Χίος, Κυριακή 31 Μαΐου

Ο… μονόφθαλμος Χιώτης και οι μπαβέδες της Προκυμαίας

Γιάννης Τζούμας
Δείτε τις Φωτογραφίες
Τετ, 20/05/2020 - 19:42

«Σκέπτομαι και γράφω»… Το θυμάμαι από τα παιδιά μου ως μάθημα έκθεσης στο Δημοτικό.

Το κακό ή καλό είναι ότι εμείς γράφομε συνέχεια και το… κακό είναι ότι σκεφτόμαστε.

Αίφνης χθες έβλεπα τους εργάτες στην Προκυμαία να… ξανασπάνε τους μπαβέδες.

Αν δεν κάνω λάθος είναι η τρίτη ή τέταρτη φορά. Στην αρχή τους βάλαμε, ύστερα ήτανε τραχείς και τους λειάναμε, μετά λείοι και τους τραχύναμε, μετά οι αρμοί ήταν μικροί και τους μεγαλώσαμε, μετά μεγάλοι και τους μικρύναμε. Τώρα τους… ξαναμεγαλώνουμε.

Κοντολογίς, αν είμαστε σε μια οικογένεια και βάζαμε κάτω πόσα μας στοίχησαν μέχρι σήμερα, ακόμα θα τρώγαμε ξύλο από τους υπόλοιπους.

Βλέποντας που λέτε τους εργάτες, σκεπτόμουνα ότι εκτελούν λάθος οδηγίες. Κακώς σκαλίζουν τις πέτρες προ του κύματος. Κανονικά έπρεπε με τα κομπρεσέρ να σηκώνουν την άσφαλτο.

Τι θα γίνονταν τότε; Θα… χαμήλωνε η παραλία 20 πόντους και δεν θα πνιγόμαστε… προ του κύματος. Θα αποκαλύπτονταν οι περίφημοι μπαβέδες της Προκυμαίας, που κάποιοι έξυπνοι, έχουμε διαχρονικότητα σ’ αυτό, τους σκέπασαν με άσφαλτο, για… εκσυγχρονισμό. (Στις ένθετες φωτογραφίες πως ήταν η Προκυμαία και πως την καταντήσαμε)

Τέλος, αυτό θα αποτελούσε ένα ακόμα λόγο, να κάνουμε την παραλία μας χώρο περιπάτου και ξεκούρασης.

Και μετά σκεπτόμουνα, μια Χίο τελείως διαφορετική. Ελκυστική, όμορφη, με το ιστορικό κέντρο όλο πεζοδρομημένο, με λωρίδες για ποδηλάτες, με το παζάρι γεμάτο ταβερνάκια, το ίδιο και το Κάστρο, με τα αυτοκίνητα εκτός κέντρου, μια Χίο χωρίς θορύβους, ιδανική για ξεκούραση και ήπιο τουρισμό, με ζηλευτή ποιότητα ζωής.

Και ύστερα… ξύπνησα από την πολύ σκέψη.

Και λέω ρε πανίβλακα, δεν βλέπεις τη χολή γύρω σου; Χθες ήρθε ένας φίλος να μου πεί ότι θα βάλει μια πινακίδα για μια επένδυση που ετοιμάζει. Τον συμβούλευσα να το καθυστερήσει. Άσε λέω, ξεκίνα και μετά, θα σε… φάνε.

Έτσι είναι τα πράγματα και αν δεν το βλέπουμε, κακό του κεφαλιού μας, εμάς των… μειοψηφούντων υπολοίπων.

Δεν υπάρχει μόνο η Χίος που θέλει να ξεφύγει, υπάρχει και η Χίος του φρένου, που θέλει να πάει, τι θέλει, πάει ήδη άπατη.

Το προσωπικό μου παράδειγμα είναι ενδεικτικό. Ένα χώρο καραντίνας έψαχναν να βρούν, είδαν και μέρος του κτιρίου της ΑΛΗΘΕΙΑΣ και λόγω απομόνωσης τους έκανε. Σηκώθηκαν να με κατασπαράξουν 1000 τόσοι λέει κάτοικοι της ευρύτερης περιοχής. Συνάδελφοι μου δημοσίευσαν μέχρι και πόσα θα… πάρω, ανεξάρτητα αν θα τα πάρει η Εφορία, υπέγραψαν ακόμα και ιδιοκτήτες καταλυμάτων, που ζούν κατ’ αποκλειστικότητα χρόνια τώρα από το προσφυγικό.

Το θέμα έφτασε μέχρι και το Δημοτικό Συμβούλιο, που όλα τα σφάζει όλα τα μαχαιρώνει. Και εκεί που την μια, οι ίδιοι άνθρωποι ζητούσαν Δομή απομόνωσης, από την άλλη, οι ίδιοι πάλι, υιοθέτησαν το ψήφισμα λέει των… 1000, που όριζαν τι θα κάνω την ιδιοκτησία μου!

