Κορωνοϊός ή… ιστορία; Ή μήπως… ιστορία την εποχή του κορωνοϊού;

Τετ, 09/12/2020 - 20:56

Και σκεπτόμουνα σήμερα, να γράψω για τις… ουρές, τις λές και τέτοιες, για τέστ κορωνοϊού στο Κολυμβητήριο, ή να συμμετέχω στο παίξιμο της… κολοκυθιάς, ποιά μαγαζιά θα ανοίξουν πρώτα και ποιά δεύτερα από όσα θα κλείσουν ΟΛΑ μαζί στην μετακορωνοϊό εποχή;

Μετά λέω, δεν μεταφέρεις σε όσους διαβάζουν ακόμα και αυτές τούτες τις γραμμές, δεν μεταφέρεις ότι «ρούφηξες» από το νέο βιβλίο της Μαρίας Ευθυμίου «Μόνο λίγα χιλιόμετρα Ιστορίες για την Ιστορία», που γράφτηκε σε συνεργασία με τον Μάκη Προβατά, που κατάφερε και αυτό.

Να πάρει από κοντά την αεικίνητη αναπληρώτρια καθηγήτρια Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και να καταγράψει τις σκέψεις της σε μια συνέντευξη ζωής, που εξελίχθηκε σε βιβλίο των εκδόσεων «Πατάκη».

Και τα χιλιόμετρα Ιστορίας της Μ. Ευθυμίου, δεν έχουν μόνο σχέση με τα όσα έχει διανύσει ανά την Ελλάδα, σε ατέλειωτες, χιλιάδες ώρες παράδοσης δωρεάν μαθημάτων, μεταξύ αυτών και στο νησί μας, ούτε με αντίστοιχες χιλιάδες σε πανεπιστημιακές αίθουσες, αλλά τα χιλιόμετρα της ψυχής της έτσι όπως απλώνονται, από την κατάκτηση της γνώσης, την εμπειρία, την πολυπλοκότητα της επιστήμης της, μέσα από την απλότητα των λόγων της.

Έχοντας την τιμή να έχω πάρει συνέντευξη από την Μ. Ευθυμίου αισθάνθηκα ότι ο Μάκης Προβατάς είχε την ικανότητα και τον χρόνο να τις βγάλει όσα κανείς μέχρι τώρα.

Να δώσουν τελικά μαζί, ένα βιβλίο πανεπιστημιακό μάθημα, που είναι τόσο σημαντικό και παράλληλα εύληπτο, μια καλή παρέα, που την συνιστώ ανεπιφύλακτα σε όσους επαναλαμβάνω διαβάζουν και σε όσους καταλάβουν, όποτε και αν γίνει αυτό, πώς αν δεν ανοίξουν ένα βιβλίο, δεν θα ανοίξουν τα μάτια τους ποτέ.

Έτσι για ερέθισμα πάρτε μια γεύση των σκέψεων της Μαρίας Ευθυμίου.

Την… στιγκλάει ο Μ. Προβατάς για τον χαρακτήρα τελικώς του Έλληνα.

Διαβάστε:

«Ο χαρακτήρας μας είναι: Παρορμητικός, ευμετάβλητος, παθιασμένος, εφευρετικός, ανυπόμονος, παράτολμος, ευκολοκατήγορος, παιγνιώδης, κρυψίνους, αναβλητικός, εξωστρεφής, καχύποπτος, αμετροεπής, υπερβολικός, παράφορος, βιαστικός, επιπόλαιος, φιλόξενος, ενθουσιώδης, κουτοπόνηρος, ζεστός, στρεψόδικος, γενναιόδωρος, σπάταλος, διονυσιακός.»

Αντιγράφω ένα ακόμα απόσπασμα καλώντας σας να κάνετε το βιβλίο δώρο στον εαυτό σας και σε ένα φίλο σας για διάβασμα και εν όψει εορτών και μεσούντος του συνεχιζόμενου απαγορευτικού εξόδου, λόγω κορωνοϊού.

Την ρωτάει ο Μ. Προβατάς, να αναλύσει γιατί έχει πεί πως οι σημερινοί Έλληνες μισούν την κοινωνία τους, την πατρίδα τους.

