
Τώρα που πέθανε μπορώ να μιλήσω.
Δεκαετία του 1980, αέρας της αλλαγής, ο Ανδρέας θα έβαζε τα δυό πόδια της πλουτοκρατίας σε ένα παπούτσι, γενικώς «γυάλιζε» το μάτι όλων μας από… επανάσταση.
Η επανάσταση άρχισε να… υλοποιείται με αναπτυξιακούς νόμους, που αξιοποίησαν μερικοί νοικοκύρηδες και ξεκοκάλισαν περισσότεροι αετονύχηδες.
Οι παραλίες της Χίου άρχισαν να… αξιοποιούνται με Ξενοδοχειακές μονάδες, που ξεφύτρωναν παντού, ειδικά σε περιοχές φιλέτα, που θα περίμεναν τα… μιλιούνια των τουριστών, που θα μας ακούμπαγαν το χρήμα, τρείς μήνες το χρόνο, για να καθόμαστε τους υπόλοιπους.
Από τον ορυμαγδό αυτό δεν ξέφυγαν τα «Μαύρα βόλια» στον Εμπορειό.
Ενώ εμείς τότε προσπαθούσαμε, με τα πενιχρά μέσα της Αλήθειας, λίγους φωτισμένους παράγοντες στις Δημόσιες υπηρεσίες και λιγότερους αιρετούς, να σώσουμε ότι θα σώζονταν, ξαφνικά ξεπήδησαν κάποιες επενδύσεις, με σχέδια για ξενοδοχειακές μονάδες, στον λόφο του Εμπορειούς.
Το ίδιο ξαφνικά ήρθε στην ΑΛΗΘΕΙΑ ένας φάκελος με στοιχεία της Αγγλικής αρχαιολογικής σχολής, που αναφέρονταν σε ντοκουμέντα περί ύπαρξης αρχαιοελληνικού οικισμού στην περιοχή.
Αρχισα να τα δημοσιεύω. Στην αρχή υπήρξε σιγή, αλλά έλα που οι φάκελοι πολλαπλασιάζονταν. Ο άγνωστος τροφοδότης δεν άφηνε κανένα περιθώριο. Περισσότερο δεν άφηνε η δημοσιοποίηση των στοιχείων. Κάποια στιγμή ήρθε ο πέλεκυς από την Αρχαιολογική Υπηρεσία, που απαιτούσε το σταμάτημα κάθε σκέψης επένδυσης, που θα κατέστρεφε τον Λόφο και κατ’ επέκταση τα «Μαύρα βόλια». Στην ουσία αυτό ήταν η αρχή για να στηθεί ολόκληρος αρχαιολογικός επισκέψιμος χώρος στον Εμπορειό.
Οι επενδυτές άλλαξαν περιοχή και σχέδια για να ησυχάσουν κι’ εγώ έμεινα με την απορία, ποιός ήταν ο άγνωστος τροφοδότης, μέχρι που πήρα ένα τηλεφώνημα από το Ναυτικό Μουσείο, ότι με περιμένει ο κύριος Νίκος Λως, να… μιλήσουμε.
Πήγα γεμάτος… επαναστατική απορία τι ήθελε από μένα ένας… αιμοδιψής εφοπλιστής.
Αντικρίζω έναν συμπαθέστατο εβδομηντάρη, που μου συστήθηκε σαν ο αποστολέας των φακέλων.
«Τα έστειλα σε σένα μου είπε, γιατί μου μετέφεραν ότι δεν θα διστάσεις να τα δημοσιεύσεις και ήθελα να το ξέρεις ότι έτσι σώθηκε ο Εμπορειός»
_Ναι άλλα έτσι θα έχετε την ησυχία σας εσείς, που είναι δίπλα η… Βίλα σας, του αντέτεινα.
Δεν ξέρω τι διέκρινε στο νεανικό μου… θράσος.
«Δεν μου λές, με αποστομώνει, δεν θα μπορούσα αν ήταν αυτό, από την αρχή να στρέψω αλλού τον δρόμο, που πάει στην παραλία, ώστε να μην περνά μπροστά από το σπίτι μου;»
Συνεχίσαμε την κουβέντα που κράτησε αρκετά. Αντί του… αιμοδιψούς εφοπλιστή, έβλεπα έναν άνθρωπο βαθειά καλλιεργημένο, με κουλτούρα, με την ντομπροσύνη της θάλασσας και κυρίως σεμνό, τόσο, που κάναμε αρκετές συζητήσεις, μέχρι να μου δώσει ένα βιβλίο, λέγοντας μου. «Διάβασε και μην δημοσιεύσεις τίποτα».
Σ’ αυτό περιέχονταν στοιχεία από την ζωή του, τον αγώνα που έδωσε να στήσει τον εφοπλιστικό του κολοσσό και κυρίως το μετάλλιο, που του απένειμε το Βρετανικό Πολεμικό Ναυτικό, αφού σαν ναυτόπαις συμμετείχε σε συμμαχικές αποστολές στον Β’ παγκόσμιο Πόλεμο, επιζήσας ναυαγίου μετά από τορπιλισμό, του πλοίου που επέβαινε από Γερμανικό υποβρύχιο.
Μετά τον κύριο Νίκο τον έχασα, μέχρι την εποχή του ο κύριος Γιάννης Καράλης, με τον ενθουσιασμό εφήβου, μου ανακοίνωσε, ότι θα γίνει Πανεπιστημιούπολη, γιατί βρήκε έναν ανώνυμο δωρητή να αγοράσει τα Ταμπάκικα. Και ποιός κύριε Γιάννη είναι ο… ανώνυμος;
«Ιωάννη, μου είπε τσιμουδιά, μέχρι να γίνει η αγορά, είναι ο Νικόλαος Λως».
Αυτά είχα να καταθέσω εγώ στην μνήμη αυτού του μεγάλου ευπατρίδη και το έκανα τώρα που δεν ζεί, και την υπόθεση σωτηρίας του Εμπορειού, μάλλον δεν θα την θυμάται κανείς.
Υ.Γ. Η πρόταση του τίτλου ισχύει.







































