
Τα εγκαίνια της έκθεσης προς τιμή του Βασίλη Βλασίδη έγιναν την Παρασκευή 3 Αυγούστου στο Ομήρειο Πνευματικό Κέντρο Χίου, παρουσία πλήθους κόσμου. Η έκθεση θα διαρκέσει μέχρι τις 20 Αυγούστου.
Εκ μέρους του ΚΚΕ ο Δημήτρης Ψωμαδάκης τόνισε τη σημασία της έκθεσης, που πραγματοποιείται στο πλαίσιο των 100 χρόνων ζωής και δράσης του ΚΚΕ επισημαίνοντας ότι θα ακολουθήσει κι άλλη εκδήλωση στα μέσα Αυγούστου αφιερωμένης στους αγωνιστές της Μέσης Ανατολής καθώς και το Φεστιβάλ «100 χρόνια ΚΚΕ - 50 χρόνια ΚΝΕ», στη 1 Σεπτέμβρη στο Κόκκινο Φαναράκι.
Το λόγο στη συνέχεια πήρε η Εύα Μελά που αναφέρθηκε στη ζωή και το έργο του Β. Βλασίδη αλλά και στον πλούτο των καλλιτεχνών που έδρασαν στις εξορίες και τις φυλακές.
"Το ΚΚΕ έγινε σε αυτή την πορεία φάρος για χιλιάδες αγωνιστές, μέλη αι οπαδούς του που δε δίστασαν να βάλουν τον ίδιο τον εαυτό τους μπροστά στο απόσπασμα, που στάθηκαν αγέρωχοι στη φυλακή και την εξορία για την υπεράσπιση του δίκιου, της αξιοπρέπειας του λαού", τόνισε.
Συνεχίζοντας ανάεφερε: "Μέσα σε αυτή την πορεία είναι αξιοσημείωτη η παρουσία των καλλιτεχνών, σε όλα τα μετερίζια του αγώνα.
Για να τοποθετήσουμε καλύτερα τον αγώνα και τη δράση των καλλιτεχνών αυτών θα πρέπει να δούμε την παρουσία στην Αντίσταση γενικότερα των εικαστικών καλλιτεχνών απ' το ξεκίνημα του πολέμου.
Τα έργα των εικαστικών καλλιτεχνών στις μέρες μας δεν έχουν την απήχηση που τους αξίζει. Αιτίες, η καπιταλιστική ανάπτυξη, η εμπορευματοποίηση της τέχνης, η χειραγώγησή της από εμπόρους και μεσάζοντες, ο έλεγχος της ενημέρωσης από το μεγάλο κεφάλαιο, αλλά και η χαμηλή ποιότητα της Παιδείας γενικότερα και της καλλιτεχνικής Παιδείας ειδικότερα... Δηλαδή οι πολιτικές που ακολουθούνται από τις κυβερνήσεις όλα τα χρόνια στην υπόθεση του πολιτισμού και της ζωής μας συνολικά.
Ομως, εκείνα τα δύσκολα χρόνια, η εικαστική δημιουργία πήγαινε χέρι χέρι με τους αγώνες του λαού.
Οι περισσότεροι καλλιτέχνες επιστρέφοντας από το αλβανικό μέτωπο ζωγράφισαν εμπνευσμένοι από τα βιώματά τους. Μερικοί μάλιστα, που επιστρατεύτηκαν αργότερα, είχαν κιόλας κάνει προπαγανδιστικά έργα, (αφίσες κλπ.), όπως οι Σπύρος Βασιλείου και Α. Τάσσος, ή είχαν συμμετάσχει σε ομαδικές εργασίες του εργαστηρίου του καθηγητή της ΑΣΚΤ Γιάννη Κεφαλληνού. Ο Γιάννης Κεφαλληνός ένας σημαντικός δάσκαλος που άφησε τα σημάδια του χάρη στην προσωπικότητα του τους μαθητές του δημιούργησε στο εργαστήρι του μια κυψέλη αντιστασιακής δράσης, εκπαιδεύοντας τους σημαντικότερους χαράκτες της εποχής".
Παραθέτουμε εκτενή αποσπάσματα από την ομιλία:
"Οι περισσότεροι από τους εικαστικούς καλλιτέχνες, που στρατεύτηκαν στον πόλεμο κατά των Ιταλών , συνέχισαν τον αγώνα στην Κατοχή και εμπνεύστηκαν έργα βιωματικά από την Κατοχή για την Αντίσταση που τα ολοκλήρωσαν μετά την απελευθέρωση. Η μεγάλη πλειοψηφία των ελλήνων καλλιτεχνών με τον ένα ή τον άλλο τρόπο εντάχθηκε στην Αντίσταση . Μια τεράστια δραστηριότητα αναπτύχθηκε απ' τους καλλιτέχνες. Τα σωματεία των καλλιτεχνών αγωνίσθηκαν για για την επιβίωση των καλλιτεχνών και του λαού. Οι καλλιτέχνες κατέβηκαν μαζί με το λαό στις μεγάλες διαδηλώσεις και συγκρούστηκαν στους δρόμους με τα στρατεύματα Κατοχής και με τους συνεργάτες τους.. Ιδιαίτερα οι σπουδαστές της Σχολής Καλών Τεχνών με τον ενθουσιασμό και την αυτοθυσία τους έγραψαν μερικές από τις πιο λαμπρές σελίδες της Αντίστασης.
