
Είμαστε για γύρισμα πριν δύο σε ένα χωριό με τον γιό μου, που του συνέδεσα όπως και τα άλλα παιδιά μου το χαρζιλίκι με την δουλειά, όταν στην πορεία είχαμε μια ψιλοκόντρα, καθώς μου έλεγε ότι θα τελειώσει το Λύκειο, θα πάει Στρατό και θα πιάσει δουλειά, γιατί τα Πανεπιστήμια δίνουν μόνο χαρτιά, που δεν κάνουν ούτε για την τουαλέτα.
Τον είχα ψιλοπείσει για το άδικο που είχε, λέγοντας του να μην υποτιμά την γνώση, ότι σίγουρα αυτή κατακτάται και εκτός Πανεπιστημίων, αλλά η μόρφωση από μόνη της είναι ένα τεράστιο εφόδιο, που το κερδίζεις αποσπώντας από τον δύσκολο χώρο της εκπαίδευσης τα θετικά του και που σε τελική ανάλυση, σου εξασφαλίζει πιο εύκολα μια επαγγελματική καριέρα.
Εμπλεος για την… νίκη μου φτάσαμε στο χωριό και αρχίσαμε μαζί με τα παιδιά του υπόλοιπου συνεργείου το ρεπορτάζ, όταν σε ένα σπίτι συναντήσαμε μια κοπέλα που έμενε στη γιαγιά της. Εφυγα από την Αθήνα, μας είπε στην κάμερα, να ζήσω στο χωριό, γιατί υπάρχει καλύτερη ποιότητα ζωής, είμαι τελειόφοιτη του τάδε Πανεπιστημίου, γνωρίζω άριστα δύο γλώσσες, έχω κάνει μεταπτυχιακό, δύο διδακτορικά στο εξωτερικό κ.λ.π.
Τελείωσε το ρεπορτάζ, οπότε πριν φύγουμε με πλησιάζει η κοπέλα, εκτός κάμερας τώρα, και εις επήκοον όλων και του γιού μου, μου λέει: Κύριε Τζούμα δεν σας τα είπα όλα. Στη γιαγιά μου ήρθα γιατί οι γονείς μου ίσα – ίσα τα βγάζουν πέρα με τα άλλα αδέλφια μου στην Αθήνα και εδώ τουλάχιστον έχω ένα πιάτο φαγητό. Στο μεταξύ ψάχνω για δουλειά, οτιδήποτε δουλειά, ξέρω τα πτυχία κ.λ.π. δεν έχουν σχέση με το αντικείμενο σας, αλλά θα μπορούσα να σφουγγαρίζω ας πούμε τους χώρους, να σκουπίζω, να μάθω ακόμα και να κάνω… κάμερα.
Ξεκινήσαμε για το ταξίδι της επιστροφής. Με το γιό μου μιλήσαμε με τα βλέμματα, η πράξη με είχε νικήσει κατά κράτος.
Αυτή την ιστορία θυμήθηκα όταν είδα τον Δάσκαλο Γιάννη Ράλλη σκεφτικό, με τα παιδιά να πεταρίζουν χαρούμενα γύρω του, στην αυλή του 2ου Λυκείου, για την επιτυχία τους στην βαθμολογία εισαγωγής στα ΑΕΙ. Χρόνια τα θρανία ο Γιάννης, από την φροντιστηριακή εκπαίδευση μέχρι την διδασκαλία σε τάξεις, μέχρι τη σημερινή του θέση ως Προϊσταμένου στην ουσία όλων των Μαθηματικών του Β. Αιγαίου, δεν έκρυψε τον προβληματισμό και την αμηχανία του. «Γιάννη πίστεψε με, δεν ξέρω αν θα πρέπει να γελάω ή να κλαίω. Τα παιδιά αυτά πέρασαν στα Πανεπιστήμια, πια Πανεπιστήμια… και μετά, τι τους εξασφαλίζουμε για το μετά, ποιό είναι το εργασιακό τους μέλλον. Ας ευχηθούμε να μας λυπηθεί ο Θεός της Ελλάδας».
Στον Γιάννη δεν είπα εκείνη την ώρα την εμπειρία μου στο ρεπορτάζ, αλλά το μοιράζομαι τώρα μαζί του και μαζί σας.
Εντάξει τα κάναμε σκατά με τις επιλογές μας, αλλά τούτα τα παιδιά σε τι κόσμο τα φέραμε;
Μερικές φορές ακόμα και με τα ψέματα του Τσίπρα γελώ, όμως και μένα με παίρνουν τα δάκρυα, όταν σκέφτομαι ότι, όχι δεν καταδικάσαμε τις επόμενες γενιές να πληρώνουν την απύθμενη βλακεία των γονιών τους, αλλά τους στερήσαμε το κυριότερο όλων, το όνειρο.
Αυτό το έγκλημα το θεωρώ ως σοβαρότερο όλων.
Υ.Γ. Παιδιά ότι σας στρώσαμε ένα δρόμο με αγκάθια, μπορεί και να σημαίνει ότι όσοι τα καταφέρετε μπορεί να φτιάξετε μια Πατρίδα καλύτερη.







































