Χίος, Δευτέρα 30 Μαρτίου

Ghays Mansour: Από τις ακτές της Χίου ως πρόσφυγας στη σκηνή του Ομήρειου

Δευ, 10/02/2020 - 19:14
Ο Ghays Mansour: στη μέση της φωτογραφίας

Το Μουσικό Φεστιβάλ Χίου ή αλλιώς «Chios Music Festival» αποτέλεσε για άλλη μία φορά γέφυρα ενώνοντας πολιτισμούς και καλλιεργώντας ψυχές και συνειδήσεις μέσω της μουσικής. Μία από τις ενδιάμεσες στάσεις του η συναυλία που έλαβε χώρα την Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου στο Ομήρειο Πνευματικό Κέντρο Δήμου Χίου με τίτλο «Chios the crossing bridge» (Χίος η διασχίζουσα γέφυρα). Για δύο ώρες, τέσσερις μουσικοί πήραν το κοινό του κατάμεστου Ομηρείου σε ένα ατμοσφαιρικό ταξίδι στην Ανατολή, με παραδοσιακούς και fusion ήχους από τη Συρία και άλλες αραβικές χώρες. Στο δεύτερο μέρος της συναυλίας, μαθητές του μουσικού σχολείου Χίου, παρουσίασαν ένα κομμάτι με όργανα και φωνές, αποτέλεσμα των εργαστηρίων που είχαν γίνει με τους μουσικούς τις προηγούμενες ημέρες.

Ο τίτλος της συναυλίας ήταν κάθε άλλο παρά τυχαίος ήταν για έναν εκ των πρωταγωνιστών της βραδιάς. Κάποιοι θα τον έλεγαν μοιραίο. Ανάμεσα στους εξαίρετους μουσικούς Milad Khawam (Μίλαντ Καγουάμ)  Salam Al Hassan (Σαλάμ Αλ Χασσάν) και οι δύο από τη Συρία, Ahmad Hani (Αχμάντ Χανί) από την Αίγυπτο, ο Ghays Mansour (Γκέις Μανσούρ) ο οποίος το Σεπτέμβριο του 2014 πάτησε για πρώτη φορά στη Χίο ως πρόσφυγας από τη Συρία, ενώ σήμερα διαπρέπει ως τραγουδιστής και μουσικός στην Ευρώπη. Για την συναυλία της Πέμπτης, ο Ghays επέστρεψε για πρώτη φορά μετά από έξι χρόνια, στο νησί που αποτέλεσε για εκείνον γέφυρα σωτηρίας αλλά και καλλιτεχνικής ανάνηψης.

Ανάμεσα στα ποιήματα του πατέρα του και στα τραγούδια της μητέρας του ο Ghays άρχισε από πολύ νωρίς να ανακαλύπτει τον εαυτό του. Φύση αεικίνητη και δημιουργικά ανήσυχη με ένα ταλέντο αστείρευτο και πολύπλευρο. Η διαφορετικότητα του εμφανής από νωρίς και η αγάπη του για το τραγούδι και τη μουσική ακλόνητη. 26 ετών σήμερα ο Ghays θυμάται τα πρώτα μουσικά του ερεθίσματα. «Τα μουσικά μου ακούσματα ως παιδί δεν ήταν τα αναμενόμενα. Άκουγα κλασσική αραβική μουσική ενώ όταν ανακάλυψα την jazz ένιωσα ότι αυτός ήταν ο κόσμος μου. Αγάπησα το είδος βαθιά και χωρίς όρια. Μετά από λίγο ήρθε η ευρωπαϊκή κλασσική μουσική. Ακούσματα μαγικά, έξω απο αυτό που ήξερα. Συνεχώς ανακάλυπτα και κάτι καινούριο μέσα από τις νότες». Κιθάρα, keyboards και πολύ τραγούδι. Η ζωή του Ghays ήταν πλούσια σε ήχους, στίχους ενώ ο ίδιος δεν σταματούσε να νιώθει απέραντη ευγνωμοσύνη που γεννήθηκε σε αυτη τη γη  ανακαλύπτοντας τη μουσική.
 

Μετά τα σχολικά χρόνια σειρά είχε η φοιτητική ζωή, με μουσικές σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Δαμασκού. Εκεί γνωρίζει και τον Milad. Συμφοιτητές στη μουσική και στο όνειρο το οποίο γίνεται εφιάλτης όταν μουσικές και τραγούδια υπερκαλύπτονται από τα τύμπανα του πολέμου στη Συρία. Ο Ghays κοιτάζει το κενό σαν να ψάχνει να βρει την αιτία της καταστροφής. Αμέσως η φωνή του δυναμώνει κουβαλώντας, θα έλεγε κανείς, τη δύναμη που κατέβαλλε τότε για να αποσυρθεί από την πατρίδα του, όχι ως φυγάς αλλά ως άνθρωπος που σέβεται τον εαυτό του και το δικαίωμα του στη ζωή και στην ελευθερία.
«Πώς θα μπορούσα να κάνω μουσική αν δεν μπορούσα να εκφραστώ; Και επειδή το τραγούδι ήταν η ζωή μου αποφάσισα να συνεχίσω να ζω μακριά από τη χώρα μου».
 

