Οι… ξυπόλητες των Καρδαμύλων

Γιάννης Τζούμας
Τρί, 09/08/2022 - 21:12

Ναι γιατί ήταν ξυπόλητες, ήρθαν ξυπόλητες και γιατί έτσι τις είπαν, μην έχομε αυταπάτες.

Αφορμή για τις παρακάτω σκέψεις, μου έδωσε η αξιέπαινη πρωτοβουλία τριών Καραμυλιτισσών, να εκδώσουν και να παρουσιάσουν σε εκδήλωση που έγινε στην… πρωτεύουσα της Βόρειας Χίου, το βιβλίο «Αστικός προσφυγικός Συνοικισμός Καρδαμύλων Χίου. Πρόσωπα και μνήμες».

Η Άννα Παππή, Δέσποινα Πονηρού και Μαρία Φύκαρη, μπήκαν μπροστά, ένωσαν γνώσεις και δυνάμεις και μάζεψαν μνήμες. Τι πιο δυνατό, έγραφαν ιστορία. Γιατί εν τέλει η ιστορία δεν είναι τίποτα παραπάνω από την καταγραφή της μνήμης των ανθρώπων.

Και οι άνθρωποι αυτοί ήταν οι πρόσφυγες του 1922. Αυτοί που από νοικοκύρηδες ήρθαν… ξυπόλητοι.

Αυτοί που έζησαν την μεγαλύτερη τραγωδία στην ιστορία του ελληνισμού, αυτοί που ξεριζώθηκαν από χιλιόχρονες και δεν είναι σχήμα λόγου αυτό το χιλιόχρονες εστίες.

Διασκορπίστηκαν σε όλη τη χώρα, στο νησί και τα Καρδάμυλα.

Αποτέλεσαν ξεχωριστή κοινωνία; Ναι, αλλά για να ενσωματωθούν, να απορροφηθούν αλλά και να… απορροφήσουν, να αποτελέσουν ένα σώμα, να γίνουν από Τσεσμελήδες και Αλατσατιανοί… Καρδαμυλίτες.

Αυτό κατέγραψαν οι τρείς συγγραφείς. Τον οικισμό τους, τα σπίτια τους, την προσωπική ιστορία του καθενός και τις αλήθειες της ζωής.

Και ξέρετε τι λένε αυτές οι αλήθειες; Πως τα πράγματα δεν ήταν ρόδινα, όπως ποτέ δεν έχουν στην ζωή και την κάθε εποχή τα πράγματα τέτοιο χρώμα.

Μέχρι να γίνουν οι μετέπειτα οικισμοί στο Καστέλλο και τον Φραγκομαχαλά, ξέρετε που αποφάσισαν οι τότε προύχοντες να πάνε οι πρόσφυγες; Στον σκουπιδότοπο, το έλος του Παρθένη, για να αναστηθεί το μετέπειτα Βαρβάσι και στον… βόθρο του Κάστρου, γιατί στο Κάστρο μόνο ποντίκια μπορούσαν τότε να ζήσουν.

Αν νομίζομε ότι στα Καρδάμυλα έγινε κάτι άλλο, έρχεται αυτό το βιβλίο έρευνα, να μας δείξει την πικρή αλήθεια.

Οι νεοφερμένοι δεν έγιναν δεκτοί με ανοικτές αγκάλες. Εκτός από αυτούς που τους αγκάλιασαν, υπήρχαν και αυτοί που τους είπαν… ξυπόλητους.

Μόνο που οι… ξυπόλητες ήξεραν… μαντολίνο. (Το βρίσκουμε γραμμένο στο βιβλίο) Προσέξτε, το 1922, τι επίπεδο υπήρχε στην Κάτω Παναγιά, παρακαλούμε, ένα παραλιακό χωριουδάκι επίνειο των Αλατσάτων, που τα κορίτσια των αγροτών ήξεραν μαντολίνο. Στην Σμύρνη άραγε, τι ήξεραν;

