Χίος, Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου

Εκθεση-καταπέλτης για το μεταναστευτικό

Πέμ, 14/11/2019 - 23:21

Βασικές ελλείψεις και τεράστιες καθυστερήσεις κατέγραψε το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο στην έκθεση-καταπέλτη που δόθηκε χθες στη δημοσιότητα σχετικά με τη διαχείριση της μεταναστευτικής κρίσης στην Ιταλία και την Ελλάδα. Η ομάδα που συνέταξε την έκθεση επισκέφθηκε hotspots σε Ελλάδα και Ιταλία, ενώ στη χώρα μας είχε μια σειρά συναντήσεων με υπουργούς και αξιωματούχους της προηγούμενης κυβέρνησης.

Τα βασικά συμπεράσματά της, που αφορούν το διάστημα 2017-2019, είναι ότι η Ευρωπαϊκή Ενωση πρέπει να εντατικοποιήσει τις προσπάθειές της στους τομείς του ασύλου, της μετεγκατάστασης και της επιστροφής μεταναστών, προκειμένου να επιτύχει τους στόχους της. «Τα προγράμματα μετεγκατάστασης έκτακτης ανάγκης δεν πέτυχαν τους στόχους που είχαν τεθεί, ενώ μόνο μερικώς επετεύχθη η ελάττωση της πίεσης που ασκείται στην Ελλάδα και στην Ιταλία», αναφέρει συγκεκριμένα η έκθεση. Το βασικό πρόβλημα που επισημάνθηκε δεν είναι άλλο από το πόσο χρονοβόρες εξακολουθούν να είναι οι διαδικασίας διεκπεραίωσης αιτήσεων ασύλου. Τα ποσοστά επιστροφής παράτυπων μεταναστών παραμένουν χαμηλά και η διαδικασία της επιστροφής προβληματική σε ολόκληρη την Ε.Ε.

Τα νούμερα μιλούν από μόνα τους και είναι αποκαρδιωτικά. Ενώ οι προσφυγές πρέπει να εξετάζονται εντός τριών ημερών από την κατάθεσή τους και η απόφαση επί της προσφυγής να εκδίδεται το αργότερο εντός δύο ημερών από την εξέτασή της, ο μέσος χρόνος διεκπεραίωσης το 2018 στην Ελλάδα ήταν 171 ημέρες. Τα νούμερα είναι το ίδιο άσχημα –και αντί να βελτιώνονται, ολοένα χειροτερεύουν– όσον αφορά τον χρόνο που απαιτείται από την καταγραφή έως την έκδοση πρωτοβάθμιων αποφάσεων. Από 84 ημέρες που ήταν το 2016, αυξήθηκε σε 241 ημέρες το 2018. Οι εμπειρογνώμονες, όμως, εντόπισαν και πολύ πιο χρονοβόρες περιπτώσεις, όπως αιτήσεις που υποβλήθηκαν το 2018, για τις οποίες η συνέντευξη ορίστηκε το 2022 ή ακόμη και το 2023, όπως αναφέρει η  έκθεση. Αυτή η καθυστέρηση είναι ένας από τους λόγους για το ότι είναι πολύ μικρός ο αριθμός των ανθρώπων που επιστρέφονται στην Τουρκία. Η ανεπαρκής χωρητικότητα των κέντρων κράτησης, η προβληματική συνεργασία με τις χώρες καταγωγής των μεταναστών ή το γεγονός ότι οι μετανάστες απλώς διαφεύγουν μόλις εκδοθεί η απόφαση επιστροφής, κάνουν τις επαναπροωθήσεις ακόμα πιο δύσκολες.