Τον Σεπτέμβριο του 1941, με την ίδρυση του ΕΑΜ, ιδρύεται και το ΕΑΜ Καλλιτεχνών, με πυρήνα μέλη της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών που έπαιρναν συσσίτιο σε αίθουσα του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου. Eνα χρόνο αργότερα, τον Νοέμβριο του 1942, η Ηλέκτρα Αποστόλου συσπείρωσε στο ξύλινο καφενείο του Ζαππείου μεγάλη ομάδα χαρακτών, μελών του ΕΑΜ Καλλιτεχνών, ως καλλιτεχνικό συνεργείο για τις ανάγκες της προπαγάνδας: τις προκηρύξεις, τις αφίσες και τα συνθήματα· όλα χαρακτικά σε ξύλο και λινόλαιουμ.
Το Νοέμβρη του 1942 μπήκαν τα θεμέλια για την πρώτη ξεχωριστή αντιστασιακή οργάνωση των καλλιτεχνών.
Από τη δράση της οργάνωσης των καλλιτεχνών στην Κατοχή στον τομέα των συνδικαλιστικών διεκδικήσεων ήταν η παροχή συσσιτίου στους καλλιτέχνες και η σύσταση του Καλλιτεχνικού Επιμελητηρίου το 1944.
Με τη λήξη του πολέμου πολλοί καλλιτέχνες σύρθηκαν στην εξορία. Γνωστοί για το έργο τους και την πολιτική τους δράση όχι μόνο δημιούργησαν έργα σημαντικά αλλά και έστησαν τα μεγάλα «πανεπιστήμια της εξορίας», δίδαξαν και διδάχθηκαν μαζί με τους άλλους εξόριστους πολιτική, ιστορία, φιλοσοφία αλλά και τέχνη.
Από τους κυριότερους δασκάλους τέχνης στην εξορία ήταν ο Χρήστος Δαγκλής, που δίδασκε χαρακτική και ο Γιάννης Ρίτσος που δίδασκε ακουαρέλλα.
Από τους ζωγράφους της εξορίας ξεχώρισαν Ο Δαγκλής, ο Φαρσακίδης, ο Στεφανίδης, η Κατερίνα Χαριάτη... Ο μεγάλος δάσκαλος τέχνης ο δάσκαλος, που μύησε τους εξόριστους στην τεχνική της ξυλογραφίας, στάθηκε ο ζωγράφος - χαράκτης Χρήστος ΔΑΓΚΛΗΣ"...
..."Σημαντική μορφή που είναι κοντά μας ως τις μέρες μας ο Γιώργης Φαρσακίδης. Η ζωή και η τέχνη του κομμουνιστή δημιουργού, ταυτίζονται με τους αγώνες του λαού μας. Ο Γ. Φαρσακίδης δημιουργεί έργα, τα οποία αποτελούν «κομμάτια» της ιστορίας του λαού.
Ο Γιώργος Φαρσακίδης λέει αυτό που είναι κοινή αναφορά όσων καλλιτεχνών ανδρειώθηκαν στην εξορία: «την αγάπη μου για την τέχνη δεν την είδα μόνο σα μια προσωπική ευχάριστη ενασχόληση, αλλά σα μια γέφυρα επικοινωνίας με τους άλλους». Οπως λέει ο οι ίδιος ο Γεώργης : «Ζωγράφιζα πάντα με πρόθεση να τους καταγγείλω και να πληροφορήσω τους έξω».
(...)
Ό,τι ισχύει για το Φαρσακίδη ισχύει και για το Βλασίδη και για όλους τους αγωνιστές που σύρθηκαν στα ξερονήσια ισχύει όχι μόνο..
Για το Βασίλη Βλασίδη κα το έργο του μάθαμε σχετικά πρόσφατα και αυτό το χρωστάμε στον Κώστα Λυγιαζή που συγκέντρωσε τη δουλειά του Βασίλη Βλασίδη, τη φρόντισε και εξέδωσε με πρωτοβουλία του ένα σημαντικό λεύκωμα. . Τον Βασίλη Βλασίδη τον ανέφερε πολύ συχνά στις κουβέντες από παλιά ο Γιώργης Φαρσακίδης.. Υπάρχει ένας σπουδαίος ζωγράφος.. έλεγε. Όμως κανεις δεν γνώριζε κάτι περισσότερο για το ΒΒ έως ότου ο Λυγιαζής συγκέντρωσε το υλικό για το λεύκωμα και το εξέδωσε.
Ο ΒΒ εννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη την 1η Γενάρη του 1907. Σε ηλικία 17 χρόνων έρχεται μόνος του στην Αθήνα. Κάνει διάφορες δουλειές, ενώ παράλληλα ως αυτοδίδακτος ζωγράφος στο διάστημα μέχρι και την Κατοχή ζωγραφίζει κυρίως σκίτσα και γελοιογραφίες. Η Κατοχή τον βρίσκει να δουλεύει στην ΟΥΛΕΝ ως σχεδιαστής. Οργανώνεται στο ΚΚΕ, ενώ πρωτοστατεί στην οργάνωση του σωματείου εργαζομένων, του οποίου γίνεται πρόεδρος.
Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, γίνεται ένα από τα στελέχη του ΕΑΜ. Μετά την απελευθέρωση παραμένει στην Αθήνα. Συλλαμβάνεται την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 1947 και εξορίζεται στον Αγ. Κήρυκο Ικαρίας, αφού περνά πρώτα από τα μπουντρούμια της Ασφάλειας. Δέκα χρόνια (έως το 1956) ο Β. Βλασίδης, έζησε εξόριστος σε διάφορα ξερονήσια (Μακρόνησος, Αϊ- Στράτης). Σ’ αυτούς τους τόπους του μαρτυρίου «αντρώθηκε» ως ζωγράφος, φιλοτεχνώντας δεκάδες έργα..
Οταν αποφυλακίζεται, αναγκάζεται να μπει στο χώρο της διαφήμισης φιλοτεχνώντας έντυπα, φυλλάδια αλλά και εξώφυλλα βιβλίων, αφού η ζωγραφική δεν μπορεί να του εξασφαλίσει τα προς το ζην. Παράλληλα, όμως, ζωγραφίζει πολλά πορτρέτα και άλλα έργα. Το 1958 συμμετέχει στην πρώτη του και τελευταία ομαδική έκθεση ζωγραφικής με θέμα τον πόλεμο, που διοργάνωσε ο Λεωνίδας Χρηστάκης στην αίθουσα εκθέσεων «Κούρος». Το 1982 στο Τορόντο του Καναδά παρουσιάζει την πρώτη ατομική του έκθεση, με έργα που ζωγραφίζει εκεί.
Ο Βασίλης Βλασίδης «έφυγε» στις 15 Φλεβάρη 1997 σε ηλικία ενενήντα χρόνων. Λίγες ημέρες πριν φύγει από τη ζωή, εκμηστηρεύτηκε στον Γιώργο Φαρσακίδη, «Δε φοβάμαι το θάνατο, αλλά δε θέλω να πεθάνω για ένα λόγο: Γιατί η ζωή είναι τόσο ωραία!»
O Βλασίδης, διδάχθηκε την τέχνη αλλά κύρια ίδια τη ζωή μέσα από τη δράση του στις γραμμές του ΚΚΕ .Για πολλούς καλλιτέχνες το ΚΚΕ Ο ΑΓΏΝΑς, αποτέλεσε σχολείο, δίδαξε τη στάση ζωής τους, επηρρέασε το είναι τους, την τέχνη τους.
Παρότι αυτοδίδακτος, ο Βλασίδης είναι ταλαντούχος και φθάνει στην εξορία με μια σχετική ωριμότητα καλλιτεχνικά. Αυτό το διαπιστώνει κανείς από τα έργα του πριν την εξορία . Στην εξορία διδάσκεται από τη φύση, την καθημερινότητα της εξορίας που παρακολουθεί με το μολύβι του, αλλά κύρια ρουφάει γνώσεις γύρω από την τέχνη τον ανθό της διανόησης που βρίσκεται στην εξορία: Μαθαίνει από τους άλλους, με το έμφυτο μαι μεγάλο ταλέντο του, μαθαίνει από τη φύση και τα χρώματα και σχήματά της, αυτό φαίνεται στα τοπία των τόπων εξορίας που σχεδιάζει, μαθαίνει από το ίδιο του το συναίσθημα και από την παρατήρηση των συνεξόριστων: Ο Βλασίδης απλά διατυπώνει σχεδιαστικά και χρωματικά όσα έζησε.
Το έργο του Β. Βλασίδη είναι έργο άμεσο, βιωματικό, αποτυπώνει και την εξέλιξη του ίδιου του καλλιτέχνη από όλες τις πλευρές: στις τεχνικές, στη μορφή, αλλά και στο περιεχόμενο. Σκίτσα, γελοιογραφίες, τοπιογραφίες, προσωπογραφίες, ζωγραφικές σημειώσεις από τη ζωή στην εξορία, στα τμήματα μεταγωγών, συμβολικά έργα, έργα που έχουν ιδιαίτερα σημαντική ιστορική αξία.
Βέβαια ο Βλασίδης δεν ήταν μια τυχαία περίπτωση. Ως μέλος και στέλεχος του ΚΚΕ, συμμετείχε ενεργά στην επιτροπή Διαφώτισης της ΚΟΑ, την περίοδο που επικεφαλής της ήταν η Ηλέκτρα Αποστόλου. Σύμφωνα με μαρτυρίες που υπάρχουν από τον ποιητή Βασίλη Ρώτα και άλλους καλλιτέχνες, η Ηλέκτρα Αποστόλου ασκούσε μεγάλη επίδραση στους καλλιτέχνες που συσπειρώνονταν γύρω από το ΕΑΜ και το ΚΚΕ. Η Ηλέκτρα καθοδηγούσε ουσιαστικά το χώρο των τεχνών ανέπτυσσε στις συζητήσεις μαζί τους ζητήματα αισθητικής αλλά και γενικότερα ιδεολογικά, φιλοσοφικά, ιστορικά, πολιτικά ζητήματα με το κομματικό καλλιτεχνικό δυναμικό, τους ενέπνεε.