Πρόσφυγας στη Χίο ανήμερα των γενεθλίων του
Μετά από λίγη σκέψη και με πολλή αποφασιστικότητα ο Ghays όπλισε την ψυχή του με κουράγιο και το μυαλό του με όνειρα και ξεκίνησε για το μεγάλο ταξίδι μακριά από μία χώρα αγαπημένη αλλά πλέον ξένη και εχθρική.

Το ταξίδι μεγάλο και επικίνδυνο. Παραμονή της άφιξης στη Χίο, ο Ghays θυμάται τον εαυτό του ξαπλωμένο στην ακτή, κάτω από τα αστέρια να κοιτά τα απέναντι παράλια. Τα φώτα τρεμοπαίζουν κάνοντας την άγνωστη γη λιγότερο ξένη μπροστά σε ένα παρόν αβέβαιο και ένα μέλλον άγνωστο. Στις 26 Σεπτέμβρη του 2014, ανήμερα των γενεθλίων του, ο Ghays μαζί με άλλους 45 ανθρώπους από διαφορετικές χώρες, προστέθηκε στις χιλιάδες των προσφύγων που με όχημα μία αμφιβόλου ποιότητας λαστιχένια βάρκα, φορώντας το χαρακτηριστικό πορτοκαλί σωσίβιο, διέσχισαν το αιγαιοπελαγίτικο μπουγάζι.

Οι πρώτες στιγμές στο νησί της μαστίχας βαθιές και αξέχαστες. «Τις πρώτες ημέρες κοιμόμουν σε ένα εκκλησάκι επάνω σε ένα χαρτόνι. Μετά φυλακή. Τοπίο θολό και γεμάτο από την ίδια ερώτηση. Ποιος είμαι και τι θέλω εδώ. Πέρασα δύσκολα αλλά ξέρετε κάτι; Πιστεύω ότι όλοι χρειαζόμαστε χρόνο να γνωρίσουμε το καινούριο, να κατανοήσουμε ό, τι δεν ξέρουμε».
 

Επόμενος σταθμός η Αθήνα. Ο Ghays υποφέρει γιατί αυτό που του λείπει είναι η επικοινωνία με αυτόν τον άγνωστο αλλά συνάμα γοητευτικό κόσμο. Δεν μιλά αγγλικά αλλά η γλώσσα της μουσικής γίνεται γέφυρα, πέρασμα στην επόμενη όχθη. Η Γερμανία είναι ό τόπος που ο ίδιος θα επιλέξει να μείνει και να εξελιχθεί ως καλλιτέχνης και ως άνθρωπος. Στη Γερμανία ο Ghays χτίζει στωικά τον κόσμο του τον οποίο είναι και έτοιμος παράλληλα να γκρεμίσει αν χρειαστεί γιατί ως «πολίτης του κόσμου» όπως απαντά σε ερωτήσεις σχετικά με την καταγωγή του δεν ριζώνει αλλά ταξιδεύει συνεχώς αφού η μουσική είναι σαν τον ουρανό: ατελείωτη, απεριόριστη με άπλετο χώρο γι αυτούς που ζουν το ταξίδι και δεν περιορίζονται στον κορεσμό του προορισμού. 

Η Χίος, γέφυρα και σταθμός ζωής
Εικοσιέξι ετών σήμερα ο Ghays είναι ένα καλλιτεχνικό σύννεφο που φέρνει βροχή από oriental, jazz, pop, rock νότες. Τραγουδά και ταξιδεύει στα πέρατα της γης με όσους δεν αντιστέκονται στο άγγιγμα της μουσικής. Καλλιτέχνης και άνθρωπος μαζί. Παλεύει συχνά ανάμεσα στην ενοχή και την περηφάνια μπροστά στην προσφυγιά που επιμένει, μπροστά σε  χιλιάδες ανθρώπους που εκτοπίζονται από τα σπίτια, τις πατρίδες, την κανονικότητά τους. Ξέρει από πρώτο χέρι ότι κανείς δεν θέλει να ξεριζωθεί. «Θυμάμαι ότι έφυγα από τη Συρία με ένα μπουλούκι ανθρώπων. Όλοι μαζί χαμένοι να μετακινούμαστε χωρίς να ξέρουμε που θα φτάσουμε. Σήμερα χιλιάδες πρόσφυγες είναι παγιδευμένοι σε αυτό το δίλημμα ανάμεσα στο θάνατο του πολέμου και στην ίδια τη ζωή μακριά από τις πατρίδες τους».