Οσον αφορά τις συνθήκες διαμονής, η κατάσταση στη Σάμο είναι αποκαρδιωτική, κυρίως για τις περιπτώσεις ανηλίκων που χρειάζονται ιδιαίτερη φροντίδα. Για τα κοντέινερ όπου φιλοξενούνται ανήλικοι επισημαίνεται ότι «ορισμένα δεν είχαν πόρτες, παράθυρα, κρεβάτια ή συσκευές κλιματισμού. Σε κάθε οικίσκο, χωρητικότητας, επισήμως, οκτώ έως δέκα ανηλίκων, διέμεναν περίπου 16 ασυνόδευτοι ανήλικοι, ορισμένοι από τους οποίους κοιμούνταν στο δάπεδο», ενώ τα ασυνόδευτα κορίτσια στη Σάμο «κοιμούνταν στο δάπεδο ενός οικίσκου εμβαδού 10 τ.μ., δίπλα στο γραφείο της αστυνομίας, χωρίς τουαλέτα ή ντους». Μια άλλη αδυναμία που θίγει η έκθεση, είναι το χαμηλό νούμερο μετεγκαταστάσεων από την Ελλάδα και την Ιταλία – μόλις 34.705 σε σύγκριση με τον αρχικό στόχο των 98.256. Κατά την εκτίμηση των ελεγκτών, αυτές οι χαμηλές επιδόσεις οφείλονται κυρίως στο πολύ μικρό ποσοστό των δυνάμει επιλέξιμων για μετεγκατάσταση μεταναστών, καθώς οι Αρχές αδυνατούσαν να εντοπίσουν πιθανούς υποψήφιους που θα πληρούσαν τα κριτήρια.

Ο επικεφαλής της έκθεσης, Λέο Μπρινκάτ, μιλώντας στην «Κ» τόνισε ότι μια αδυναμία που εντόπισε στην Ελλάδα ήταν η συνεργασία μεταξύ των θεσμών. «Οταν ήμουν στην Ελλάδα, είχα συναντήσεις με τους υπουργούς Μετανάστευσης, Οικονομικών και Εσωτερικών. Παρά τις καλές προθέσεις και δεσμεύσεις τους, το γεγονός ότι υπάρχουν τρεις υπουργοί δυσκολεύει τη συνεργασία, αλλά και τη δρομολόγηση πιο απλοποιημένων διαδικασιών», είπε χαρακτηριστικά. Επίσης, ανέφερε ότι δεν υπάρχει σωστή κατανομή του προσωπικού του Frontex. Από τη μία διαπίστωσε στη Σάμο άμεση ανάγκη για περισσότερο προσωπικό, καθώς ο υπερπληθυσμός στον καταυλισμό δεν είναι διαχειρίσιμος, σε αντίθεση με τη Μεσίνα της Ιταλίας, όπου υπήρχε περισσότερο προσωπικό του Frontex παρά μετανάστες. «Προτείνουμε την επανασχεδίαση του τρόπου κατανομής του προσωπικού του Frontex», είπε στην «Κ» και εξήγησε ότι, προς το παρόν, αυτή η κατανομή γίνεται ένα χρόνο πριν από την πραγματική τοποθέτηση, με αποτέλεσμα, κατά περίπτωση, να υπάρχει περισσότερο ή λιγότερο προσωπικό απ’ όσο χρειάζεται.

Έντυπη Καθημερινή, Ελένη Βαρβιτσιώτη

Σχετικά Άρθρα

Εισήγηση Νότη Μηταράκη στο διεθνές συνέδριο του Economist
Πέμ, 12/12/2019 - 19:35

Κυρίες και Κύριοι,

Θα ήθελα κατ’ αρχάς να σας συγχαρώ και να σας ευχαριστήσω που μου δίνετε την ευκαιρία να μιλήσω για τη νούμερο ένα πρόκληση που αντιμετωπίζουν ως έθνος, το δημογραφικό. 

Μια πρόκληση μου επηρεάζει το κράτος πρόνοιας, τις δαπάνες υγείας και κοινωνικής αλληλεγγύης.

Μια πρόκληση που καταφανώς επηρεάζει τα διανεμητικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης, όπως εφαρμόζεται σήμερα στην χώρα μας, και στην κύρια και στην επικουρική ασφάλιση. 

Βέβαια να τονίσουμε ότι το δημογραφικό είναι δημιούργημα ενός ευτυχούς και ενός δυστυχούς γεγονότος. 

Το ευτυχές είναι ότι ζούμε περισσότερο. Και όπως συζητήσαμε την προηγούμενη εβδομάδα στον ΟΑΣΑ στο Παρίσι είναι κάτι για το οποίο πρέπει να γιορτάζουμε.