Τέτοια σοβαρότητα.

Και φυσικά δεν είμαι ο μοναδικός. Ανέφερα το προσωπικό μου παράδειγμα για να μην αναφέρω αμέτρητα άλλα.

Χρόνια εδώ στο νησί, δεν συγκρούονται ιδεολογίες και συμφέροντα. Συγκρούεται η Χίος της δουλειάς, του ιδρώτα και της προκοπής, με τη Χίο της μιζέριας, της ξάπλας, του φθόνου  και της μάσας. Υπάρχει η Χίος που δεν βολεύεται και αυτή που δεν χαλάει το ραχάτι της για το είπε ο Θεός.

Όσοι έχουν απορία πιά κυριαρχεί ας διαβάσουν το υστερόγραφο.

 

Υ.Γ.  Ρώτησε λένε τον… Χιώτη ο Βασιλιάς. Λέγε τι θές, θα στο κάνω, αλλά να ξέρεις πως ότι σου κάνω θα το κάνω εις διπλούν στον γείτονα σου. «Ε, τότε Βασιλιά μου, βγάλε μου το ένα μάτι».

Το Λιμάνι της Χίου σε φωτογραφία του Γ. Άντωβικ.
Τμήμα της Προκυμαίας με την οδό Κανάρη

Σχετικά Άρθρα

Γιάννης Τζούμας
Σάβ, 30/05/2020 - 19:04

Nα ξεκινήσουμε με μια παραδοχή. Κανένας μας δεν θέλει ξαφνικά να αρχίσει μια μπόρα και να μας κάνει μούσκεμα. Αν όμως γίνει αυτό, μετά το αρχικό σόκ, πρώτα θα τρέξουμε κάπου να προφυλαχτούμε, μετά να προετοιμαστούμε μην μας ξανάρθει μπόρα και στην επόμενη φάση θα σκεφτούμε μήπως τελικά το νερό το εκμεταλλευτούμε, είτε μαζεύοντας το σε φουντάνες, είτε ποτίζοντας.

Αυτό ακριβώς συμβαίνει και με το προσφυγικό, που στη συνέχεια έγινε και μεταναστευτικό.

Ξέρω, υπάρχουν και αυτοί που καταριούνται τον ουρανό, τον μουτζώνουν κι’ όλας, δεν θα ήθελαν δηλαδή αυτή την μπόρα στο σπιτικό τους, αλλά όσα ξιόρκια κι’ αν κάνουν δεν θα αποφύγουν να γίνουν μούσκεμα.

Ας φύγουμε όμως από το παράδειγμα να πάμε στην πραγματικότητα.

Χιλιάδες άνθρωποι εισήλθαν παράνομα στην χώρα μας, που δεν φύλαγε τα σύνορα της, γιατί απ’ ότι απεδείχθη φυλάσσονται και παραφυλάσσονται. Η Ελλάδα, εφαρμόζοντας τις Διεθνείς Συνθήκες που και η ίδια ψήφισε, τους παρείχε φιλοξενία, με την υποχρέωση να εξετάσει το αίτημα τους για παροχή ασύλου ή όχι. Ας μην μπούμε τώρα σε λεπτομέρειες, δεν θα ωφελήσει, αυτό έγινε.

Μέχρι στιγμής λοιπόν σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία 11.000 άνθρωποι είναι πλέον εφοδιασμένοι με το χαρτί του ασύλου, που σημαίνει απλά ότι έχουν τα ίδια δικαιώματα με αυτά του κάθε Έλληνα και κατ’ επέκτασιν Ευρωπαίου πολίτη, συνεπώς παύει η φιλοξενία τους. Ουδείς Ευρωπαίος πολίτης φιλοξενείται και τον… ταϊζουν, άρα είναι ελεύθεροι προς αναζήτηση εργασίας.

Το τι θα γίνει από και πέρα το φοβούνται όλοι. Η Ελλάδα με μόνη εξαίρεση την πανδημία, συμπεριφέρεται με την λογική «βλέποντας και κάνοντας».

Πέντε χρόνια και βάλε, δεν μάθαμε μια λέξη ελληνικά σε αυτούς τους ανθρώπους και τα παιδιά τους, που πολλοί σήμερα είναι έφηβοι, άντε να μιλούν το πολύ μερικές… Αγγλικές λέξεις, που τους έμαθαν οι ΜΚΟ!

Τι θα γίνει; Αυτοί που ξέρουν πιο πολλά από μας λένε πως οι δρόμοι είναι τρείς.

