Ένα ιστορικό ντοκουμέντο του Έπους του 1940 στην Βιβλιοθήκη μας

Η ιστορική διαδρομή του 23ου Συντάγματος Πεζικού και η συγκλονιστική διάσωση της Σημαίας του το 1941
Τετ, 21/10/2026 - 20:36

Η Δημόσια Κεντρική Ιστορική Βιβλιοθήκη Χίου «Κοραής», στο πλαίσιο της ανάδειξης των πολύτιμων θησαυρών που φιλοξενούνται στις συλλογές της, φέρνει στο φως ένα σπάνιο ιστορικό τεκμήριο.

Πρόκειται για μια συγκλονιστική ιδιόχειρη έκθεση-επιστολή του Χιώτη στρατιώτη Ιωάννη Νικ. Μαρή, η οποία συνοδεύει ένα ανεκτίμητο εθνικό κειμήλιο: ένα αυθεντικό τεμάχιο της πολεμικής σημαίας του 23ου Συντάγματος Πεζικού (Χίου), το οποίο διασώθηκε από τα χέρια των Γερμανών κατακτητών τον Απρίλιο του 1941.

 Ιστορικό Πλαίσιο και η Πορεία του 23ου ΣΠ προς το Έπος του '40

Η Μεραρχία Αρχιπελάγους συγκροτήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1916 από την προσωρινή Κυβέρνηση Εθνικής Άμυνας με έδρα τη Θεσσαλονίκη, αντλώντας τη δύναμή της από τους στρατιώτες και εθελοντές των νησιών του Αιγαίου (Λήμνο, Μυτιλήνη, Χίο, Σάμο). Στη Μεραρχία οργανώθηκαν το 4ο Σύνταγμα Πεζικού (ΣΠ) με δύο τάγματα στη Μυτιλήνη, το 5ο ΣΠ με δύο τάγματα (Μυτιλήνη και Λήμνο) και το 6ο ΣΠ με δύο τάγματα (Σάμο και Χίο). Στις 17/30 Μαΐου 1918, η Μεραρχία Αρχιπελάγους, ενταγμένη στο Α΄ Σώμα Στρατού, πέτυχε την περιώνυμη και καθοριστική νίκη στη Μάχη του Σκρα ντι Λέγκεν.

Με το Νομοθετικό Διάταγμα της 30ης Δεκεμβρίου 1925 και το Προεδρικό Διάταγμα του 1926 «περί Οργανισμού του Στρατού», η Ταξιαρχία Αρχιπελάγους περιέλαβε το 22ο Σύνταγμα της Μυτιλήνης και το 23ο Σύνταγμα της Χίου. Το 1929, με τον Νόμο 4321, η Ταξιαρχία διατήρησε τις μονάδες αυτές σε μειωμένη σύνθεση (ως ημισυντάγματα), ενώ το 1930 με τον Νόμο 4532 ιδρύεται η Στρατιωτική Διοίκηση Αρχιπελάγους.

Στις 4 Σεπτεμβρίου 1935, η μονάδα του νησιού περιορίζεται εδρεύοντας ως 23ο Τάγμα Πεζικού (ΤΠ). Το έτος 1939 όμως, με την έκδοση του Αναγκαστικού Νόμου 2005 «περί Οργανισμού του Στρατού» –ο οποίος ίσχυε και τον Οκτώβριο του 1940 κατά την κήρυξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου– η μονάδα αναβαθμίζεται εκ νέου σε 23ο Σύνταγμα Πεζικού (ΣΠ). Το Σύνταγμα εντάσσεται οργανικά στη ΧΙΙΙ (13η) Μεραρχία Πεζικού (Αρχιπελάγους), η οποία συγκροτήθηκε με έδρα την Αλεξανδρούπολη και υπαγόταν επιχειρησιακά στο Δ΄ Σώμα Στρατού (Καβάλα) για την άμυνα της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης.

Την 28η Οκτωβρίου 1940, με την είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο, πλήθος κόσμου συγκεντρώνεται στην πλατεία Βουνακίου της Χίου. Περίπου 1.000 άνδρες επιβιβάζονται σε πλοία για να μεταβούν στο μέτωπο, εντασσόμενοι στο 23ο ΣΠ. Έως τις 5 Νοεμβρίου ως Σταθμός Διοικήσεως του Συντάγματος αναφέρονται οι Σάπες, μέχρι τις 11 Νοεμβρίου περιοχές της Φλώρινας και έως τις 17 Νοεμβρίου η Κρυσταλλοπηγή. Διοικητής του Συντάγματος ανέλαβε αρχικά ο Αντισυνταγματάρχης Ευστάθιος Ρόκκος και μετέπειτα ο Συνταγματάρχης Αριστοτέλης Μπάρμπανος.

