Χίος, Δευτέρα 1 Ιουνίου

Ο μόνος… προνομιούχος της αγοράς

Γιάννης Τζούμας
Τετ, 08/04/2020 - 20:50

Ας το δούμε έτσι μην μας στρίψει, με την… Χαρούλα, τον μόνο χαρούμενο της αγοράς, γιατί ακόμα ο εγκλεισμός θα κρατήσει αρκετά.

Έχοντας το… προνόμιο να κυκλοφορώ για τις ανάγκες του ρεπορτάζ, δεν ξέρω αν είναι καλύτερο αυτό, ή να την είχα αράξει να ξαναδιαβάσω τη Βιβλιοθήκη μου ή να συμμαζέψω τα χειρόγραφα μου για την Ιστορία του νησιού από ειδησεογραφικής σκοπιάς, αφού ξεκίνησα από το 1911 και έφτασα μέχρι το 1925, έχομε δρόμο δηλαδή, ή αυτό που κάνω σήμερα, που είναι πόνος ψυχής.

Αναφέρομαι στην κατάσταση της αγοράς, έτσι όπως δεν την έχει ξαναζήσει κανείς, παρά ίσως στα χρόνια της κατοχής.

Δρόμοι άδειοι, τραπεζάκια μέσα, γνώριμες μυρωδιές ανύπαρκτες, γνωστές φιγούρες άφαντες, βιτρίνες παγωμένες στο χρόνο, μια απέραντη σιωπή.

Και μέσα σ’ αυτό το σκηνικό που πηρουνιάζει τα κόκκαλα, τα… ανοικτά μαγαζιά που μυρμηγκιάζουν την ψυχή.

Γιατί αυτό κι’ αν είναι πόνος ψυχής, δεν είναι παγωμάρα είναι κάτι χειρότερο, είναι ορφάνια.

Έχασε βλέπετε ο καθένας το… ταίρι του, τον γείτονα του, αυτόν που έπινε μαζί καφέ, ακόμα ίσως και αυτόν, που από χαζομάρα, πολλά φαίνονται και θα φανούν ακόμα, δεν έλεγε ούτε Καλημέρα.

Είναι μια παράμετρος αυτή που έχει υποτιμηθεί και αυτό πέρα από πικρό είναι και άδικο.

Διότι εδώ υπάρχουν σήμερα δύο κατηγορίες. Αυτοί που κλείστηκαν υποχρεωτικά, που βλέπουν τα μαγαζιά τους από μακριά ή κλείνονται μέσα σαν τους φυλακισμένους και που σε τελική ανάλυση θα πάρουν ένα επίδομα, που μετά θα το επιστρέψουμε πίσω, για να μην έχουμε αυταπάτες, και αυτοί που υποχρεωτικά είναι ανοικτά, δεν θα πάρουν τίποτα, χτυπάνε… μύγες και παράλληλα ζούν καθημερινά της πίκρα της διπλανής κλειστής πόρτας ή ακόμα και ολόκληρου δρόμου.

Αυτό είναι άδικο και πρέπει να προσεχθεί. Εκτός από τα 100% καταστήματα τροφίμων, τα υπόλοιπα καταστήματα και το πράγμα όσο πάει χειροτερεύει, είναι ανοικτά και μπαίνουν μέσα. Αυτό πόσο αντέχεται ψυχικά και κυρίως πόσο αντέχεται οικονομικά;

Άποψη μας είναι ότι αν αυτό ξεπεράσει τον μήνα, τα μαγαζιά που θα λυγίσουν πρώτα, θα είναι αυτά που τα έχουν σήμερα ανοικτά υποχρεωτικά.

Δυστυχώς ο μόνος σήμερα που δεν έχει στερηθεί το μεζέ του είναι η… Χαρούλα αν και αυτή καταλαβαίνει ότι εδώ κάτι δεν πάει καλά και έχει πέσει σε κατάθλιψη.