Ή παίρνουν άσυλο και αρνούνται να φύγουν από τα ΚΥΤ, στην περίπτωση μας ΒΙΑΛ, γιατί δεν έχουν που να πάνε. Εμείς κάνουμε τα κορόϊδα και τους κρατάμε άρα φουντώνουμε ένα πρόβλημα μέχρι να εκραγεί και όποιον πάρει ο χάρος.

Τους διώχνουμε από τα ΚΥΤ ευχόμενοι καλή τύχη και αυτοί μαζεύονται στην Αθήνα να εγκαινιάσουν τους πεζόδρομους του Κ. Μπακογιάννη ή να δροσίζονται στο νέο συντριβάνι Ομονοίας.

Η χώρα μας επεξεργάζεται πρόγραμμα απορρόφησης τους στην παραγωγή.

Επειδή το τρίτο είναι το δυσκολότερο και το υγιές θα πρότεινα να προηγηθούμε. Απευθύνομαι λοιπόν  σε ένα οργανωμένο τοπικό παραγωγικό κομμάτι, τους μαστιχοπαραγωγούς και την προοδευτική Διοίκηση της ΕΜΧ και τον πολύ καλό Πρόεδρο της Γ. Τούμπο.

Με δεδομένο ότι βλέπουν πιο μπροστά από όλους μας, αντιλαμβάνονται ότι με την έκρηξη της μαστίχας στον χώρο του φαρμάκου, θα πρέπει την επόμενη εικοσαετία να φυτευτούν στα Νοτιόχωρα και οι… γλάστρες.

Ποιοί θα το κάνουν αυτό; Οι γέροντες θα έχουν φύγει, οι μεσήλικες είναι συνταξιούχοι… δημόσιοι υπάλληλοι και οι νέοι αγρότες βίας συμπληρώνουν… εντεκάδα. Οι Αλβανοί είναι πλέον επιστάτες των Πακιστανών, που χρησιμοποιούν για… εργάτες «σκαστούς» της ΒΙΑΛ.

Πολλοί θα επιθυμούσαν να είναι αλλιώς τα πράγματα, αλλά είναι όπως το αρχικό παράδειγμα της… μπόρας. Όσο και να τα ωραιοποιούμε έτσι περίπου έχουν και αύριο θα γίνουν χειρότερα.

Η πρόταση μου είναι απλή και στηρίζεται στην κοινή λογική. Η ΕΜΧ δεν είναι όπως η χώρα, δεν είναι δηλαδή μπάχαλο. Μπορεί να προβλέψει τι ανασχινώσεις πρέπει να γίνουν, πόσους εργάτες γής χρειάζεται, σε πιά χωριά, πόσοι απ’ αυτούς να είναι πολύτεκνοι (ας μην το αναλύσουμε, αν δεν υπήρχαν οι Αλβανοί θα ήταν κλειστά σήμερα τα Σχολεία μετά τον… Βροντάδο και μετά την… Καλλιμασιά) να καταγραφούν τα καταλύματα, που μπορούν να χρησιμοποιηθούν, και να αναζητήσει η ΕΜΧ ανθρώπους που να θέλουν να εργαστούν από την ΒΙΑΛ στα μαστιχόδενδρα του νησιού μας.

Η ΒΙΑΛ κάποτε θα κλείσει, η μαστίχα θα μείνει. Αν η Χίος άκουγε τον Κοτσακά, που πριν 30 χρόνια ήθελε να μεταφέρει Έλληνες του Πόντου (τότε η αθάνατη βλακεία τους έλεγε Ρωσοπόντιους) στα Βορειόχωρα σήμερα δεν θα μιλάγαμε για το… κοιμητήριο της αγόνου Αμανής. Αν χάσουμε τώρα την ευκαιρία του εργατικού δυναμικού της ΒΙΑΛ, οι μαστιχοπαραγωγοί του αύριο θα εισάγουν ξένο εργατικό δυναμικό, όπως κάνουν και στην Ηλεία με τις φράουλες που τρώμε και στην Κρήτη και αλλού με τις ελιές που έχουμε στο τραπέζι μας.

 

Υ.Γ. Παρασκευή μεσημέρι στο λιμάνι. Οι εργάτες πάνω από τους μπαβέδες σαν τα μαμούνια. Άλλος τρίβει, άλλος πλένει, άλλος ρίχνει λάσπη. Απέναντι κάθεται σε καφετέρια αραχτός, αφράτος φασεμπουκέλληνας με τη φραπεδιά μπροστά του. Καθώς περνάω με το ποδήλατο, μου φωνάζει.

«Ντζούμα, αυτά να γράφεις ρε, ούτε ένας έλληνας δεν δουλεύει στο έργο»