Λένε, πως στο λιμάνι, ένα σούρουπο αλμυρό, συνάντησα τον Γέροτζίμη∙
θαλασσινό παλιό, με μάτια βαθιά σαν κύμα που δεν ησυχάζει ποτέ.
«Γεια σου, καπετάνιε!» του φώναξα.
«Βρήκα τη θαλασσοσπηλιά!»
Η καρδιά μου φλέγονταν σαν φλόγα μέσα σε καλοκαιρινό αγέρα.
Κι εκείνος, με χαμόγελο μισό μυστικό, μισό ανάμνηση, μου αποκρίθηκε:
«Πήγες, γιε μου; Και πότε πήγες;»
«Χθες… στο λιόγερμα», του είπα.
Τότε έγειρε το κεφάλι, κι άφησε λόγια βαριά σαν άγκυρα:
«Αμ, δεν πήγες… τίποτα δεν είδες.
Η θάλασσα, παιδί μου, ποτέ δεν ανοίγει την καρδιά της στο σκοτάδι.
Αν δεν πας αξημέρωτα, με το πρώτο φως,
το μυστικό της δε στο φανερώνει».
Κι έτσι, πριν ακόμη χαράξει, κίνησα.
Έσφιξα το τιμόνι, πέρασα τ’ ακρωτήρι,
κι όταν ο ήλιος πρόβαλε, βούτηξα στα νερά.
Κι εκεί… η ανατολή άνοιξε διάπλατα σαν πύλη φωτός.
Οι ακτίνες γίναν χορός∙
λεπτές κορδέλες, χρυσά φίδια, που με τραβούσαν προς τα βάθη.
Στο σπλάχνο της σπηλιάς αντίκρισα θησαυρό που δεν είναι για ανθρώπινα χέρια:
η καρδιά της έλαμπε σαν ασημένιο παλάτι.
Κι από το φως ξεπρόβαλε μορφή άυλη∙
νεράιδα της θάλασσας, με φωνή σαν κύμα που σπάζει απαλό στην ακτή.
Με δέσανε αλυσίδες από φως – όχι για να με κρατήσουν, μα για να με μαγέψουν.
«Μείνε εδώ, ταξιδευτή, στο βασίλειό μου», ψιθύρισε.
Μα η ψυχή μου γύρεψε τον κόσμο των ανθρώπων.
Κι όταν βγήκα ξανά στο φως της μέρας, χαμογέλασα:
Ο Γεροτζίμης είχε δίκιο.
Οι παλιοί ξέρουν∙
πως η θάλασσα ποτέ δεν δείχνει τα πάντα σε μια μόνο ματιά.
στην νότια Χίο
Εξερεύνηση και σκέψη
