Ο Βασίλης Βλασίδης πριν ακόμα πάει εξορία βλέπουμε από τα έργα του ότι ήταν συμμέτοχος των εξελίξεων στην τέχνη τόσο στο σχέδιο όσο και στις γελοιογραφίες του...
(...)
Ήδη από το 1955, έχει περάσει σε ένα άλλο στάδιο, πιο έντεχνο, με στοιχεία εικαστικής έκφρασης και όχι απλά περιραφής.
Στα έργα που ο Βλασίδης πραγματοποίησε στην Ικαρία και στη Μακρόνησο, μέχρι το 1949 και στον Αη-Στράτη, από το 1950 , στα χρόνια της εξορίας, αποδίδεται μέσα από τα πορτραίτα εξορίστων ένας πολιτικός και κοινωνικός προβληματισμός. Δεν είναι πορτραίτα περιγραφικά αλλά αγγίζουν το συναίσθημα, διεισδύουν στο βάθος της προσωπικότητας των αγωνιστών που απεικονίζουν.
Στα έργα που έγιναν στη Μακρόνησο αποδίδει το φώς και τη σκιά, διαμορφώνει τονικά χώρο, ατμόσφαιρα, αποδίδοντας την ψυχική κατάσταση, την εσωτερικότητα, μέσα από τη μελέτη των φυσιογνωμικών χαρακτηριστικών.
Τα έργα που έγιναν στη Μακρόνησο ήταν αριθμητικά πολύ πιο λίγα από αυτά που έκανε στον Αη Στράτη, προφανώς λόγω των συνθηκών που επικρατούσαν στη Μακρόνησο.
Στον Άη Στράτη από το 1952 εργάσθηκε με πενάκι, γεγονός που τον οδηγεί σε πολλά έργα του να σχεδιάζει τα περιγράμματα. το πενάκι, το οποίο είναι δύσκολο σαν τεχνική και δεν μπορείς να επιδιορθώσεις, απαιτεί λιτότητα.
Στη συνέχεια, στεκόμαστε σε δυο πορτραίτα του εξόριστου Νίκου Πασχαλίδη Το έφτιαξε στον Αϊ-Στράτη.
το πρώτο ήταν τη στιγμή που ανακοίνωσαν στο Νίκο Πασχαλίδη την επικείμενη εκτέλεση του γιου του, βλέπουμε το βλέμμα του πατέρα παγωμένο από το σοκ της επικείμενης εκτέλεσης.
Ενώ το δεύτερο είναι ένα πορτραίτο καμωμένο μετά την εκτέλεση. ο Βασίλης Βλασίδης ζωγράφισε το σύντροφό του λίγο μετά αφότου έμαθε την εκτέλεση του παιδιού του «και τα μάτια του βγήκαν μάτια νεκρού».
Όλο το έργο είναι το βλέμμα του πατέρα αλλά και ο ιδιαίτερος χρωματισμός..
(Οι πληροφορίες από άρθρο της Ηλιάννας Μόρτογλου στο Ριζοσπάστη και από όσα μας είπε ο Γιώργος Φαρσακίδηςπου ήταν παρών)
Ο Γιώργης Φαρσακίδης, ο παλαίμαχος αγωνιστής, κομμουνιστής ζωγράφος και χαράκτης μας έλεγε συχνά για τον «σπουδαίο» ζωγράφο Βασίλη Βλασίδη που τον γνώρισε στην εξορία . Για το έργο του, έργο που «σπούδασε» ο Βλασίδης στο μεγάλο λαϊκό πανεπιστήμιο της εξορίας, «πανεπιστήμιο» που «φοίτησαν» και πολλοί άλλοι καλλιτέχνες εξόριστοι, που έδωσαν δημιουργικό περιεχόμενο με τα έργα τους στις πιο σκληρές στιγμές της ζωής τους. Η δημιουργία ήταν βάλσαμο στα πιο σκληρά βασανιστήρια που πέρασε ο άνθρωπος στον τόπο μας..