Και τι αποδεικνύει το βιβλίο; Δεν δείχνει μόνο την δύναμη των ανθρώπων να αναγεννηθούν από τις στάχτες τους. Άλλωστε το μυθικό πουλί, ο Φοίνικας, ελληνικό είναι. Δεν δείχνει μόνο την φιλοξενία και την αγένεια, δείχνει και την ανθρώπινη σφραγίδα, κάτι που επεσήμανε ο παρευρισκόμενος Βουλευτής Α. Μιχαηλίδης, που μόνο τυπικά δεν παρακολούθησε την εκδήλωση και μόνο τυπικά δεν χαιρέτησε λέγοντας στο κλείσιμο του την ουσία, την οποία δεν πρέπει να παραβλέψουν οι Καρδαμυλίτες.

Αν δεν υπήρχε ο μακαριστός Μητροπολίτης Καρδαμύλων Ιωακείμ Στρουμπής, δεν θα μιλάγαμε για προσφυγικό οικισμό Καρδαμύλων ή τουλάχιστον γι’ αυτόν. Γιατί την ώρα της κρίσης, την ώρα που και οι εκεί προύχοντες είπαν οι πρόσφυγες να πάνε στα… Γκράβαρα, βγήκε και είπε, ΕΔΩ, και έδωσε, δώρισε στο κράτος για να κτίσει τα πρώτα σπιτάκια, την καλύτερη γή των Καρδαμύλων, το φιλέτο, δίπλα στον τότε Μητροπολιτικό Ναό του Αϊ Νικόλα.

Και γι’ αυτό αλλά και για εκατοντάδες άλλους λόγους, θα μπορούσα να γράφω δυό μέρες, τα Καρδάμυλα οφείλουν ένα Μνημόσυνο γνώσης σ’ αυτόν τον Θυμιανούση Ιεράρχη, που έγινε Χριστός για τους… ξυπόλητους.

Επιτρέψτε μου να κλείσω με μια αναφορά στον πρόσφυγα Γιώργη Ραπτάκη, που η γραπτή προσωπική του ιστορία στάθηκε στυλοβάτης του βιβλίου. Το υπογράφει η εγγονή του Άννα Παππή.

Και τώρα που το αντιγράφω, κλαίω.

«Τον φέρνω μπροστά μου. Τις τελευταίες στιγμές που έζησα κοντά του. Ένα καράβι χαρούμενο γεμάτο από κόσμο, να ταξιδεύει στα στενά της Χίου και της Μικρασίας. Παντού ακούγονται τραγούδια Πασχαλινά, η Άνοιξη πιο όμορφη παρά ποτέ, ο κόσμος να πηγαινοέρχεται πέρα δώθε, να μιλάει, να γελάει, να σχολιάζει… Όλα Αναστάσιμα.

Και ο παππούς να αφήνεται στην τελευταία του πνοή, καθισμένος, στολισμένος, με το κοστούμι του και το κεφάλι του ψηλά, να χαιρετάει τούτο τον «μάταιο» κόσμο όπως ο ίδιος έλεγε. Να παππού απέναντι είναι η Μικρασία. «Στ΄Αλάτσατα, στην Παναγιά» μου βγήκε αυθόρμητα μέσα στο κλάμα μου το τραγούδι.

Είναι σίγουρη πως με ένιωσε και η ψυχή του πέταξε ψηλά στην χαμένη πατρίδα του, έφτασε στο λιμάνι της Αγριλιάς και φτερούγισε προς τον μεγάλο κεντρικό δρόμο των Αλατσάτων. Εκεί στο πατρικό του σπίτι τον περίμενε η μάνα του, που δεν τη βρήκε ζωντανή, όταν γύρισε από το μέτωπο. Έγινε μικρό παιδί, χαϊδεμένο, ονειροπόλο, παιδί της πατρίδας του. Καλή επάνοδο παππού μου».

 

Υ.Γ.: Τις προσφυγοπούλες της φωτογραφίας της πήρα από το βιβλίο. Δεν ανταποκρίνονται ίσως σ’ αυτές που ήταν ξυπόλητες αλλά ήξεραν… μαντολίνο και με ενέπνευσαν να γράψω τα παραπάνω φτωχά λόγια.

 

 

 

 

Σχετικά Άρθρα