
Και τώρα εγώ διάβασα ή είδα ένα πίνακα ζωγραφικής;
Αυτό ρώτησα τον εαυτό μου διαβάζοντας το βιβλίο του ζωγράφου Γιώργη Ζυμαράκη «Η ζωή στο Κάστρο, μεγαλώνοντας στη Χίο» που θα παρουσιαστεί την Παρασκευή στις 8.00 μ.μ. από τις εκδόσεις «Α-Π» στο Ιδρυμα Τσάκου, δυστυχώς μια ώρα πριν την «Ελένη» του Δήμου Αβδελιώδη.
Απάντηση δεν πήρα, έτσι για τιμωρία από τους… προαιώνιους εχθρούς μας τους Καστρούσους, με τους οποίους εμείς οι Φραγκομαχαλούσοι παίζαμε… πόλεμο στο Κάστρο, μονίμως ηττημένοι αφού τα Καστρουσάκια ξέρανε τις τρύπες του Φρουρίου όπως τα πιθηκάκια τα δένδρα.
Κατ’ αρχήν ο Ζυμαράκης σ’ αυτό το βιβλίο – ζωγραφικό πίνακα, χρησιμοποιεί ένα χρώμα, που δεν έχει χρώμα, το… δάκρυ. Γράφει και κλαίει, θυμάται και βουρκώνει, ανασκαλεύει τη μνήμη του και σηκώνονται χρώματα, αρώματα, φωνές, χαρακτήρες κι’ αυτό το μεταφέρει στον αναγνώστη.
Μπερδεύονται όλοι μαζί, Τσεσμελήδες, Καραπουρνιώτες, Αγιο – Παρασκευούσοι, Κάτω – Παναγιούσοι, Αλατσατιανοί, Ρεϊσντεριανοί, Μελιώτες, Αϊβαλιώτες, Βουρλιώτες, Σμυρνιοί, Αρμεναίοι, Νικομήδειοι και όλο αυτό το χαρμάνι γίνεται το Κάστρο της εποχής του ζωγράφου – συγγραφέα, που περιγράφοντας αυτή την… Θεία γειτονιά των προσφύγων του 1950 και βάλε, μας δίνει ένα ποίημα, ένα λαογραφικό θησαυρό, μια πανδαισία χαρακτήρων ή μήπως ένα ζωγραφικό πίνακα;
Νάτο πάλι το ερώτημα και δώστε εσείς την απάντηση διαβάζοντας προτάσεις όπως αυτήν.
«Φέρτε μου νερό να ξεδιψάσω και μια πέτρα για να ξαποστάσω, τι να θυμηθώ τι να ξεχάσω απ’ όσα πέρασα… Τραγουδούσε κι’ έκλαιγε όλο το Κάστρο όταν το’ παίζε το ράδιο κι΄αντιλαλούσε η φωνή της Κικής της Τζούμα στα στεναδάκια, όταν τραγουδούσε στο μπαλκόνι, ποτίζοντας τις γλάστρες κι’ όλη η γειτονιά να την ακομπανιάρει με καημό, μα ταυτόχρονα χαιρόμενοι τη στιγμή, να ζούμε σε ένα όμορφο περιβάλλον, πολιτισμένο, με ανθρωπιά».
Ο Γ. Ζυμαράκης ζωγραφίζει με λέξεις, κατέληξα, μια γειτονιά με τεχνίτες, μαστόρους, φαναρτζήδες, τενεκετζήδες, γανωματάδες, σιδεράδες, καροποιούς, καραγωγούς, αχθοφόρους, μηχανικούς. Βάζει χρώματα και ζωγραφίζει πρόσωπα και χαρακτήρες. Θυμάται παντοφλάδες, παπλωματάδες, βιοτεχνίες μακαρονιών, παστωτήρια ψαριών, θυμάται σουτζουκάδικο, παστρουματζίδικο, γλυκατζίδικο, μπουγατσατζίδικο.
Θυμάται υποδηματοποιούς, ράφτες, μοδίστρες, χαρτότρες μαντερινοπορτοκαλιών, φωτογράφους, μουσικούς και ελαιοχρωματιστές, οπωροπαντοπώλες, γαλατάδες, ψιλικατζήδες, λούστους και εφημεριδοπώλες, ο Γ. Ζυμαράκης δεν γράφει για μια γειτονιά με τους ανθρώπους της, που έφυγαν, όλοι και όλα θα φύγουμε, ζωγραφίζει την προσφυγιά μέσα στο σπίτι της και δίνει όχι στον αναγνώστη ένα βιβλίο μόνο αλλά αφήνει στην ιστορία ένα γραπτό ζωγραφικό πίνακα.
Να καταθέσω κάτι εδώ, γιατί μπορεί να μη δοθεί δυνατότητα στην παρουσίαση του βιβλίου του. Δεν θα ξεχάσω ποτέ, την εποχή της μιζέριας, της ατέλειωτης γρίνιας για τα προβλήματα, της επαναστατικής έξαρσης για την αδικία, της προσμονής της… επανάστασης, κάτι όπως η… Δευτέρα παρουσία, ο Γ. Ζυμαράκης μας έλεγε ως… μαύρο πρόβατο, πόσο όμορφη είναι η ζωή, πόσο λαμπερά είναι τα χρώματα, πόσο ευτυχισμένοι πρέπει να νοιώθουμε, που ο Θεός μας πέταξε μέσα στο λευκό και το γαλάζιο, πόσο όμορφες είναι η μυρωδιές του βασιλικού και του ασβέστη.
Αυτό περιγράφει στο βιβλίο του. Περιγράφει την προσφυγιά του Κάστρου, αυτή που έκανε τον πόνο της τραγούδι, την φτώχεια της δουλειά και τίμιο ψωμί, τον ιδρώτα της χρώμα για να ζωγραφίσει το βιβλίο του ένα παιδί της ο Γ. Ζυμαράκης. Αξιος.
Υ.Γ. Διαβάζω τις βλακείες της Κυβέρνησης, να καταργήσει κατ’ αρχήν στο Δημοτικό το κράτημα της σημαίας απ’ τους αρίστους. Οσο πιο μεγάλες παλαβομάρες κάνουν, τόσο περισσότερο αέρα δίνουν στον Μητσοτάκη να κυβερνήσει με άνεση, αφού κανείς δεν θα προσέχει τι κάνει. Αρκεί που θα αποκαθιστά τη… λογική.






