Όταν είδα για πρώτη φορά το πορτραίτο του εξόριστου Νίκου Πασχαλίδη που έφτιαξε το 1955 ο Βασίλης Βλασίδης στην εξορία, συνειδητοποίησα ακόμα μια φορά τη μαγική δύναμη που έχουν κάποια -λίγα- έργα τέχνης στην Ιστορία, να καθρεφτίζουν βαθιά την ψυχή των ανθρώπων και χωρίς λόγια να δίνουν όλο το μέγεθος του συναισθήματος, όλο το πάθος και τη δίνη μιας ολόκληρης εποχής. Στα μάτια του εξόριστου Νίκου Πασχαλίδη βλέπεις το θάνατο, τον απέραντο πατρικό πόνο για την εκτέλεση του γυιού, βλέπεις το απόλυτο κενό μετά την εκτέλεση, την αξιοπρέπεια και την περηφάνεια, βλέπεις την Ελλάδα, την μαχόμενη εργατική τάξη μιας ολόκληρης εποχής. Και όλα αυτά πως θα μπορούσε να τα δώσει ένα πινέλο; Και μάλιστα ένα πινέλο στα χέρια ενός ζωγράφου «αυτοδίδακτου»; Κι όμως μπορεί. Με τη δύναμη που δίνει η ζωή η «γεμάτη» αρχές, η πίστη σε ιδανικά, η αυτοθυσία, η συντροφικότητα, η αγάπη για το άνθρωπο της δουλειάς, ο αγώνας ενάντια στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, ο αγώνας για την δικαιοσύνη και την ανθρωπιά, η επανάσταση...
Αυτά καθρεφτίζονται στο έργο του Βασίλη Βλασίδη σε όλα του τα έργα. Στα σεμνά τοπία που αποδίδουν με σεβασμό τους ιερούς τόπους που πέρασε και κατέγραψε, μα πάνω από όλα –κατά τη γνώμη μου- στα πορτραίτα. Στα πορτραίτα που μας αποκαλύπτουν –μέσα από ένα στιβαρό, σφιχτό, σχέδιο, τη γενιά των «αδούλωτων» της ταξικής πάλης, μπαίνοντας στο βάθος της ψυχής τους, όχι περιγραφικά. Μέσα από τα μάτια του ζωγράφου που «ελεύθερος» από «στυλ» και επιστημονικοφανείς προκαταλήψεις «γράφει» σεμνά και αποφασιστικά τη ζωή που έζησε.
Τη Ζωή με Ζ κεφαλαίο...
Εκεί που το κάρβουνο με την ένταση και το απαλό γρατζούνισμά του, λέει πολύ περισότερα από ένα σχέδιο, από μιαν εικόνα. Που μετουσιώνει το συναίσθημα και την αίσθηση σε γραμμή. Εκεί που η ακουαρέλλα με τη διαφάνειά της δουλεύεται με μια απρόβλεπτη δύναμη γραφής, που υποτάσσει το υλικό στο περιεχόμενο..
Βλέποντας τη δουλειά του ΒΒ, αλλά και των άλλων μεγάλων καλλιτεχνών της εξορίας αναρωτιέται κανείς: ΤΊ ΕΙΝΑΙ ΕΚΕΙΝΟ ΠΟΥ ΚΑΝΕΙ ΝΑ ΒΓΑΙΝΕΙ ΤΕΤΟΙΑ ΔΥΝΑΜΗ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΣΚΙΟ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ? Δίπλα τους κείτονταν νεκροί. Και ήξεραν κάθε στιγμή και οι ίδιοι ότι μπορεί να ήταν την άλλη μέρα νεκροί.. Απίστευτα βασανιστήρια, η φάλαγγα, το τσουβάλι με τη γάτα, το μαρτύριο της πέτρας, οι εκτελέσεις, η Χαράδρα και τόσα άλλα.. Πόσοι τρελάθηκαν, πόσοι πέθαναν. Κι όμως μέσα από τη ζωγραφική του ΒΒ βλέπουμε σκηνές καθημερινές, ανθρώπινες...
(...)
Κι αναρωτιέμαι τι ήταν αυτό το στοιχείο που είχαν αυτοί οι καλλιτέχνες; Ποια προσωπικότητα είχαν αναπτύξει μέσα από τη σχέση τους με την οργανωμένη πάλη , με το ΚΚΕ, και τους έκανε τόσο μα τόσο δυνατούς;
Το συλλογικό όραμα μιας νέας κοινωνίας, μια κοινωνίας δικαίου, ισότητας. Το όραμα της Λαϊκής Εξουσίας, της εργατικής εξουσίας, χωρίς διαμεσολαβητές. Με τη βεβαιότητα του δίκιου, της σωστής επιλογής, της καθαρότητας στον προσανατολισμό: ή με την πλουτοκρατία και τους εκφραστές της ή με την εργατική τάξη και τους δικούς της Χριστούς τους δικούς της άγιους που μας λέει ο Γ. Ρίτσος... Και σίγουρα με την πεποίηθηση ότι εδώ, στον αγώνα, στη φυλακή, στην εξορία, ήταν ο ένας για όλους και όλοι για τον ένα... Χωρίς καμία μικροαστική σκέψη στο πίσω μέρος του κεφαλιού, να κυνηγήσουν μια ζωή «τακτοποιημένη», νοικοκυρεμένη, ήσυχη, μακριά από κινδύνους, να ιδιωτεύσουν..
Αντίθετα αντέχανε τον πόνο και το θάνατο γιατί ήταν «σύντροφοι» . Και δεν υπάρχει σπουδαιότερη λέξη από αυτή. «Σύντροφοι»... Η λέξη αυτή που σηματοδοτεί την απόφαση, τη συλλογικότητα, την αυταπάρνηση. Την κοινή πορεία προς ένα κοινό στόχο με ένα κοινό ιδανικό. Το σοσιαλισμό- κομμουνισμό.
