Εκατό χρόνια από το 1922: Πρόσφυγες, οι αιώνιοι «απόβλητοι»

Εισήγηση της Χιακής Συμπολιτείας σε διαδικτυακή συνάντηση του Δήμου Χίου για τα 100 χρόνια από τα Μικρασιατικά και την προσφυγιά
Σάβ, 29/01/2022 - 11:49

«Σήμερα άκουσα από έναν πρόσφυγα τούτο. Έφευγαν από τη Σμύρνη. Όταν βγήκαν στη Χίο, μαγαζιά, σπίτια, πόρτες, παράθυρα, τα πάντα έκλεισαν μονομιάς. Αυτός με τη γυναίκα του μέσα στο κοπάδι. Το μωρό έξι μέρες να τραφεί, έκλαιγε, χαλούσε τον κόσμο. Η μάνα ζητά νερό. Από ένα σπίτι, τέλος πάντων, αποκρίνουνται: “Ένα φράγκο το ποτήρι!” Κι ο πατέρας που διηγείται: “Έφτυσα τότε μέσα στο στόμα του παιδιού, για να το ξεδιψάσω.”»

Γιώργος Σεφέρης, Έξι νύχτες στην Ακρόπολη

Τη Δευτέρα 24/1/2022 πραγματοποιήθηκε διαδικτυακή συνάντηση φορέων και ανθρώπων του νησιού, κατόπιν πρόσκλησης του προέδρου του Δημοτικού Συμβουλίου, με θέμα την ανταλλαγή ιδεών και προτάσεων ώστε να τιμηθούν η επέτειος των 100 χρόνων από τα Μικρασιατικά και το έργο των Μικρασιατών προσφύγων. Η Χιακή Συμπολιτεία συμμετείχε με δύο εκπροσώπους της, καταθέτοντας μια συνολική οπτική και συγκεκριμένο πλαίσιο για την εκπόνηση προτάσεων. Κατέδειξε δηλαδή ότι αντιμετωπίζει αυτήν την πρόσκληση όχι διεκπεραιωτικά αλλά με ιδιαίτερη σοβαρότητα.

Ως δημοτική παράταξη, ενδιαφερόμαστε και για την ιστορική μνήμη -μολονότι θεωρούμε ότι σ’ αυτόν τον τόπο έχει βιαστεί άγρια και βιάζεται ακόμα σε καθημερινή βάση- αλλά και για τον πολιτισμό. Επομένως, εστιάζουμε επίμονα στην ανάδειξη πλευρών και σελίδων της Ιστορίας που αποσιωπώνται συστηματικά, στο βωμό πολιτικών σκοπιμοτήτων. Λαοί που συσκοτίζουν το παρελθόν τους και το ωραιοποιούν στο βωμό τέτοιων σκοπιμοτήτων δεν έχουν μεγάλη ελπίδα για το παρόν και το μέλλον τους. Εφόσον λοιπόν στην πρόσκληση διακηρύσσεται ως βασικός σκοπός η «ανάγκη ενίσχυσης της αυτογνωσίας μας», θεωρήσαμε απολύτως απαραίτητη τη συμμετοχή μας και τη συμβολή μας.

Η ιστορία ένταξης των μικρασιατών προσφύγων στην ελληνική κοινωνία είναι πάνω και πριν απ’ όλα μια ιστορία εκδήλωσης του ασύλληπτου ρατσισμού και μίσους των ντόπιων της μητροπολιτικής Ελλάδας απέναντί τους, σε βαθμό που συνιστά περίπου θαύμα το γεγονός ότι οι πρόσφυγες (όσοι κατόρθωσαν φυσικά να επιβιώσουν) μπόρεσαν να ενταχθούν, μετά από χιλιάδες βάσανα και προσκόμματα, στην ελληνική κοινωνία. Ένταξη που επιτεύχθηκε τελικά πολύ λιγότερο χάρη στην αρωγή της εκάστοτε Πολιτείας (που για κάθε βοήθημα ή μέτρο στήριξης τούς φιλοδωρούσε με...δυο τρικλοποδιές) ή τα λεφτά Ευρώπης και Αμερικής, και πολύ περισσότερο σε δικές τους αρετές (πείσμα, ανθεκτικότητα, προσαρμοστικότητα) – σαν κι αυτές που πολλαπλασιάζονται μέσα σε κάθε ξεριζωμένο και κυνηγημένο που βρίσκεται με το μαχαίρι στα δόντια, όταν οι νοικοκυραίοι του τόπου όπου προσφεύγει τον αντιμετωπίζουν ως «απόβλητο», «μίασμα» και «λαθροεισβολέα».

