα μέρος της χιώτικης συλλογής του το 2004 σε έκθεση παλαιοπωλών στην Τεχνόπολη στο Γκάζι, ενώ μία δεκαετία αργότερα, το 2014, παρουσίασε την πλήρη συλλογή που αριθμεί 130 καπάκια, στον εκθεσειακό χώρο Citrus στον Κάμπο της Χίου.

Μέσα από τις σελίδες αυτού του γοητευτικού λευκώματος, που επιχειρεί να διασώσει ένα συμβολικό και υλικό κεφάλαιο της χιώτικης παράδοσης, ο συγγραφέας Νίκος Λιάρος με τη μελέτη του φέρνει τον αναγνώστη πιο κοντά στα χειροποίητα κεραμικά που «είναι νεότερα, αλλά ακροπατούν στο μεσαιωνικό παρελθόν».

Κεραμικά μέσα στο κοινωνικό, οικονομικό πλαίσιο της παραγωγής τους, τα τεχνικά χαρακτηριστικά τους, οι περιγραφές περιηγητών, τα αρχειακά έγγραφα, μοιάζουν να μικραίνουν με κάποιο τρόπο την απόσταση τριών αιώνων παράδοσης στο χωριό Αρμόλια «το κατ' εξοχήν αγγειοπλαστικό κέντρο του νησιού» με τους ξακουστούς μαστόρους και την εκπαίδευση των μαθητευόμενων κεραμιστών. Ή τη μακραίωνη παράδοση στα Μαστιχοχώρια «με τις μεσαιωνικές δομές σίτισης, τις έντονες αγροτοκτηνοτροφικές δραστηριότητες και τις αυξημένες ανάγκες για σκεύη επεξεργασίας και αποθήκευσης τροφών», τα χειροποίητα ανοικτά κανάλια που έφτιαχναν οι καναλάδες για την άρδευση στους αγρούς και τη διαχείριση των νερών στους οικισμούς.

Στόχος του βιβλίου είναι να εικονογραφηθεί μέσα από αυτά τα κεραμικά ο πολιτισμός και η κοινωνία της Χίου του 17ου και 18ου αιώνα, να αφηγηθεί με κεραμικούς όρους την εκπληκτική ακμή και άνθηση αυτής της κοινωνίας, ακμή και άνθηση που τελειώνει δραματικά με τη φοβερή σφαγή του 1822

Ιδαίτερα, όμως, εντυπωσιάζει η πληθώρα επιγραφών, ημερομηνιών, χριστιανικών συμβόλων και διακοσμητικών μοτίβων που έχουν χαραχτεί πάνω στα κεραμικά της Χίου. Όπως τονίζει ο συγγραφέας, «τα κεραμικά αυτά αποπνέουν τη γενικότερη εξωστρέφεια, την πολιτιστική και θρησκευτική ελευθερία εκείνης της περιόδου. Αποτυπώνουν με γλαφυρότητα την εποχή τους και, καθώς είναι άρρηκτα συνυφασμένα με αυτή, εκλείπουν με το τέλος της, το 1822».