 

Υ.Γ. Ανάμεσα στα επαγγέλματα που η κυβέρνηση ξέχασε να συμπεριλάβει έστω σ’ αυτό το πενιχρό επίδομα, που θα επιστραφεί, επαναλαμβάνομε είμαστε και εμείς οι δημοσιογράφοι.

 

Σχετικά Άρθρα

Γιάννης Τζούμας
Σάβ, 30/05/2020 - 19:04

Nα ξεκινήσουμε με μια παραδοχή. Κανένας μας δεν θέλει ξαφνικά να αρχίσει μια μπόρα και να μας κάνει μούσκεμα. Αν όμως γίνει αυτό, μετά το αρχικό σόκ, πρώτα θα τρέξουμε κάπου να προφυλαχτούμε, μετά να προετοιμαστούμε μην μας ξανάρθει μπόρα και στην επόμενη φάση θα σκεφτούμε μήπως τελικά το νερό το εκμεταλλευτούμε, είτε μαζεύοντας το σε φουντάνες, είτε ποτίζοντας.

Αυτό ακριβώς συμβαίνει και με το προσφυγικό, που στη συνέχεια έγινε και μεταναστευτικό.

Ξέρω, υπάρχουν και αυτοί που καταριούνται τον ουρανό, τον μουτζώνουν κι’ όλας, δεν θα ήθελαν δηλαδή αυτή την μπόρα στο σπιτικό τους, αλλά όσα ξιόρκια κι’ αν κάνουν δεν θα αποφύγουν να γίνουν μούσκεμα.

Ας φύγουμε όμως από το παράδειγμα να πάμε στην πραγματικότητα.

Χιλιάδες άνθρωποι εισήλθαν παράνομα στην χώρα μας, που δεν φύλαγε τα σύνορα της, γιατί απ’ ότι απεδείχθη φυλάσσονται και παραφυλάσσονται. Η Ελλάδα, εφαρμόζοντας τις Διεθνείς Συνθήκες που και η ίδια ψήφισε, τους παρείχε φιλοξενία, με την υποχρέωση να εξετάσει το αίτημα τους για παροχή ασύλου ή όχι. Ας μην μπούμε τώρα σε λεπτομέρειες, δεν θα ωφελήσει, αυτό έγινε.

Μέχρι στιγμής λοιπόν σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία 11.000 άνθρωποι είναι πλέον εφοδιασμένοι με το χαρτί του ασύλου, που σημαίνει απλά ότι έχουν τα ίδια δικαιώματα με αυτά του κάθε Έλληνα και κατ’ επέκτασιν Ευρωπαίου πολίτη, συνεπώς παύει η φιλοξενία τους. Ουδείς Ευρωπαίος πολίτης φιλοξενείται και τον… ταϊζουν, άρα είναι ελεύθεροι προς αναζήτηση εργασίας.

Το τι θα γίνει από και πέρα το φοβούνται όλοι. Η Ελλάδα με μόνη εξαίρεση την πανδημία, συμπεριφέρεται με την λογική «βλέποντας και κάνοντας».

Πέντε χρόνια και βάλε, δεν μάθαμε μια λέξη ελληνικά σε αυτούς τους ανθρώπους και τα παιδιά τους, που πολλοί σήμερα είναι έφηβοι, άντε να μιλούν το πολύ μερικές… Αγγλικές λέξεις, που τους έμαθαν οι ΜΚΟ!

Τι θα γίνει; Αυτοί που ξέρουν πιο πολλά από μας λένε πως οι δρόμοι είναι τρείς.

Ή παίρνουν άσυλο και αρνούνται να φύγουν από τα ΚΥΤ, στην περίπτωση μας ΒΙΑΛ, γιατί δεν έχουν που να πάνε. Εμείς κάνουμε τα κορόϊδα και τους κρατάμε άρα φουντώνουμε ένα πρόβλημα μέχρι να εκραγεί και όποιον πάρει ο χάρος.

Τους διώχνουμε από τα ΚΥΤ ευχόμενοι καλή τύχη και αυτοί μαζεύονται στην Αθήνα να εγκαινιάσουν τους πεζόδρομους του Κ. Μπακογιάννη ή να δροσίζονται στο νέο συντριβάνι Ομονοίας.