Οι διαφορές σε γλώσσα, θρησκεία και εθνική συνείδηση ανάμεσα στους τότε πρόσφυγες με τους σημερινούς, τις οποίες θα επικαλεστούν οι υπερπατριώτες που «φρίττουν» με τους συσχετισμούς μας κι όσα λέμε καθαρά (ότι δηλαδή η ομαλή ένταξη όσων προσφύγων θα ήθελαν να παραμείνουν εδώ θα ευεργετούσε τη χώρα, πέρα από τα αδιαπραγμάτευτα για μας ανθρωπιστικά κριτήρια) είναι λιγότερο πρωτεύουσες απ’ ό,τι βολεύονται πολλοί να πιστεύουν. Στη ζωντανή ροή της Ιστορίας οι λαοί, αντίθετα απ’ όσα οι ελίτ επιχειρούν να επιβάλλουν στη συλλογική συνείδηση ως αυτονόητα, πορεύονται πρωτίστως με βάση τις πραγματικότητες που διαμορφώνει η ταξική και κοινωνική τους συνείδηση, και πολύ λιγότερο με βάση τα υπόλοιπα. Ειδάλλως, ο γηγενής ελληνισμός θα υποδεχόταν στο σύνολό του τον Μικρασιατικό ελληνισμό ασμένως και προθύμως – ως «αναξιοπαθούντες συμπατριώτες, που χρήζουν κάθε βοηθείας». Δυστυχώς για τις αναλύσεις των εθνικιστών, το ακριβώς αντίθετο συνέβη...

«Τουρκόσποροι», «ξενομερίτες», «παστρικές», «Καυκάσιοι», «σκουπίδια» και άλλα πολλά όμορφα ήταν ελάχιστοι μόνο από τους χαρακτηρισμούς που επεφύλαξαν πριν από 100 χρόνια οι γηγενείς Έλληνες στους μικρασιάτες πρόσφυγες. Λίγες στιγμές μάλιστα πριν από τη βέβαιη καταστροφή, ο Αριστείδης Στεργιάδης, ύπατος αρμοστής της Σμύρνης, στην ερώτηση του νεαρού τότε πολιτικού Γεωργίου Παπανδρέου από την Αθήνα «γιατί δεν τους ειδοποιείτε να φύγουν;», απάντησε ως εξής: «Καλύτερα να μείνουν εδώ να τους σφάξει ο Κεμάλ, (ή, εναλλακτικά, «να τους πετάξουν στη θάλασσα» θα προσθέταμε εμείς…) γιατί αν πάνε στην Αθήνα, θα ανατρέψουν τα πάντα!» Τόσος πατριωτισμός...

Εύλογα συμπεραίνουμε λοιπόν πως ένα επετειακό αφιέρωμα στα 100 χρόνια μικρασιατικού Ελληνισμού στην Ελλάδα πρέπει να έχει ως βασικό του μέρος την ανάδειξη του διαρκούς ρατσισμού και της εξευτελιστικής υποδοχής από την πλειοψηφία των ντόπιων που βίωσαν αυτοί οι άνθρωποι στην αγκάλη της «μαμάς πατρίδας». Ρατσισμού, που θα ήταν ευχής έργον να περιοριζόταν σε λεκτικούς χαρακτηρισμούς σαν κι αυτούς που ενδεικτικά παρατέθηκαν. Αντιθέτως, οι δολοφονίες, οι επιθέσεις σε προσφυγικούς συνοικισμούς, τα χρόνια εμετικά δημοσιεύματα του τοπικού Τύπου και η κατά συρροή αρπαγή των προσφυγικών περιουσιών από μαυραγορίτες - ιδεολογικούς προγόνους των σημερινών κυβερνώντων που στηρίζει και η Δημοτική Αρχή - βρίσκονταν στην ημερήσια διάταξη. Το σχετικό ιστορικό υλικό είναι ατελείωτο, και η παράταξη θεωρεί χρέος της να το βγάλει στο φως!

Από εκεί και πέρα, η συμβολή των Μικρασιατών προσφύγων στην ανάσταση ουσιαστικά του (όχι ιδιαίτερα πλούσιου και ζωντανού συνολικά μέχρι τότε, αν μιλήσουμε επιτέλους με τη γλώσσα της αλήθειας) ελληνικού πολιτισμού υπήρξε πραγματικά μοναδική. Συνηγορεί και αυτή η ιστορική πραγματικότητα στην πεποίθησή μας ότι οι κοινωνίες διαχρονικά μόνο να κερδίσουν θα είχαν από την ένταξη προσφύγων στο δυναμικό τους: ο πολιτισμός εμπλουτίζεται, τα ήθη και τα έθιμα αναμιγνύονται σε μια ευεργετική ώσμωση που συνιστά αναγέννηση και όχι απειλή, οι νοοτροπίες γίνονται λιγότερο άκαμπτες, το εργατικό δυναμικό ανανεώνεται, η οικονομία τονώνεται. Αυτά θα έπρεπε να είναι αυτονόητα για μια Ευρώπη και μια Ελλάδα με στοιχειώδη κοινή λογική και ανοιχτά μυαλά – μόνο που τα τελευταία είναι είδος σε ανεπάρκεια..

