
Με βάση τις στρατηγικές επιλογές που υπηρετούν την επίτευξη του οράματος, θα πρέπει η Ευρωπαϊκή Ενωση και οι χώρες με νησιά, όπως η Ελλάδα, να ετοιμάσουν -με βάση την αρχή της επικουρικότητας- το εξειδικευμένο πλαίσιο στρατηγικής με εξειδικευμένες πολιτικές, μέτρα και δράσεις που θα τις υλοποιούν. Η στρατηγική που προτείνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στο κείμενο που κατέθεσε, περιλαμβάνει 5 πυλώνες και προτάσεις, που πρέπει να υλοποιήσει η ίδια, και οδηγίες προς τα κράτη μέλη.
Ο 1ος πυλώνας επικεντρώνεται στη συνδεσιμότητα, την ανταγωνιστικότητα και την καινοτομία. Στόχος είναι η βελτίωση των μεταφορικών συνδέσεων, η ενίσχυση των οικονομικών ευκαιριών, η υποστήριξη των επιχειρήσεων και η πλήρης συμμετοχή των νησιών στην ενιαία αγορά. Τα μέτρα θα διερευνήσουν, επίσης, τρόπους καλύτερης λογιστικής αποτύπωσης για το κόστος της νησιωτικότητας σε τομείς όπως οι μεταφορές και οι κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις.
Οι προτάσεις της ΕΕ, που εστιάζονται σε συστάσεις για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και της ανθεκτικότητας των τουριστικών οικοσυστημάτων δεν προσθέτουν κάτι ουσιαστικό στις υφιστάμενες θεσμικές και χρηματοδοτικές πολιτικές, που να βελτιώνουν ουσιαστικά την ανταγωνιστικότητα και τη βιωσιμότητα των τοπικών οικονομιών.
Τα μέτρα που προτείνονται σε ό,τι αφορά τη συνδεσιμότητα των νησιών, σε επίπεδο ΕΕ, είναι να υπάρξει συγκεκριμένο πρόγραμμα για τις σταθερές και κινητές υποδομές των νησιών και ουσιαστική εφαρμογή των προβλέψεων της ευρωπαϊκής νομοθεσίας σε ό,τι αφορά τις ΥΔΣ και ενίσχυση τους, αν αποδεχτούν ανεπαρκείς.
Το μεγαλύτερο έλλειμα της πρότασης είναι ότι δεν έχει διατυπωθεί ένα σύστημα αρχών, που πρέπει να διέπει την αναπτυξιακή πολιτική των νησιών, ώστε να είναι βιώσιμη και η οικονομία τους όσο γίνεται πιο ανθεκτική, που σημαίνει να εξελίσσεται μέσα στο παγκόσμιο σύστημα και να αντέχει στους εξωτερικούς κλυδωνισμούς. Η γενική και αόριστη αναφορά στην αξιοποίηση των τοπικών συγκριτικών πλεονεκτημάτων (place-based approach) και επομένως σε πλήρη εξάρτηση από τους μηχανισμούς της αγοράς (που σήμερα οδηγεί στη μεγάλη εξάρτηση από τον τουρισμό και το real estate ή από βιομηχανικές εγκαταστάσεις ΑΠΕ) δεν εξασφαλίζει καμία σταθερή προοπτική και είναι αντίθετη με την έννοια της ανθεκτικότητας που επικαλείται η έκθεση. Η επίτευξη των αρχών της ανθεκτικότητας και της βιωσιμότητας απαιτεί μια ελάχιστη συμμετοχή των διαφορετικών τομέων της οικονομίας, ενώ παράλληλα πρέπει να βρεθεί το «κλειδί» της ανταγωνιστικότητας των εξωστρεφών κλάδων, που δεν μπορεί να είναι άλλο από την εστίαση στη ποιότητα, την υψηλή προστιθέμενη αξία και την ιδιαιτερότητα των παραγόμενων προϊόντων και υπηρεσιών, αφού λόγω πολλαπλών αυξημένων συντελεστών κόστους είναι αδύνατος ο ανταγωνισμός μέσω των χαμηλών τιμών. Επιπλέον θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι οι μεγάλες εξωγενείς επενδύσεις μπορεί να προσφέρουν ονομαστική αύξηση στο τοπικά παραγόμενο ΑΕΠ, αλλά συχνότατα δεν περιέχουν στοιχεία οικονομικής, κοινωνικής και περιβαλλοντικής ανθεκτικότητας και βιωσιμότητας.