Απέδειξαν με τη ζωή τους και με το θάνατό τους πολλοί ότι άνθρωπος αυτός ο μικρός και ασήμαντος γίνεται όταν οι περιστάσεις το καλούν ΜΕΓΑΣ, γίγας. Ο καθημερινός εργάτης, που μέσα από τη συλλογική κομματική δράση μορφώνεται, και διαμορφώνεται, αναπτύσσει την ευαισθησία του, αναπτύσσεται μέσα από τον αγώνα ο ίδιος , καλλιεργεί το συλλογικο ΕΓΩ.. μέσα από τη συλλογική εμπειρία χτίζει τη συνείδηδή του. Και το στοιχείο, το στοιχείο του δίκιου, του συλλογικού οράματος, της γνώσης των νομοτελειών της εξέλιξης,η συντροφικότητα είναι αυτό που τους άνδρωσε και τους στήριξε.
Ο εξόριστος μελετά την ιστορία ταξικά. Μελετά συλλογικά. . Διδάσκεται στις δύσκολες συνθήκες και μαζί διδάσκει. Οι μαρτυρίες λένε ότι ο καθένας δίδασκε ό,τι ήξερε: ιστορία, φιλοσοφία, ξένες γλώσσες, τέχνες.. και διδάσκονταν μαζί , μέσα από τη συλλογική κομματική δουλειά. Με γνώμωνα την ιδεολογία του ΚΚΕ, το Μαρξισμό Λενινισμό, γράφει αυτός ο ίδιος -ο κάθε κομμουνιστής
εξόριστος- την ιστορία - δεν την παρακολουθεί από μακριά.Και διαρκώς διδάσκει και διδάσκεται γιατί ξέρει πως η γνώση είναι δύναμη.
Και χρειάζεται στις ώρες αυτές η γνώση των νόμων της εξέλιξης του κόσμου, η επιστημονική γνώση ότι ο κόσμος αυτός πρέπει να αλλάξει και θα αλλάξει. Συνειδητοποιεί αυτό που ο Ναζίμ Χικμέτ έγραψε: «αν δεν καώ εγώ, αν δεν καείς εσύ, αν δεν καούμε όλοι μας, πώς θα γενούνε τα σκοτάδια λάμψη».
Αγαπητοί φίλοι και σύντροφοι
Ο Κώστας Λυγιαζής μας έδωσε τη δυνατότητα να γνωρίσουμε αυτό το σημαντικό ζωγράφο, μέσα από ένα λεύκωμα που έκδωσε και που δίνει ένα περίγραμμα για το έργο του Βλασίδη. Και αυτό το λεύκωμα είναι η μόνη πληροφορία που υπάρχει για το Βλασίδη και το έργο του.
Τον ευχαριστούμε γι αυτό.
Ζούμε σε ένα σύστημα, σε μια κοινωνία όπου οι εργαζόμενοι είναι περιθωριοποιημένοι, σε μια κοινωνία στυγνής εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, σε μια κοινωνία δέσμια μεγάλων ιμπεριαλιστικών Οργανισμών όπως το ΝΑΤΟ και η ΕΕ, όπου η ανθρώπινη ζωή δεν μετράει ως αξία αλλά μόνο ως μέσο κερδοφορίας για το μεγάλο κεφάλαιο, σε μια κοινωνία οικονομικών ανταγωνισμών όπου καλλιεργείται η απαξίωση του ανθρώπου και καλλιεργούνται οι προϋποθέσεις ενός γενικευμένου πολέμου.
Η Τέχνη ως μέσο καλλιέργειας , αφύπησης, μόρφωσης και ολόπλευρης ανάπτυξης του ανθρώπου, δεν αφορά τους καλλιτέχνες μόνον. Αφορά πρώτα από όλα την εργατική τάξη και το εργατικό κίνημα.. Σήμερα, 101 χρόνια από την Οκτωβριανή Επανάσταση και 100 χρόνια από την ίδρυση του ΚΚΕ, μπροστά στη νέα εκατονταετία, ελάχιστος φόρος τιμής σε όλους εκείνους που μαρτύρησαν αλλά δε λύγισαν, σε όσους έφυγαν απ τη ζωή στους τόπους εξορίας και στις φυλακές, στις εκτελέσεις, είναι ο αγώνας για τα ίδια ιδανικά, ο αλύγιστος συλλογικός αγώνας για να έρθει η εργατική τάξη στην εξουσία... Όπως λέει και ο τίτλος του σχεδίου με μολύβι του Βασίλη Βλασίδη..ο σπόρος έπιασε ΚΑΙ ΘΑ ΑΝΘΙΣΕΙ.. ΘΑ ΠΑΛΕΨΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ ΓΙ ΑΥΤΟ.
Τέλος, μίλησε ο εκδότης του Λευκώματος «Βασίλης Βλασίδης - Ο ανυπότακτος του ονείρου», Κώστας Λυγιαζής, που ήταν και προσωπικός φίλος του Β. Βλασίδη. Παραθέτουμε εκτενές απόσπασμα από την ομιλία:
"Η δουλειά του στα χρόνια της εξορίας είναι σπουδαία. Είναι η περίοδος που ο Βασίλης φτάνει στο απόγειο της καλλιτεχνικής του δημιουργίας.