Ως προς το έργο των Μικρασιατών καθαυτό, θα χρειαζόταν μια πολύ σοβαρή και οργανωμένη προσπάθεια για να αναδειχτεί με τον τρόπο που του αξίζει. Κάποια ενδεικτικά ονόματα από όσους και όσες διέπρεψαν στα Γράμματα και τις Τέχνες αρκούν για του λόγου το αληθές: Γιώργος Σεφέρης, Γιώργος Σαραντάρης, Ελένη Βακαλό, Φώτης Αγγουλές (ποίηση), Φώτης Κόντογλου, Στρατής Δούκας, Κοσμάς Πολίτης, Διδώ Σωτηρίου, Έλλη Παπά, Μαρία Ιορδανίδου, Γιώργος Θεοτοκάς, Ηλίας Βενέζης, Μενέλαος Λουντέμης (πεζογραφία/και ζωγραφική οι δύο πρώτοι), Κάρολος Κουν (θέατρο), Μανόλης Ανδρόνικος (αρχαιολογία), Μανώλης Καλομοίρης (μουσική), Σοφία Βέμπο (τραγούδι), Δημήτρης Γληνός (εκπαίδευση), Ιωάννης Συκουτρής (φιλολογία), Παύλος Καρολίδης (ιστορικές επιστήμες) - και άλλοι που αναγκαστικά παραλείπονται…

Αν αναφερθήκαμε όμως σε ατομικές περιπτώσεις, τι να πει κανείς για τα συλλογικά επιτεύγματα: το μπόλιασμα της μουσικής με το ρεμπέτικο / σμυρναίικο τραγούδι, τη γνωριμία της ελληνικής κοινωνίας με όργανα όπως ο μπαγλαμάς, ο ταμπουράς, το σάζι, το ούτι, το παραδοσιακό βιολί, το κανονάκι, τις μνημειώδεις Μικρασιάτισσες τραγουδίστριες του είδους. Τους μικρασιατικούς χορούς: ζεϊμπέκικα, χασάπικα, καρσιλαμάδες, αϊβαλιώτικα, ποντιακοί, τσιφτετέλια. Τον εμπλουτισμό της ελληνικής κουζίνας με σωρό γεύσεων άγνωστων ως τότε, και πολλά άλλα...

Όλα τα παραπάνω δεν τονίζονται δίκην μαθήματος σε αδαείς, αλλά για να αποτυπωθεί το τελικό μας συμπέρασμα. Αν υπάρχει όντως σοβαρή διάθεση από το δήμο για την ανάδειξη έργου τέτοιου μεγέθους και πλούτου, χρειάζονται άψογη οργάνωση, διάθεση, μεράκι, αλλά κυρίως επιστράτευση ανθρώπων και δυνάμεων του τόπου με καλλιέργεια, ενσυναίσθηση και υψηλή αισθητική, ώστε να αναζητηθεί η συνεργασία τους σε εκδηλώσεις ποιότητας, που θα αναβαθμίζουν και το μορφωτικό επίπεδο όλων μας (κι ιδίως των νεότερων).

 

Η μέχρι τώρα πορεία της δημοτικής αρχής δε μας έχει δυστυχώς προϊδεάσει πως σκοπεύει να κινηθεί σε μια τέτοια κατεύθυνση. Αν προτίθεται να διεκπεραιώσει ένα τέτοιο εγχείρημα με το συνήθη τρόπο - με απευθείας ανάθεση σε μια υποεπιτροπή δυο-τριών ανθρώπων πολιτικά «δικών της» αλλά άσχετων με τις προκλήσεις και τις απαιτήσεις του εγχειρήματος - πρόκειται για κάτι που δε μας αφορά. Αν αντιθέτως σκοπεύει να μας εκπλήξει ευχάριστα κινούμενη προς την πρώτη κατεύθυνση, θα είμαστε εδώ για να εξειδικεύσουμε τις γενικές κατευθύνσεις μας και να καταθέσουμε και συγκεκριμένες προτάσεις σε αμέσως επόμενο στάδιο.

 

Σχετικά Άρθρα