Ο 2ος πυλώνας αφορά στην ενεργειακή, κλιματική και περιβαλλοντική ανθεκτικότητα. Τα νησιά βρίσκονται συχνά στην πρώτη γραμμή της κλιματικής αλλαγής, αντιμετωπίζοντας διάβρωση των ακτών, λειψυδρία και πιέσεις στη βιοποικιλότητα. Ταυτόχρονα, έχουν σημαντικό δυναμικό να ηγηθούν της μετάβασης προς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και τη βιώσιμη διαχείριση των πόρων. Σε ότι αφορά την ενεργειακή ασφάλεια, αυτάρκεια και απανθρακοποίηση, οι εφαρμοζόμενες πολιτικές κλείνουν περισσότερο προς τη τελευταία παράμετρο και μάλιστα με τρόπο «άδικο» προς τα νησιά και τους νησιώτες -που δεν αποτελούν σημαντικούς ρυπαντές- ενώ εκείνους απασχολούν κυρίως οι πρώτες δύο παράμετροι.
Σε ό,τι αφορά την περιβαλλοντική προστασία και την κλιματική ανθεκτικότητα, οι προτάσεις της Επιτροπής θεωρούνται ικανοποιητικές, όμως η εφαρμογή τους προσκρούει τόσο στην ανεπάρκεια των χρηματοδοτήσεων, όσο και στο οικονομικό μοντέλο της συνεχούς (τουριστικής κυρίως) μεγέθυνσης της οικονομίας (παγκόσμια και στα νησιά) που οδηγούν στην υποβάθμιση του φυσικού κεφαλαίου και των οικοσυστημικών λειτουργιών και αυτής της ίδιας της ανθεκτικότητας.
Ο στόχος για περιβαλλοντική ανθεκτικότητα και απανθρακοποίηση μπορεί να επιτευχθεί μέσα από την αλλαγή του μοντέλου παραγωγής και κατανάλωσης κυρίως του τουρισμού που αποτελεί τη κύρια δραστηριότητα τουλάχιστον των νησιών που βρίσκονται στη ζώνη του ήλιου. Η συνεχιζόμενη αύξηση της μεταφοράς τουριστών (κυρίως αεροπορικά μετά την απελευθέρωση τους το 1992) είναι υπεύθυνη για μεγάλο τμήμα της παραγωγής αερίων θερμοκηπίου, ενώ η αύξηση των (πολυτελών) τουριστικών κλινών, που έχει ως συνέπεια τόσο τη χωρική επέκταση του (αστικοποίηση) με αλλαγές χρήσεων γης και μείωση των αποθηκών άνθρακα, όσο και την αυξανόμενη κατανάλωση περιορισμένων πόρων (νερό, ενέργεια) και τη παραγωγή αποβλήτων. Κατά συνέπεια, οι πολιτικές που προτείνονται αδυνατούν να περιορίσουν το πρόβλημα, με μόνη λύση για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας να αποτελεί η αυστηρή διαχείριση πόρων και οικοσυστημάτων (πράσινα νησιά).
Ένα συμπληρωματικό θέμα, που τίθεται, αφορά στη διαχείριση των φυσικών πόρων και των υπηρεσιών δημοσίου συμφέροντος που παρέχονται σε κατοίκους και επιχειρήσεις. Η δημιουργία φυσικών μονοπωλίων, λόγω νησιωτικότητας, έχει ως συνέπεια να γίνεται αδύνατη η αποτελεσματική παροχή υπηρεσιών σε όλους μέσα από τη λειτουργία των μηχανισμών της αγοράς, που στόχο έχουν το κέρδος και όχι το δημόσιο συμφέρον και τη ποιότητα ζωής.
