
Γράφει ο Δηµήτρης Λέντζος
«Έχω µια σειρά τραγουδιών του Αλκαίου», µου είπε σχεδόν ψιθυριστά στο αφτί ο Παντελής, µια µέρα στο Παγκράτι.
«Μην πεις τίποτα», µου λέει. Δεν είπα. Αυτά τα πράγµατα θέλουν να κρατάς µυστικά και το λόγο σου. Μετά από λίγο καιρό, που ξαναβρεθήκαµε, µου τραγούδησε πάλι σιγά «Τα βότσαλα»· ένα όµορφο και δυνατό χασάπικο.
Ύστερα πέρασε καιρός, ψιλοχαθήκαµε µε τον Παντελή. Νέα του µου έλεγε ο κοινός φίλος Γιώργος Χριστοδούλου, ότι προχωράει δηλαδή αυτή η δουλειά και τι ωραία τραγούδια που είναι. Λίγο µετά, τον Δεκέµβρη του 2012, άκουσα τα κακά νέα στο ραδιόφωνο «Πέθανε ο στιχουργός Άλκης Αλκαίος…»
Στενοχωρήθηκα πολύ. Ήταν ο αγαπηµένος µου στιχουργός. Τα τραγούδια του µε πιάνανε από τον γιακά και µε σφίγγανε στον τοίχο. Έβαλα ένα ποτό, πήρα µια κόλλα χαρτί και έγραψα αµέσως ένα ποίηµα. Το L’ ULTIMO BARGO (ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΜΠΑΡΚΟ). Δεν ξέρω, τελικά, γιατί διάλεξα έναν λατινικό τίτλο. Έτσι µου ήρθε. Ο Παντελής µε τον Γιώργη τον Χριστοδούλου πήγαν στην κηδεία στην Πάργα. Στο δρόµο, µάλιστα, είχαν ένα ατύχηµα.
Τούµπαραν µε το αυτοκίνητο, τους µάζεψε ο Θάνος Μικρούτσικος τυχαία, που ακολουθούσε. Το L’ ULTIMO BARGO το διάβασα µια µέρα σε µια κοινή µας φίλη και µου είπε «Δηµήτρη, αυτό εδώ θα το δώσω στον Παντελή για τα καινούργια τραγούδια του Αλκαίου», και µου το πήρε από τα χέρια. Ο καιρός περνούσε. Καιρός δύσκολος µέσα στην κρίση και σε ένα παράξενο πένθος· χρόνια τώρα που περνάµε. Όλα αυτά τα χρόνια όταν βρισκόµασταν ρωτούσα πάντα τον Παντελή τι έγινε µε τα τραγούδια του Αλκαίου. «Γίνονται», µου έλεγε. Καταλάβαινα ότι ήθελε τον καιρό του. Όταν έχεις κάτι σπουδαίο στα χέρια σου θέλεις και ’σύ να φανείς αντάξιός του. Φέτος, στις αρχές του 2018, µε πήρε τηλέφωνο και µου ανακοίνωσε ότι επιτέλους τα «12+1 ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΑ», έτσι ονόµασε τον κύκλο αυτών των τραγουδιών, µε 12 τραγούδια σε στίχους του Αλκαίου και ένα το δικό µου, είναι έτοιµα. Κολακεύτηκα. Σε λίγες µέρες µού έστειλε πρώτα το δικό µου, ένα παράξενο «κουτσοζεϊµπέκικο», που µου άρεσε πολύ. Μετά από λίγον καιρό µού έστειλε και τα άλλα τραγούδια της εργασίας αυτής και τα άκουσα όλα. Αυτό που µε κάρφωσε από την αρχή ήταν ότι πάλι τα τραγούδια αυτά µε πιάσανε από τον γιακά και µε κολλήσανε σφιχτά στον τοίχο.
Ο Παντελής Θαλασσινός τόσο λυρικός και ευαίσθητος, όπως πάντα, µε τις νότες να αναδεικνύουν τα λόγια του ποιητή µε τον πιο ωραίο τρόπο. Τα λόγια του Αλκαίου είναι κουβέντες διπλανές, καθηµερινές, σαν πέτρες στις τσέπες µας για όλον τον κόσµο, στους λιθοβολισµούς των αναµάρτητων και των πετυχηµένων!