Το καλοκαίρι του 1956 έρχεται με ολιγοήμερη άδεια στην Αθήνα, έχοντας την υποχρέωση να παρουσιάζεται στην ασφάλεια κάθε μέρα, αλλά εξαιτίας ενός απρόσμενου γεγονότος δεν επιστρέφει ξανά στον Αη-Στράτη.
Μετά από δέκα χρόνια εξορίας, επιστρέφει στον “πολιτισμένο κόσμο”. Για τον Βασίλη Βλασίδη όλα έχουν αλλάξει, όλα εκτός από δύο, η ιδεολογία και το χαμόγελό του.
Τα πρώτα χρόνια ήταν δύσκολα. Το επάγγελμα του ζωγράφου ήταν προσοδοφόρο μόνο για αυτούς που είτε ανήκαν στην ελίτ είτε την αποδεχόντουσαν. Ο Βασίλης όμως δεν ανήκε σε καμία από αυτές τις δύο κατηγορίες. Αλλά και όταν έψαχνε για δουλειά, όχι άμεσα συνδεδεμένη με αυτήν του ζωγράφου, η δυσκολία δεν ήταν μικρότερη. Μόλις έλεγε πως είχε γυρίσει από την εξορία, οι πόρτες όλες έκλειναν. Ο Βασίλης είχε, βλέπετε, «βεβαρημένο» πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων...
Τον Βασίλη Βλασίδη τον γνώρισα στις αρχές του 1963. Συνδετικός κρίκος μεταξύ μας υπήρξε ο Μάνθος Κέτσης, ζωγράφος και συνεξόριστος με τον Βασίλη στον Αη-Στράτη.
Θυμάμαι πόσο μεγάλη εντύπωση μου έκανε το πορτρέτο που μου ζωγράφισε το 1964. Ο Βασίλης ήθελε να αποτυπώσει πάνω στο χαρτί, αυτό που εκείνος διέκρινε στο μοντέλο του, που στη δική μου περίπτωση δεν ήταν τίποτα άλλο από οργή, θυμός, πείσμα αλλά και αποφασιστικότητα. Ήξερε να διαβάζει τους ανθρώπους πολύ καλά...
Για να λύση το βιοποριστικό του ο Βλασίδης μπαίνει στο χώρο της διαφήμισης. Το ταλέντο του, συγκερασμένο με την ικανότητά του, άνοιγαν ένα ευρύ πεδίο επαγγελματικής δραστηριοποίησης. Έτσι δούλεψε αρκετά με εξώφυλλα βιβλίων, περιοδικών και τουριστικών φυλλαδίων. Ασχολήθηκε πολύ με πορτρέτα κατά παραγγελία, αλλά και με άλλα θέματα.
Παρά τις μεγάλες δυσκολίες και τον λίγο ελεύθερο χρόνο, κατάφερνε να κλέβει χρόνο και να ζωγραφίζει για τον εαυτό του πορτρέτα, ανδρών και γυναικών, αλλά και ολόσωμα γυμνά όπως και πολλά τοπία.
Ο μεγάλος του καημός ήταν να αποκτήσει έναν σχετικά άνετο χώρο για να μπορέσει να ζωγραφίσει αυτά που ήθελε αυτός. «…Να βάλω πέντε τελάρα με διαφορετικά θέματα, και να πετιέμαι από το ένα καβαλέτο στο άλλο», μου έλεγε…
Εγώ τελείωσα τη στρατιωτική μου θητεία το Δεκέμβρη του 1966 και δέκα μήνες αργότερα έφυγα μετανάστης στο Τορόντο του Καναδά. Έλεγα πως θα πήγαινα για 2-3 χρόνια. Έμεινα 23. Κατάφερα όμως και σπούδασα πολιτικός μηχανικός. Όλα αυτά τα χρόνια ο Βασίλης ήταν, νοερά, δίπλα μου δίνοντας μου κουράγιο όταν εγώ το έχανα.
Στο Τορόντο του Καναδά, ήρθε δυο φορές (1981 και 1982) κλείνοντας έτσι ένα ημερολογιακό έτος. Εκεί, με δική μου παρότρυνση, και πίεση θα έλεγα, ζωγράφισε αρκετά έργα, υδατογραφίες, λάδια, παστέλ αλλά και πολλά σκίτσα. Μία φίλη, η Κική Σεβδαλή, πρόσφερε το σπίτι της για να κάνει ο Βασίλης Βλασίδης την πρώτη του ατομική έκθεση. Από τα είκοσι δύο έργα που εκτέθηκαν πουλήθηκαν τρία και η χαρά του καλλιτέχνη ήταν απερίγραπτη όχι τόσο για τα χρήματα που πήρε αλλά για την αναγνώρισή του ως ζωγράφου.
Στη δεκαετία του ‘80 θυμάμαι που μάζευε τα δικαιολογητικά για τη σύνταξη της Εθνικής Αντίστασης. Του ψήσανε το ψάρι στα χείλη και φυσικά δεν την πήρε ποτέ… Ο Βασίλης Βλασίδης δεν είχε και δεν ήθελε να έχει «μέσο».