Ο 3ος πυλώνας επικεντρώνεται στους ανθρώπους και την ποιότητα ζωής. Στοχεύει στην αντιμετώπιση των δημογραφικών προκλήσεων, στην υποστήριξη των νέων, στη βελτίωση της πρόσβασης σε υπηρεσίες και στην αντιμετώπιση των πιέσεων στέγασης που επηρεάζουν πολλές νησιωτικές κοινότητες. Στόχος είναι να διασφαλιστεί ότι τα νησιά παραμένουν ελκυστικά μέρη για να ζουν νέοι, να εργάζονται και να μεγαλώνουν οικογένειες. Ο πυλώνας αυτός μπορεί να θεωρηθεί και ο σημαντικότερος, εφόσον το θέμα «δικαίωμα για παραμονή στον τόπο/νησί» έχει πρόσφατα αναγορευθεί σε κρίσιμο θέμα της ευρωπαϊκής πολιτικής, εξ αιτίας των μεγάλων εσωτερικών μεταναστευτικών ροών που καταγράφονται τα τελευταία χρόνια, ως αποτέλεσμα άνισης ελκυστικότητας μεταξύ περιφερειών. Αυτό σημαίνει τη μερική αποτυχία της Πολιτικής Συνοχής, που οφείλει να αναπροσαρμοστεί και να ενισχυθεί με τρόπο τέτοιο, που να βελτιώνει την ελκυστικότητα των περιοχών για κατοικία, που περιλαμβάνει τόσο τα θέματα ποιότητας ζωής (συμπεριλαμβανόμενης και της ανάδειξης της πολιτιστικής κληρονομίας με τρόπο που να ενισχύει το αίσθημα «του ανήκειν» στους κατοίκους), όσο και τα θέματα απασχόλησης.
Ο 4ος πυλώνας αφορά στην υποστήριξη των νησιών ως στρατηγικών συντελεστών στην άμυνα και την ασφάλεια της ΕΕ, μεταξύ άλλων στους τομείς των κρίσιμων υποδομών ενέργειας και μεταφορών, της μετανάστευσης και της διαχείρισης των συνόρων, καθώς και των ικανοτήτων ανίχνευσης και αντιμετώπισης απειλών. Τα νησιά διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διασφάλιση της ασφάλειας, της άμυνας, της ετοιμότητας, της ανθεκτικότητας των κρίσιμων υποδομών, της ασφαλούς συνδεσιμότητας και της αποτελεσματικής επιτήρησης των συνόρων, στο πλαίσιο των εξελισσόμενων γεωπολιτικών προκλήσεων και των προκλήσεων ασφαλείας.
Τα θέματα ασφάλειας -που διακρίνονται από εκείνα της μετανάστευσης/προσφυγικό- είναι εθνικά θέματα αλλά και θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ως τέτοια πρέπει να αντιμετωπίζονται και στον νησιωτικό χώρο χωρίς την ασύμμετρη επιβάρυνση των νησιών επειδή βρίσκονται στη πρώτη γραμμή.
Τα θέματα των φυσικών καταστροφών και προσαρμογής στη κλιματική αλλαγή οφείλουν, μέσα στη λογική της ενίσχυσης της ανθεκτικότητας, να εστιαστούν στην πρόληψη με μια διαφορετικού τύπου περιβαλλοντική διαχείριση και κατασκευή υποδομών (με έμφαση στις πράσινες υποδομές) και όχι αποκλειστικά στην εκ των υστέρων παρέμβαση για ανακούφιση των πληθυσμών και για αποκατάσταση των ζημιών. Τα σχέδια αυτά, στη περίπτωση των νησιών, θα πρέπει να είναι τοπικά, με τεχνογνωσία που θα παρέχεται από την περιφέρεια.