Στις 19 Νοεμβρίου, κατά τη διάρκεια της νύχτας, μια κακή συνεννόηση οδήγησε σε παγίδευση τμημάτων, με αποτέλεσμα την απώλεια 30 ανδρών και τον τραυματισμό ακόμη 100. Παρά το πλήγμα αυτό, το Σύνταγμα των Χίων, αποτελούμενο από άνδρες γενναίους, με άριστο ηθικό, υψηλό αίσθημα ευθύνης και συνοχή, πρωτοστάτησε στην κατάληψη πολλών εχθρικών υψωμάτων. Παρά τα πενιχρά μέσα και τον ελλιπή εξοπλισμό, οι επιχειρήσεις τους κρίθηκαν απολύτως επιτυχημένες.

 Το Χειρόγραφο Τεκμήριο (Συλλογή Χειρογράφων Α.Α. 2168)

Η επιστολή-έκθεση του Ιωάννη Νικ. Μαρή, με ημερομηνία 31 Μαΐου 1950, διασώζει με μοναδική παραστατικότητα τις τελευταίες δραματικές ημέρες του Συντάγματος τον Απρίλιο του 1941, κατά τη γερμανική εισβολή. Το κείμενο παρατίθεται αυτούσιο, με ελάχιστες αναγκαίες ορθογραφικές αποκαταστάσεις για τη διευκόλυνση της ανάγνωσης:

 

Η τύχη της ιστορικής σημαίας του 23ου Συντάγματος της ΧΙΙΙ Μεραρχίας

Το απόγευμα της 12-4-41 διετάχθην από τον Διοικητήν του Συντάγματος να τεθώ κατά την μετακίνησιν υπό τας διαταγάς του εφέδρου Υπολοχαγού Παραδείση, ως Διοικητής της Ο.Δ.Σ. [σ.σ. Ομάδας Διασώσεως Σημαίας].

Την ίδια ημέρα ήρχισεν η υποχώρησις μέσω Λεσνίτσης – Βερντόβας.

Κατά την 4ην ημέραν της υποχωρήσεως, εκ των 5 παραστατών της σημαίας δεν μου έμενε παρά εις στρατιώτης ονόματι Αξιώτης. Ηναγκάσθην δε να χρησιμοποιήσω φίλους μου ως παραστάτας, τους Νικ. Καρούσον, Γ. Καραμαούναν, Αλ. Φραγκάκην και Σταμ. Ζαφειράκην, και τούτο δια να καλύψω τα κενά.

Η θέσις της Σημαίας εις την φάλαγγα θα έπρεπε να είναι εις το τέλος· πλην όμως, λόγω της βεβιασμένης υποχωρήσεως, ευρισκόμεθα πότε εις την αρχήν και πότε εις το μέσον της φάλαγγος.

Μέχρι της 6ης ημέρας η υποχώρησις εξηκολούθησε μάλλον κανονικά· την μεσημβρίαν της εβδόμης ημέρας το Ιον Τάγμα του Συντάγματός μας ενεπλάκη εις αγώνα κατά των Γερμανών περί το Άργος Ορεστικόν. Κατόπιν της διασπάσεως των γραμμών ήρχισεν η άτακτος υποχώρησις. Ευρισκόμην πάντοτε παρά το πλευρόν του Εφέδρου Υπολοχαγού Παραδείση· τους Φραγκάκην και Ζαφειράκην έχασα εις ένα δάσος, λόγω του πυκνού σκότους.

Την επομένην πρωίαν ηναγκάσθην να απαλλαγώ του κοντού της Σημαίας, λόγω της από 8ημέρου εξαντλητικής πορείας. Επεδιώξαμεν πάση θυσία να αποφύγωμεν την συνάντησιν μετά των Γερμανών, πλην όμως αι πληροφορίαι παρά των χωρικών περί της θέσεως των Γερμανών ήσαν συγκεχυμέναι.