To 2005 ένας άντρας 65 ετών θα ζούσε ακόμα 17 χρόνια και μια γυναίκα 20. Σήμερα ένας αντίστοιχος 65αρης θα ζήσει ακόμα 18,5 χρόνια και μια γυναίκα 22, ενώ το 2070 θα έχουμε φτάσει τα 24 χρόνια για τους άντρες και τα 27 για τις γυναίκες.

Το δυστυχές είναι ότι γεννάμε λιγότερο. Το 2007 είχαμε 112.000 γεννήσεις και το 2018 μόλις 86.500. Αντιστοιχούν μόλις 1,38 παιδιά ανά γυναίκα, όταν ο δείκτης διατήρησης του πληθυσμού είναι στα 2,1.  

Ένα σύστημα διανεμητικό όπως έχουμε σήμερα χρειάζεται περίπου 4 εργαζόμενους για 1 συνταξιούχο για να είναι βιώσιμο.

Εμείς σήμερα έχουμε  περίπου 1,64 εργαζόμενους ανά συνταξιούχο και το 2070 θα έχουμε 1,25.

Εξαιτίας του δημογραφικού, με το σημερινό συνταξιοδοτικό, ο συντελεστής αναπλήρωσης εισοδήματος από 70% το 2019 θα πέσει στο 56% το 2070 σύμφωνα με τις ισχύουσες μελέτες.

Άρα, από δημογραφικής πλευράς, το σύστημα πιέζεται. 

Και αυτό πρέπει να το αντιμετωπίσουμε, όχι αύριο, ή σε 10 χρόνια, αλλά σήμερα.

Όπως έχει πει ο ίδιος ο Πρωθυπουργός είναι ένα διακύβευμα σχεδόν υπαρξιακό. 

Καταρχάς να καθησυχάσω ότι δεν έρχομαι να εξαγγείλω σήμερα αύξηση ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης. Ήδη με μέση ηλικία συνταξιοδότησης το 2030 στα 65 έτη, η Ελλάδα βρίσκεται ελαφρώς πιο ψηλά από το μέσο ευρωπαϊκό όρο που είναι στα 64,7 έτη. 

Σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, ήδη στο Υπουργείο Εργασίας σχεδιάζουμε μια σειρά από δράσεις με θετικό αντίκτυπο. 

Πρώτον σταματάμε να βλέπουμε τιμωρητικά την εργασία των ήδη συνταξιούχων, μειώνοντας την περικοπή των συντάξεών τους. 

Δεύτερον εργαζόμαστε για την ανάσχεση του brain drain. 

Ταυτόχρονα με κίνητρα και ελέγχους στηρίζουμε την πλήρη απασχόληση και τις τυπικές μορφές εργασίας, άρα και την εισφοροδότηση. 

Ωστόσο, όλα αυτά τα μέτρα είναι βραχυπρόθεσμα και πυροσβεστικά.

Δεν αντιμετωπίζουν την αιτία του προβλήματος, δηλαδή το ότι τα διανεμητικά συστήματα δε μπορούν να σηκώσουν αποτελεσματικά το βάρος του δημογραφικού. 

Χρειαζόμαστε συστήματα κοινωνικής ασφάλισης, μεικτά. Στα οποία θα υπάρχει στάθμιση των διαφορετικών κινδύνων (δημοσιονομικός, δημογραφικός, επενδυτικός). 

Μεικτό σύστημα συνεπάγεται την εισαγωγή στοιχείων κεφαλαιοποίησης παράλληλα με το Pay-as-you go σύστημα.

Ταυτόχρονα, πρέπει και το ίδιο το κράτος να αναπροσαρμόσει το ρόλο του και τις πολιτικές του ως θεματοφύλακας και διαχειριστής της κοινωνικής ασφάλισης. 

Η αποκλειστική στροφή προς ιδιωτικά ή αμιγώς προαιρετικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης έχει αποδειχτεί διεθνώς, ανεπαρκής. 

Αυτή τη στιγμή είμαστε στο στάδιο που πρέπει να προχωρήσουμε από την απλή διαπίστωση στο σχεδιασμό και την πράξη.

Ανοίγουμε το διάλογο και προχωράμε αποφασιστικά σε συγκεκριμένες προτάσεις, γιατί το μέλλον είναι ήδη εδώ και πρέπει να το αντιμετωπίσουμε. 

Σας ευχαριστώ.