Ο 5ος πυλώνας θεωρεί ότι η στρατηγική ενισχύει τη διακυβέρνηση και τη συμμετοχή, προϋπόθεση για την αποτελεσματικότερη εφαρμογή των τεσσάρων θεματικών στόχων. Προωθεί την ανάγκη για καλύτερα δεδομένα σε ό,τι αφορά τις συνθήκες των νησιών, μεγαλύτερη συμμετοχή των νησιωτικών αρχών στη λήψη αποφάσεων και μια πιο συστηματική αξιολόγηση του τρόπου, με τον οποίο οι πολιτικές επηρεάζουν τα νησιωτικά εδάφη. Ουσιαστικά, επιδιώκει να διασφαλίσει ότι οι φωνές των νησιών θα συνεχίσουν να ακούγονται. Τη στιγμή που καταργούνται τα περιφερειακά προγράμματα από πυλώνα της Πολιτικής Συνοχής και το νέο χρηματοδοτικό πλαίσιο θα είναι εθνικό, κατά τα πρότυπα του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, η Επιτροπή προτείνει μια σειρά από «soft» δράσεις «ανάπτυξης ικανοτήτων» για να βελτιώσει τη διακυβέρνηση των νησιών. Είναι προφανές ότι υπάρχει μετακίνηση από μια θεσμική συνεργασία ΕΕ – περιφερειών σε μια «χαλαρή» συνεργασία. Χωρίς να υποστηρίζεται ότι η μέχρι τώρα διαδικασία ήταν αποτελεσματική (αν κρίνει κανείς από το αποτέλεσμα σε ό,τι αφορά τη σύγκλιση των ελληνικών περιφερειών με τις ευρωπαϊκές), το νέο πλαίσιο γίνεται ακόμη χαλαρότερο και μη δεσμευτικό, ενώ δεν προτείνεται κανένα δεσμευτικό για την ΕΕ εργαλείο.
– Σε ό,τι αφορά το αίτημα για εφαρμογή της Ρήτρας Νησιωτικότητας, θα ήταν αναγκαίο να οριοθετηθεί, τουλάχιστον σε πρώτη φάση, ένας ελάχιστος αριθμός κλαδικών πολιτικών (πχ. ανταγωνισμού, αγροτική, κρατικών ενισχύσεων, περιβαλλοντική, μεταφορών, ενέργειας) στις οποίες θα εφαρμοστεί κατά προτεραιότητα.
– Σε ό,τι αφορά τον συντονισμό χάραξης, υλοποίησης και αξιολόγησης της νησιωτικής στρατηγικής, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, απαιτείται η δημιουργία δομής (από εκπροσώπους των κοινοτικών θεσμών) με την κατάλληλη επιστημονική στήριξη με τα κατάλληλα δεδομένα (ESPON, JRC, EUROSTAT).
– Σε ό,τι αφορά τη στήριξη των τοπικών φορέων για καλύτερο και αποτελεσματικότερο σχεδιασμό, είναι σημαντική η υιοθέτηση εργαλείου αντίστοιχου με το Urban και το Rural Pact ως όχημα μεταφοράς γνώσεων και καλών πρακτικών
– Σε ό,τι αφορά την πρόσβαση σε πρόσθετους πόρους, μέσω του προϋπολογισμού και της ΕΤΕ, είναι σημαντικό να υιοθετηθεί κάποια συγκεκριμένη διαδικασία που να διαφοροποιεί τα νησιά από τις άλλες περιοχές, αλλά και θα ενισχύει τα νησιά που -ως γνωστόν- έχουν αδύναμους μηχανισμούς διοίκησης. Προτείνεται να υπάρξουν ειδικοί τομείς προτεραιότητας, ανά άξονα, όπου θα κατατεθούν συλλογικά αιτήματα για χρηματοδότηση επενδύσεων υποδομών/υπηρεσιών για όσα νησιά ζητήσουν να ενταχθούν .
Το βασικό ερώτημα είναι αν η Ευρωπαϊκή Στρατηγική, που προτείνει η ΕΕ, πρόκειται να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις που έχουν τεθεί, τόσο από την ίδια όσο και από τους ενδιαφερόμενους φορείς. Για να απαντηθεί το ερώτημα αυτό, πρέπει να υπάρξει σαφής περιγραφή για το είδος της ανάπτυξης που θέλουμε για τα νησιά και στη συνέχεια να εξεταστεί ποια είναι τα κατάλληλα μέτρα, τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο, για να επιτευχθούν οι στόχοι και ειδικά αυτός του δικαιώματος παραμονής.
* Ο Γιάννης Σπιλάνης είναι καθηγητής Τμήματος Περιβάλλοντος Πανεπιστημίου Αιγαίου, Διευθυντής Εργαστηρίου Τοπικής και Νησιωτικής Ανάπτυξης και Επιστημονικός Υπεύθυνος «ΦΩΝΕΣ για το ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΣ»
































