
Τι είναι η καρέκλα; Σιγά την ερώτηση θα μου πείτε… Μόνο που αλλάζει αν αποδίδεται σκέτη η λέξη ή μέσα σε εισαγωγικά. Γιατί άλλο σημαίνει η πρώτη κι άλλο η δεύτερη. Η πρώτη είναι για να καθόμαστε να ξεκουραζόμαστε, να τρώμε, να πίνουμε και να κάνουμε και άλλα πράγματα. Η δεύτερη, όμως, η «καρέκλα» δεν έχει καμία σχέση με την προηγούμενη. Αν την αποκτήσουμε με οποιοδήποτε τρόπο στην κοινωνική, πολιτική, αθλητική και άλλες μορφές ζωής έχει άλλο νόημα και πολλές προεκτάσεις. Βλέπετε το συμφέρον, όπως σε πολλές άλλες περιπτώσεις, υπερισχύει. Και γι' αυτό την διεκδικούμε και προσπαθούμε να τη διατηρήσουμε. Και ακόμα για να χρησιμοποιήσω μια έκφραση του συρμού το ζητούμενο είναι να «τρουπώσεις» που έλεγε σε μια ταινία ο συγχωρεμένος ο Βουτσάς.
Τα σχετικά με την «καρέκλα» τα σκεφτόμουν με αφορμή την πρόσφατη διαγραφή του βουλευτή Οδυσσέα Κωνσταντινόπουλου από το ΠΑΣΟΚ. Ο βουλευτής είπε κάποια αυτονόητα, που και όλοι τα συζητάμε μεταξύ μας, αλλά αυτό δεν άρεσε στον αρχηγό. Και αρχηγός είναι αυτός και καρατομεί κατά το δοκούν. Δεν έχω σκοπό να μπω στην αφορμή με τις δηλώσεις του Οδυσσέα. Εσωκομματικό είναι το θέμα και ας το ξεμπλέξουν μεταξύ τους. Μόνο που πάντα η αλήθεια είναι πικρή και ενοχλεί.
Τι μου έκανε εντύπωση στη συγκεκριμένη περίπτωση…; Ότι μετά τη διαγραφή του από τον Ανδρουλάκη, από την κοινοβουλευτική ομάδα του ΠΑΣΟΚ, ο βουλευτής δεν κράτησε την έδρα του. Και αν θέλετε την «καρέκλα» του, αλλά αποχώρησε με αξιοπρέπεια και ψηλά το κεφάλι παραδίδοντάς την.
Και ίσως είναι από τις μοναδικές περιπτώσεις, αν εξαιρέσουμε τον Τσίπρα που δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Προσωπικά δεν θυμάμαι άλλον βουλευτή να αποχωρεί ή να τον διαγράφουν από το κόμμα του και να έχει την ηθική υποχρέωση να παραιτείται από την έδρα του. Θυμάστε τι έγινε πριν λίγους μήνες στον ΣΥΡΙΖΑ με τις αποχωρήσεις με αποτέλεσμα να συρρικνωθεί η κοινοβουλευτική ομάδα του και να χάσει και τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης...
Να, λοιπόν, που υπάρχουν και κάποιοι, και δεν πρέπει να είναι πολλοί, που αποχωρούν έντιμα. Ας βγάλουμε το καπέλο στον Οδυσσέα.
Του Δημήτρη Φρεζούλη




