Η πορεία μας εξηκολούθησεν καθ’ όλον το 24ωρον εν μέσω αγνώστων τόπων και το πρωί της επομένης ευρισκόμεθα έξωθεν του Τσοτυλίου, οπόθεν και επληροφορήθημεν την κατάληψιν του χωρίου παρά των Γερμανών. Προτού προλάβωμεν να συνέλθωμεν, αντικρύσαμεν τους πρώτους Γερμανούς έξωθι του σχολείου με εφ’ όπλου λόγχην και έχοντας ωρισμένους στρατιώτας εις παράταξιν να τους κάμνουν σωματικήν έρευναν.

Εφόσον η διαφυγή μας ήτο πλέον αδύνατος και εις εκτέλεσιν προηγουμένης διαταγής του Διοικητού του Συντάγματος, Συνταγματάρχου κ. Μπαρμπάνου, ότι η Σημαία επ’ ουδενί θα έπρεπε να περιπέσει σε εχθρικά χέρια, ο έφεδρος Υπολοχαγός Παραδείσης με διέταξε να κάψω την Σημαίαν, όπως και έγινεν, αφού προηγουμένως αφηρέσαμεν εξ αυτής τεμάχιον.

Το τεμάχιον εκρατήθη παρά του Ν. Καρούσου, ο οποίος ήτο παρών, καθώς και οι Γ. Καραμαούνας και Παραδείσης. Τον Σταυρόν της Σημαίας έθαψα.

Κατά τον Ιούνιον του 1948, στρατιώτης πλέον και περαστικός από το Τσοτύλι, ζήτησα τον Σταυρόν· δυστυχώς όμως, είτε επειδή δεν θυμόμουνα παρά αμυδρώς την τοποθεσίαν που τον είχα θάψει, ή και ενδεχομένως να είχε επέλθει αλλοίωσις του εδάφους, δεν κατόρθωσα να τον ανεύρω· άλλωστε, λόγω του μικρού χρονικού διαστήματος που είχα στη διάθεσή μου, η αναζήτησις εγένετο μάλλον επιπολαίως.

Το τεμάχιον που αφηρέθη από την Σημαίαν παρεδόθη από τον Καρούσον εις Αθήνας (εις τον Αρχιεπίσκοπον;) [σ.σ. Πιθανώς αναφέρεται στον Αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο, κοινή πρακτική προστασίας κειμηλίων κατά την Κατοχή] από όπου και απεστάλη ενταύθα. Φυλάσσεται εις την Βιβλιοθήκην, φέρει δε ζωγραφισμένην την κεφαλήν του Αγίου Γεωργίου.

Εν Χίω τη 31 Μαΐου 1950
Ο Συντάξας την άνω Έκθεσιν
Ιωάννης Νικ. Μαρής

Το διασωθέν τεμάχιο της σημαίας, το οποίο φέρει τη μορφή του Αγίου Γεωργίου, αποτελεί μέρος του πολιτιστικού υλικού της Βιβλιοθήκης μας με Αρχειονομικό Αριθμό Α/Α 132, συνιστώντας ζωντανή μαρτυρία της αυταπάρνησης των Χιωτών αγωνιστών.

Στο χειρόγραφο ο Μαρής αναφέρει με ερωτηματικό: «παρεδόθη από τον Καρούσον εις Αθήνας (εις τον Αρχιεπίσκοπον;)», σημειώνεται ότι η παράδοση κειμηλίων μέσω της Εκκλησίας ή του Αρχιεπισκόπου Χρυσάνθου στην Αθήνα ήταν συνήθης πρακτική προστασίας κατά την Κατοχή.

Ογδόντα και πλέον χρόνια μετά, η συγκλονιστική αφήγηση του Ιωάννη Μαρή και το φθαρμένο τεμάχιο της σημαίας με τη μορφή του Αγίου Γεωργίου (Α/Α 132), που φυλάσσονται  στη Βιβλιοθήκη μας, μας μεταφέρουν στο κλίμα εκείνων των δραματικών ημερών του Απριλίου του 1941. Είναι η δική μας ελάχιστη συμβολή στην απόδοση τιμής στους Χιώτες που αρνήθηκαν να παραδώσουν τα σύμβολά τους στον εχθρό.

Στη Δ.Κ.Ι.Β.Χίου  «Κοραής», η Ιστορία του νησιού μας  παραμένει ζωντανή, προσβάσιμη σε όλους ,έτοιμη να εμπνεύσει τις επόμενες γενιές και να κρατήσει ζωντανή την ιστορική συνείδηση του τόπου μας.

 Έρευνα – Επιστημονική Τεκμηρίωση: Άννα Χαζίρη

 

Σχετικά Άρθρα