Λίγες ώρες πριν ανέβει στη σκηνή του Ομήρειου ο Ghays ζει στη Χίο μία ακόμη δυνατή εμπειρία. Μαζί με τους υπόλοιπους συναδέλφους του, με την υποστήριξη της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες συναντούν στο Καρράδειο Κτίριο του Πανεπιστημίου Αιγαίου 40 προσφυγόπουλα από τη ΒΙΑΛ, σε ένα καλλιτεχνικό εργαστήρι γεμάτο μουσική και τραγούδι. Όλοι μαζί αγκαλιάζουν τις ρίζες και νιώθουν για λίγο «σαν στο σπίτι τους». O Ghays συγκινείται μπροστά στα φωτεινά πρόσωπα των παιδιών τα οποία καραδοκεί να σκοτεινιάσει η αβεβαιότητα που γεννά η προσφυγιά. «Είναι σκληρό να σε ρωτάει ένα παιδί αν θα μπουν φυλακή οι γονείς του, αν θα τα συλλάβει η αστυνομία, αν η ζωή τους θα είναι για πάντα σε ένα camp. Τα παιδιά πρέπει να παίζουν, να γελούν, να πηγαίνουν σχολείο, να βιώνουν την ομορφιά του κόσμου».

Παράλληλα νιώθει παράξενα που περπατά ξανά στους δρόμους της Χίου, όχι πια σαν πρόσφυγας αλλά σαν επαγγελματίας μουσικός που ήρθε για να δώσει κάτι όμορφο μέσα από τη μουσική και το τραγούδι στους ανθρώπους που θα τον τιμήσουν μαζί με τους συναδέλφους του εκείνη τη βραδιά στο Ομήρειο. «Θέλω να πάω να δω εκείνη την εκκλησία που αποτέλεσε το καταφύγιο μου τις πρώτες μέρες στη Χίο, στην Ελλάδα, στην Ευρώπη. Τούτο το νησί θα είναι για μένα πάντα εκείνη η γέφυρα που με οδήγησε ακόμη πιο κοντά στη μουσική, στη ζωή, στη δημιουργία» μας εκμυστηρεύεται, χωρίς να προσπαθεί να κρύψει τη συγκίνησή του.
 

Αν η τέχνη φτιάχνει και φτιάχνεται από εικόνες, άραγε πόσες ακόμα τέτοιες περιμένουν να πάρουν μορφή μέσα από τις νότες του Ghays; Και αν τελικός σκοπός της τέχνης είναι να απαντήσει το μεγάλο ερώτημα της ζωής, τότε τι να μας ψιθυρίζουν οι ήχοι που γεννήθηκαν μέσα από φωτιά, σίδερο αλλά και ακατανίκητη ελπίδα και θέληση;
 

 

Σχετικά Άρθρα

3 προτάσεις βιβλίων του Πολιτιστικού Ιδρύματος του Ομίλου Πειραιώς
Παρ, 27/03/2020 - 09:56

Μένουμε σπίτι και διαβάζουμε αγαπημένα παραμύθια των Εκδόσεων του Πολιτιστικού Ιδρύματος Ομίλου Πειραιώς.

Διαβάστε τα ελεύθερα online σε pc, tablet και smartphone.

 

Το Κρυφτό της Στέλλας Τσίγγου, σε εικονογράφηση της Κωνσταντίνας Μπρίνια

Μια βόλτα σ’ ένα μουσείο μπορεί να μην είναι απλώς μια βόλτα αλλά μία συναρπαστική εμπειρία! Αρκεί να επιτρέψουμε στα εκθέματα να μας «μιλήσουν», όπως συνέβη στο μικρό αγόρι στο Κρυφτό.

 

Η Κυκλαδένια της Τζίνας Χατζηνικολάου, σε εικονογράφηση του Αριστείδη Τσινάρογλου

Η Κυκλαδένια ζούσε σε έναν κυκλαδικό οικισμό, όταν ξαφνικά ένας καταστροφικός σεισμός την έριξε στον βυθό της θάλασσας. Θα μείνει εκεί, ανάμεσα σε ψάρια, κοχύλια και βότσαλα, μέχρι τη μέρα που μια παρέα παιδιών θα τη... συναντήσει!

 

Το μικροσκοπικό βιβλίο που ήθελε να διαβαστεί της Μαρίας Κλίνη, σε εικονογράφηση της Κωνσταντίνας Μπρίνια

Ένα μικροσκοπικό βιβλίο με μια λαχτάρα... Ποιά λαχτάρα; Μα, φυσικά να διαβαστεί! Θα τα καταφέρει άραγε να βρει τρόπο να μην είναι πλέον αόρατο; Το αγόρι με τα πράσινα γυαλιά θα μπορέσει να το βοηθήσει;