Διγλωσσία και προβλήματα λόγου και ομιλίας

Άρθρο της Νατάσας Καλτσίδου Λογοπεδικός τμήματος Παιδιών & Εφήβων, Κέντρου Παιδιού & Εφήβου
Παρ, 20/07/2018 - 17:52
ΚΠΕ

 

Τα τελευταία χρόνια ολοένα και αυξάνονται στην Ελλάδα τα παιδία που είναι δίγλωσσα. Αυτά προέρχονται από οικογένειες οικονομικών  μεταναστών που έχουν ως κυρίαρχη γλώσσα τη μητρική τους και τα Ελληνικά αποτελούν την δεύτερη γλώσσα, είτε είναι παιδιά που προέρχονται από δίγλωσσες οικογένειες και έχουν 2 μητρικές γλώσσες.

Ωστόσο για να θεωρηθεί ένα παιδί ως δίγλωσσο απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η ταυτόχρονη ή διαδοχική εκμάθηση των 2 γλωσσών να έχει ξεκινήσει  στη ηλικία 0-6 ετών, ηλικία κατά την οποία το παιδί αναπτύσσει το λόγο.

Σύμφωνα με έρευνες η επαφή με 2 γλώσσες ταυτόχρονα δεν αποτελεί δυσκολία για το παιδί και τα δίγλωσσα παιδιά αναπτύσσονται γλωσσικά όπως τα παιδιά που μιλούν μια γλώσσα, ακολουθώντας τα ίδια αναπτυξιακά στάδια χωρίς ιδιαίτερη απόκλιση.

Σημαντικό ρόλο παίζει η ποιοτική και ποσοτική επαφή με τις γλώσσες και σε αυτό το σπουδαιότερο ρόλο τον έχουν οι γονείς και οι ευκαιρίες που δίνουν στο παιδί για επικοινωνία. Όσο περισσότερο το εκθέτουν στη μια ή και στις 2 γλώσσες τόσο ικανότερο γίνεται στη χρήση και κατανόηση τους.

Είναι προτιμότερο να χρησιμοποιείται από τον γονιό στην επικοινωνία του με το παιδί, η γλώσσα που γνωρίζει καλύτερα. Όταν το επίπεδο  της δεύτερης γλώσσας δεν είναι ικανοποιητικό, θα ήταν καλύτερο  να προτιμάται η επικοινωνία στην μητρική κυρίαρχη γλώσσα, δίνοντας  στο παιδί σωστές βάσεις και  σωστά πρότυπα λόγου και ομιλίας. Πάνω στην κυρίαρχη γλώσσα βασίζεται η ανάπτυξη της προσωπικότητας του παιδιού και η ικανότητα του να συνάπτει σχέσεις με τους άλλους ανθρώπους. Όταν θα έρθει σε επαφή με τη δεύτερη γλώσσα(π.χ. στη γειτονιά, παιδικό σταθμό, νηπιαγωγείο)θα μπορεί ευκολότερα να  την μάθει, πατώντας στις γερές βάσεις που έχει κατακτήσει από την εκμάθηση της μητρικής του.

Το δίγλωσσο παιδί συχνά μπορεί να:

Κάνει φωνολογικά λάθη στην άρθρωση συγκεκριμένων λέξεων  γιατί πιθανόν να έχει καταγράψει τη λέξη όπως την αρθρώνει ο γονέας ο οποίος δε μιλά καθαρά τη γλώσσα.

Να μπερδεύει γραμματικούς και συντακτικούς κανόνες από τις 2 γλώσσες.

Να χρησιμοποιεί λέξεις και από τις 2 γλώσσες καθώς μιλά.

Το εκφραστικό του λεξιλόγιο να είναι λίγο καλύτερο στη μια από τις 2 γλώσσες.

Πιθανόν όταν το παιδί έρθει σε επαφή με τη δεύτερη γλώσσα να αρχίσει να μιλά λιγότερο ή να σταματήσει να μιλά για μικρό χρονικό διάστημα.

Σε ορισμένες περιπτώσεις η διγλωσσία, μπορεί να συνυπάρχει με κάποια γλωσσική διαταραχή. Αν το παιδί παρουσιάζει διαταραχή στο λόγο, στην επικοινωνία ή στην ομιλία του, αυτή θα εκδηλωθεί και στις δύο γλώσσες Στην περίπτωση αυτή πρέπει οι γονείς να απευθυνθούν σε λογοπεδικό/ λογοθεραπευτή ο οποίος θα αξιολογήσει τις επικοινωνιακές δεξιότητες, τον τρόπο ομιλίας, κατανόησης και έκφρασης του .

Όταν  υπάρχει σημαντική καθυστέρηση στον λόγο ή γλωσσική διαταραχή, θα πρέπει να επιδιώκεται η επαρκής κατάκτηση μιας μόνο γλώσσας.

Πληροφορίες: Τμήμα Παιδιών και Εφήβων. Κέντρο Παιδιού και Εφήβου, Εγκρεμού 30, Χίος, 2271020000 (εσωτ.1), www.kpechios.gr