
Την ανάπτυξη έργων για την κατασκευή τεχνητών νησιών και υπεράκτιων πλατφορμών στο Αιγαίο προτείνει Τούρκος νομικός και αναλυτής διεθνών σχέσεων, σε άρθρο του στη φιλοκυβερνητική τουρκική ιστοσελίδα Star.
Ο Δρ. Λεβέντ Ερσίν Οραλί, αναπληρωτής καθηγητής στο πανεπιστήμιο Hacı Bayram Veli της Άγκυρας, υποστηρίζει ότι η Τουρκία θα πρέπει να συνδυάσει το διεθνές δίκαιο, τη θαλάσσια ασφάλεια, την προστασία του περιβάλλοντος και τον στρατηγικό σχεδιασμό, προκειμένου να διαμορφώσει μια μακροπρόθεσμη πολιτική για το Αιγαίο.
Όπως υποστηρίζει, η τουρκική στρατηγική δεν θα πρέπει να περιορίζεται στις τρέχουσες εξελίξεις, αλλά να συνδέει τα θαλάσσια δικαιώματα της χώρας με τα οικονομικά της συμφέροντα και τις περιβαλλοντικές της υποχρεώσεις.
Μία από τις προτάσεις που καταθέτει, σημειώνουν τα ΝΕΑ, που αναφέρονται στο θέμα, είναι η δημιουργία τεχνητών νησιών και υπεράκτιων πλατφορμών, οι οποίες θα μπορούσαν να ενισχύσουν την τουρκική παρουσία στο Αιγαίο μέσω πολιτικών υποδομών, επιστημονικής έρευνας, θαλάσσιας ασφάλειας και οικονομικών δραστηριοτήτων.
Σύμφωνα με τον ίδιο, τέτοιες εγκαταστάσεις θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν λιμενικές υποδομές, εγκαταστάσεις υλικοτεχνικής υποστήριξης, ερευνητικούς σταθμούς, αλιευτικές υποδομές, καθώς και δυνατότητες έρευνας και διάσωσης.
Ο Οραλί αναφέρει ότι αντίστοιχα έργα θα μπορούσαν να εξεταστούν σε περιοχές όπου, σύμφωνα με τη δική του προσέγγιση, η Τουρκία διαθέτει νομική δικαιοδοσία, κάνοντας ειδική αναφορά στις θαλάσσιες περιοχές γύρω από το Καστελλόριζο, το οποίο αποκαλεί Μέις, και τη Χίο.
Όπως διευκρινίζει, στόχος δεν θα πρέπει να είναι η δημιουργία μιας νέας ζώνης στρατιωτικής αντιπαράθεσης, αλλά η μακροπρόθεσμη ενίσχυση της οικονομικής και πολιτικής παρουσίας της Τουρκίας στη θάλασσα.
Οι προτεινόμενες υποδομές, σύμφωνα με τον Τούρκο αναλυτή, θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για την υποστήριξη της αλιείας, την παρακολούθηση της θαλάσσιας κυκλοφορίας, την περιβαλλοντική έρευνα και την παροχή βοήθειας σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης.
Ιδιαίτερα στις θαλάσσιες περιοχές κοντά στις τουρκικές ακτές, υποστηρίζει ότι επιστημονικά τεκμηριωμένα και οικονομικά βιώσιμα έργα θα μπορούσαν να αποτελέσουν μέρος μιας ευρύτερης τουρκικής θαλάσσιας στρατηγικής.
Παράλληλα, αναγνωρίζει ότι υπάρχουν σαφείς περιορισμοί που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο. Όπως σημειώνει, ένα τεχνητό νησί δεν αποκτά αυτομάτως το καθεστώς φυσικού νησιού, ούτε αποκτά δικά του χωρικά ύδατα ή μεταβάλλει την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών.
Για να στηρίξει την πρότασή του, ο Οραλί επικαλείται παραδείγματα από άλλες χώρες που έχουν επενδύσει σε υποδομές στη θάλασσα.
Αναφέρεται στις πρακτικές της Ολλανδίας για την αποκατάσταση γης και την προστασία των ακτών, στα έργα της Σιγκαπούρης για την επέκταση της περιορισμένης χερσαίας της έκτασης, αλλά και στις υπεράκτιες υποδομές της Ιαπωνίας.
Κατά τον ίδιο, τα παραδείγματα αυτά δείχνουν πώς η τεχνολογία μπορεί να επιτρέψει την οικονομική αξιοποίηση θαλάσσιων περιοχών μέσω της ενέργειας, της εφοδιαστικής, της επιστημονικής έρευνας και της θαλάσσιας ασφάλειας.
Το ζητούμενο, υποστηρίζει, δεν είναι το μέγεθος των τεχνητών κατασκευών, αλλά η λειτουργικότητα, η βιωσιμότητα, το κόστος και τα μακροπρόθεσμα στρατηγικά οφέλη.
Ο Οραλί προτείνει οι υπεράκτιες πλατφόρμες να εξοπλιστούν με συστήματα ηλιακής και αιολικής ενέργειας, μονάδες αφαλάτωσης, δορυφορικά συστήματα επικοινωνίας, αυτοματοποιημένους μετεωρολογικούς σταθμούς και αισθητήρες βυθού.
Παράλληλα, θα μπορούσαν να αξιοποιούν τεχνητή νοημοσύνη, μη επανδρωμένα θαλάσσια οχήματα και συστήματα τηλεπισκόπησης για την παρακολούθηση της θαλάσσιας κυκλοφορίας, της αλιείας, της ρύπανσης, της θερμοκρασίας του νερού, των θαλάσσιων ρευμάτων και των κινήσεων των πλοίων.
Με αυτόν τον τρόπο, σύμφωνα με την πρόταση, οι πλατφόρμες θα μπορούσαν να λειτουργούν ως πολυχρηστικά κέντρα που συνδυάζουν θαλάσσια έρευνα, περιβαλλοντική διαχείριση και πολιτική ασφάλεια.
Ο Τούρκος αναλυτής υποστηρίζει ότι ένα τέτοιο σχέδιο θα πρέπει να παραμείνει εντός των υφιστάμενων νομικών αρμοδιοτήτων της Τουρκίας και να μην αποσκοπεί στην αλλαγή του νομικού καθεστώτος του Καστελλόριζου ή της Χίου ούτε στην απόκτηση δικαιωμάτων σε θαλάσσιες περιοχές που η Ελλάδα θεωρεί ότι της ανήκουν.
Στο ίδιο πλαίσιο, επισημαίνει ότι η τουρκική στρατηγική δεν θα πρέπει να βασίζεται αποκλειστικά στην κατασκευή υποδομών, αλλά στη δημιουργία μιας μακροπρόθεσμης πολιτικής και οικονομικής παρουσίας.
«Η στρατηγική επιτυχία δεν προέρχεται από την έκχυση σκυροδέματος στη θάλασσα», καταλήγει ο Οραλί, αλλά από την οικοδόμηση μιας διαρκούς πολιτικής ικανότητας στο σωστό μέρος, στη σωστή νομική βάση και με τους σωστούς οικονομικούς στόχους.






