Η χώρα μας επεξεργάζεται πρόγραμμα απορρόφησης τους στην παραγωγή.

Επειδή το τρίτο είναι το δυσκολότερο και το υγιές θα πρότεινα να προηγηθούμε. Απευθύνομαι λοιπόν  σε ένα οργανωμένο τοπικό παραγωγικό κομμάτι, τους μαστιχοπαραγωγούς και την προοδευτική Διοίκηση της ΕΜΧ και τον πολύ καλό Πρόεδρο της Γ. Τούμπο.

Με δεδομένο ότι βλέπουν πιο μπροστά από όλους μας, αντιλαμβάνονται ότι με την έκρηξη της μαστίχας στον χώρο του φαρμάκου, θα πρέπει την επόμενη εικοσαετία να φυτευτούν στα Νοτιόχωρα και οι… γλάστρες.

Ποιοί θα το κάνουν αυτό; Οι γέροντες θα έχουν φύγει, οι μεσήλικες είναι συνταξιούχοι… δημόσιοι υπάλληλοι και οι νέοι αγρότες βίας συμπληρώνουν… εντεκάδα. Οι Αλβανοί είναι πλέον επιστάτες των Πακιστανών, που χρησιμοποιούν για… εργάτες «σκαστούς» της ΒΙΑΛ.

Πολλοί θα επιθυμούσαν να είναι αλλιώς τα πράγματα, αλλά είναι όπως το αρχικό παράδειγμα της… μπόρας. Όσο και να τα ωραιοποιούμε έτσι περίπου έχουν και αύριο θα γίνουν χειρότερα.

Η πρόταση μου είναι απλή και στηρίζεται στην κοινή λογική. Η ΕΜΧ δεν είναι όπως η χώρα, δεν είναι δηλαδή μπάχαλο. Μπορεί να προβλέψει τι ανασχινώσεις πρέπει να γίνουν, πόσους εργάτες γής χρειάζεται, σε πιά χωριά, πόσοι απ’ αυτούς να είναι πολύτεκνοι (ας μην το αναλύσουμε, αν δεν υπήρχαν οι Αλβανοί θα ήταν κλειστά σήμερα τα Σχολεία μετά τον… Βροντάδο και μετά την… Καλλιμασιά) να καταγραφούν τα καταλύματα, που μπορούν να χρησιμοποιηθούν, και να αναζητήσει η ΕΜΧ ανθρώπους που να θέλουν να εργαστούν από την ΒΙΑΛ στα μαστιχόδενδρα του νησιού μας.

Η ΒΙΑΛ κάποτε θα κλείσει, η μαστίχα θα μείνει. Αν η Χίος άκουγε τον Κοτσακά, που πριν 30 χρόνια ήθελε να μεταφέρει Έλληνες του Πόντου (τότε η αθάνατη βλακεία τους έλεγε Ρωσοπόντιους) στα Βορειόχωρα σήμερα δεν θα μιλάγαμε για το… κοιμητήριο της αγόνου Αμανής. Αν χάσουμε τώρα την ευκαιρία του εργατικού δυναμικού της ΒΙΑΛ, οι μαστιχοπαραγωγοί του αύριο θα εισάγουν ξένο εργατικό δυναμικό, όπως κάνουν και στην Ηλεία με τις φράουλες που τρώμε και στην Κρήτη και αλλού με τις ελιές που έχουμε στο τραπέζι μας.

 

Υ.Γ. Παρασκευή μεσημέρι στο λιμάνι. Οι εργάτες πάνω από τους μπαβέδες σαν τα μαμούνια. Άλλος τρίβει, άλλος πλένει, άλλος ρίχνει λάσπη. Απέναντι κάθεται σε καφετέρια αραχτός, αφράτος φασεμπουκέλληνας με τη φραπεδιά μπροστά του. Καθώς περνάω με το ποδήλατο, μου φωνάζει.

«Ντζούμα, αυτά να γράφεις ρε, ούτε ένας έλληνας δεν δουλεύει στο έργο»