Ιδού η απάντηση:

«Στη Μεταπολίτευση, με την αποκατάσταση της δημοκρατίας, αντί να αδράξουμε την ευκαιρία να επανεκκινήσουμε την κοινωνία μας σε μια νέα βάση, υγιή, βυθιστήκαμε στις αρρώστιες του παρελθόντος και είδαμε τον εαυτό μας σε αντιπαράθεση με τις προηγούμενες εποχές.

Και καθώς αυτές οι προηγούμενες εποχές εμπεριείχαν πολύ και πολλές φορές πεποιημένο και υποκριτικό «πατριωτικό» λόγο, αποφασίσαμε ότι ο πατριωτισμός – το να πονάς δηλαδή και να φροντίζεις τη χώρα σου και το δημόσιο αγαθό- είναι «Αντιδραστικό» και «φασιστικό» φαινόμενο, ενώ το να την καις, να την καταστρέφεις και να βανδαλίζεις τη δημόσια περιουσία είναι «προοδευτικό».

Ταραχή εν κρανίω, δηλαδή.

Ακόμα και το να καις τρείς ανθρώπους ζωντανούς, και αυτό κατατάχτηκε στα δικαιώματα, στη λεβεντιά και το κλέος των «προοδευτικών» και «αναρχικών» παλικαριών μας. Μάλιστα το να τα πράττεις όλα αυτά φορώντας μάσκα, σαν τους συνεργάτες των ναζί στην Κατοχή, δεν χαρακτηρίζεται ως θρασύδειλη πράξη εγκληματιών εν παρακρούσει – όπως, στην πραγματικότητα, είναι-, παρά ως «δημοκρατικό δικαίωμα» των κουκουλοφόρων συμμοριών του χαβαλέ και του λάιφ στάιλ των βανδαλισμών και των καταλήψεων.

Τι να πει κανείς. Κοινωνική και πολιτική λοβοτομή μεγέθους Ιμαλαϊων…

Ναι, μισήσαμε και καταστρέψαμε τη χώρα μας. Με ηδονή και περίσσια μάλιστα ιδεολογική – δήθεν «προδευτική» - κάλυψη. Ποιος; Ένας λαός, που με το τέλος της επανάστασης του ’21, έδωσε τη μια δραχμή που είχε για να κτιστεί πανεπιστήμιο στη χώρα, το Πανεπιστήμιο Αθηνών, συμμετέχοντας πάνδημα στον σχετικό έρανο. Ένας λαός που για αιώνες ήξερε να τιμά την κοινωνά του και τον εαυτό του, ασβεστώνοντας κατάλευκο τον τοίχο του σπιτιού του και φυτεύοντας βασιλικό και ματζουράνα στην ταπεινή του γλάστρα.

«Μοσχοβολούν οι γειτονιές βασιλικό κι ασβέστη» έλεγε το τραγούδι που υμνούσε την Ελλάδα, την όχι και πολύ αλλοτινή, τη φτωχή αλλά αξιοπρεπή.

Αυτήν που οι δήθεν «αντίπαλοι της παγκοσμιοποίησης» καίνε, βανδαλίζουν και κακοποιούν καθημερινά, σπάζοντας με βαριοπούλες αυτοκίνητα, καταστήματα, δημόσια κτίρια, μνημεία, μάρμαρα και μουτζουρώνοντας τοίχους, λιθοδομές, δημόσια και ιδιωτικά κτίρια – όπως κάνουν ομάδες της Αμερικής, από τις οποίες οι δικοί μας λεβέντες πήραν το παγκοσμιοποιημένο σκονάκι. Χωρίς να κατανοούν ότι ο επαναστατικός είναι ο ασβεστωμένος τοίχος της γιαγιάς τους, γιατί εκπροσωπεί την πιο βαθιά απ’ όλες τις επαναστάσεις: την επανάσταση της αξιοπρέπειας, του σεβασμού και της αρχοντιάς.

Εύχομαι κάποτε ο βασιλικός, η ματζουράνα και ο φρεσκοασβεστωμένος τοίχος να πάρουν την εκδίκηση τους. Ξανά. Στη χώρα μου. Την Ελλάδα μου».

Σχετικά Άρθρα