«Ο Κομμουνισμός είναι τρόπος ζωής», έλεγε. Και μπορεί να μην είναι ο πρώτος που το είπε αυτό αλλά είναι από εκείνους που το εφάρμοσαν στη ζωή τους.
Ήταν περήφανος άνθρωπος. Ίσως ο λιγότερο εγωιστής άνθρωπος που έχω συναντήσει στη ζωή μου. Τίμιος και ειλικρινής. Ο φίλος, που ποτέ δεν σου έλεγε τι πρέπει να κάνεις. «Πρέπει να πάρεις την απόφαση μόνος σου», μου έλεγε.
Μιλούσε για τη ζωή και ζωγράφιζε την ομορφιά της ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές. Αγαπούσε τον άνθρωπο και όταν ζωγράφιζε πορτρέτα, έβγαζε πάνω στο χαρτί τη θετική διάσταση του μοντέλου του. Αυτή η φιλοσοφία του για τη ζωή και τον άνθρωπο, τον κράτησε ψυχικά ζωντανό σε όλη του τη ζωή.
Με τον Βασίλη γυρίσαμε σχεδόν όλη την Ελλάδα. Κάθε φορά που ερχόμουν για διακοπές όλο και κάπου θα πηγαίναμε παρέα. Θυμάμαι τη συγκίνησή του όταν επισκεφθήκαμε το μαυσωλείο του Λένιν στη Μόσχα, το 1982… Αλλά θυμάμαι και το πόσο ψύχραιμα αντιμετώπισε την όλη κατάσταση, την ημέρα της πτήσης μας για το Τορόντο το 1981, όταν ξεχαστήκαμε στο κατάστημα με τα αφορολόγητα και καταφέραμε, χωρίς να ψωνίσουμε τίποτα, να χάσουμε το αεροπλάνο…
Λίγες μέρες πριν «φύγει», τον ρώτησα αν ήθελε να βγουν τα έργα του σε λεύκωμα. Δεν θυμάμαι αν άκουσα κάτι ως απάντηση. Θυμάμαι όμως την έκφραση στο πρόσωπό του, που ήταν σαν να μου έλεγε ένα μεγάλο «ευχαριστώ». Έπρεπε να κρατήσω την υπόσχεσή μου.
Τα έργα που φιλοτέχνησε είναι πάνω από 1200 «μικρά» και «μεγάλα». Είναι θαύμα το πώς σώθηκαν τα περισσότερα από αυτά, αν λάβει κανείς υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες δημιουργήθηκαν και διαφυλάχτηκαν. Φυσικά στον παραπάνω αριθμό έργων δεν προσμετρούνται αυτά που είχε χαρίσει και τα οποία δεν είναι λίγα.
Ο Βασίλης Βλασίδης κατάφερε να μείνει άνθρωπος. Αντιμετώπιζε με χαμόγελο καταστάσεις που άλλους θα τους γονάτιζαν. Βλέποντάς τον έπαιρνες δύναμη. Υπήρξε πηγή αισιοδοξίας και παράδειγμα ζωής, για όλους όσοι τον γνώρισαν.
Η καρδιά του Βασίλη Βλασίδη σταμάτησε να χτυπάει στις 15 Φλεβάρη 1997 στο νοσοκομείο ¨Ευαγγελισμός¨ στην Αθήνα σε ηλικία 90 χρονών.
Ανιδιοτελής, ταπεινός και αξιοπρεπής. Ο Βασίλης Βλασίδης δεν κυνήγησε ούτε τη φήμη ούτε το χρήμα. Θα μπορούσε να είχε αρκετά και από τα δύο, έφτανε μόνο να συμφωνήσει με το «τίμημα». Ο Βλασίδης όμως δεν συμφώνησε.
Ήταν περήφανος για το δρόμο που διάλεξε. Τίμιος με τον εαυτό του, τόσο που μπορούσε να κοιταχτεί στον καθρέφτη χωρίς να νοιώθει τύψεις για τίποτα.
Προτίμησε να μείνει πιστός στα ιδανικά του και να αφήσει την ίδια του τη στάση ζωής να δείξει το δρόμο σε όσους θέλουν πραγματικά ν’ αλλάξουν αυτόν τον κόσμο.
Την ημέρα της κηδείας του οι περισσότεροι από αυτούς που ήρθαν ήταν ηλικίας μεταξύ 35 και 55 χρονών, άνδρες και γυναίκες. Τον είχαν αγαπήσει όλοι και τους είχε αγαπήσει όλους.
«Ο καθένας παίρνει από τη ζωή αυτό που είναι ικανός να πάρει», μου έλεγε.
Τελειώνοντας θέλω να καταθέσω πως όσον αφορά τον εαυτό μου, αισθάνομαι πολύ τυχερός που γνώρισα τον άνθρωπο, τον ζωγράφο, τον κομμουνιστή Βασίλη Βλασίδη."


