Οι µελωδίες εδώ του Θαλασσινού είναι µία ακόµη δυνατή στιγµή στην καριέρα του, που έτσι κι αλλιώς τον έχει καθιερώσει ως έναν από τους σπουδαιότερους τραγουδοποιούς, σχεδόν σαράντα χρόνια τώρα. Συγκινήθηκα. Αυτό είναι το µυστικό στα τραγούδια, είπα. Ζήλεψα κιόλας. Αυτή η κατάκτηση του απλού είναι η πιο επαναστατική πράξη. Το απλό είναι το πιο ποιητικό πράγµα του κόσµου και το πιο δύσκολο ταυτόχρονα.
Τα ηλιοτρόπια του Θαλασσινού ανοίγουν το πρόσωπό τους µ’ ένα µεγάλο χαµόγελο πάντα στον ήλιο, χωρίς να κλείνουν ποτέ τα µάτια τους.
Άκουσα πολλές φορές τα τραγούδια, σε άλλα στάθηκα πιο πολύ, σε άλλα λιγότερο, αλλά ύστερα ήθελα να τα ξανακούσω όλα από την αρχή, χωρίς καµιά εξαίρεση. Δεν γλυτώνεις εύκολα από τους στίχους του Αλκαίου και τις µελωδίες του Θαλασσινού. Από την ακρόαση δεν βγαίνεις ποτέ ακέραιος και αρτιµελής. Τραγούδια τόσο κραταιά και τόσο ευάλωτα, πετροβόλα και ωραία αλητήρια, στις γειτονιές του πόθου.
Θυµάµαι, πολύ µικρός στο χωριό µου δεν µπορούσα να καταλάβω γιατί συγκεκριµένα µόνο τραγούδια άνοιγαν µε το µυστικό κλειδί τους τις ψυχές των ανθρώπων που τα χόρευαν ως εξαίσιοι χορευτές, αµαρτωλοί και πάσχοντες, και αγίαζαν στις πίστες των ένθεων παθών τους. Είναι, λοιπόν, εκείνα τα τραγούδια που έχουν ανθίσει στις άγονες περιοχές της ανθρώπινης ύπαρξης, που µεγαλώνουν µόνον µε τις υγρασίες των αισθηµάτων. Τα τραγούδια, όµως, από τέτοιες καλλιέργειες είναι γόνιµα και αποδοτικά. Η εργασία αυτή είναι συµπαγής και µας αποδεικνύει τι είναι πραγµατικά αυτό που λέµε κύκλος τραγουδιών, και ότι από αυτό το ελάχιστο µιας πρωτογενούς έµπνευσης µπορεί να γεννηθεί το παν. Ο Παντελής Θαλασσινός µε τους στίχους του Άλκη Αλκαίου µάς υπενθυµίζει και κάτι άλλο στον καιρό της οµογενοποίησης και του µακελλειού στο τραγούδι, και όχι µόνο, ότι τα τραγούδια δηλαδή είναι πολύ µεγάλη υπόθεση, τόσο περίπλοκη, όµως, όπως το µυστήριο της ίδιας της ύπαρξης. Τα τραγούδια γίνονται ανθρώπινα µόνο όταν πλησιάζουν το θείο.
Οι ορχήστρες του Θαλασσινού είναι λιτές, δίνοντας χώρο στον λόγο και στο συναίσθηµα, ακολουθώντας τον πανάρχαιο τρόπο αφήγησης του τόπου µας, χωρίς πονηριές και κόλπα. Οι ερµηνείες του εσωτερικές και δυνατές µε έναν τρόπο µαγικό, που χρόνια ο Θαλασσινός έχει κατακτήσει µε πολλά µεγάλα του τραγούδια. Δυνατές στιγµές είναι και οι δύο συµµετοχές της σπουδαίας Λιζέτας Καληµέρη και της νέας πολύ εκφραστικής (το µήλο κάτω απ’ τη µηλιά θα πέσει) Φαίδρας Θαλασσινού.
Αυτά τα ηλιοτρόπια µου όρισαν απόλυτα αυτό το ωραίο κίτρινο του Βαν Γκογκ µε µια στάλα αίµα πάνω στα χείλη µου από τα φιλιά και τα όνειρα του κόσµου.
Τελικά, είµαστε βότσαλα µιας θάλασσας παλιάς σαν πρωτόπλαστο τραύµα στα νωπά µέλη των αγαλµάτων.






































