
Υπάρχουν τόποι που δεν χρειάζονται πολλά για να μιλήσουν στην ψυχή. Δεν έχουν μεγαλοπρεπή κτίσματα ούτε εντυπωσιακές επιγραφές. Έχουν όμως μνήμη, σιωπή και εκείνη τη βαθιά αίσθηση ότι ο χρόνος, όσο αδυσώπητος κι αν είναι, δεν κατόρθωσε να σβήσει ό,τι αγάπησαν οι άνθρωποι. Ένας τέτοιος τόπος είναι η Παναγιά η Γλυκιά, στον Κάμπο της Χίου.
Εκεί, ανάμεσα στα περιβόλια με τις μανταρινιές, τις πορτοκαλιές, τις λεμονιές και τα άλλα καρποφόρα δέντρα, στέκουν τα απομεινάρια ενός ιστορικού ναού. Οι πέτρες της μισογκρεμισμένης τοιχοποιίας μοιάζουν να κρατούν ακόμη μέσα τους ψιθύρους περασμένων εποχών, προσευχές ανθρώπων που έζησαν, αγάπησαν, πόνεσαν και έφυγαν. Κι όμως, η Παναγιά η Γλυκιά δεν μοιάζει νεκρή. Ζει μέσα στη φύση που την αγκαλιάζει και κυρίως μέσα στην αγάπη εκείνων που εξακολουθούν να τη θυμούνται.
Τον Δεκαπενταύγουστο, η εικόνα αλλάζει. Η οικογένεια Απέσσου, μαζί με τα παιδιά και τα εγγόνια της, ανοίγει το περιβόλι και την καρδιά της, για να τελεστεί ο πανηγυρικός Εσπερινός της Παναγίας. Οι καλλικέλαδοι ιερεύς και ψάλτες (πατήρ Στεφανιώρος, Καββάδας, Σπύρου), δίνουν με τις φωνές τους έναν ιδιαίτερο τόνο στην κατανυκτική ατμόσφαιρα. Και τότε, ανάμεσα στα ερείπια του παλιού ναού, συμβαίνει κάτι παράξενο και όμορφο: η φθορά του χρόνου συναντά την αναγέννηση της πίστης.
Γύρω, το περιβόλι μοσχοβολά. Τα γιασεμιά σκορπίζουν το άρωμά τους στον αέρα, ενώ η δροσιά του φρεσκοποτισμένου χώματος ανεβαίνει σαν ευωδιαστή ανάσα από τη γη. Στη στέρνα, τα νούφαρα επιπλέουν ήρεμα πάνω στο νερό και στολίζουν. Τα δέντρα, γεμάτα ζωή, μοιάζουν να σχηματίζουν έναν φυσικό ναό γύρω από τον πέτρινο ναό της Παναγίας.
Και μέσα σε αυτό το σκηνικό, ο άνθρωπος αισθάνεται μικρός αλλά όχι ασήμαντος. Αισθάνεται μέρος μιας μεγάλης συνέχειας. Η φύση, η πίστη, η ιστορία και η οικογένεια συναντώνται για λίγο σε έναν κοινό χώρο και δημιουργούν ένα συναίσθημα ψυχικής ανάτασης. Ο Εσπερινός δεν είναι μόνο μια θρησκευτική τελετή. Είναι μια στιγμή όπου το παρελθόν συνομιλεί με το παρόν και η μνήμη αποκτά ξανά φωνή.
Ιδιαίτερη αξία έχει η προσφορά της οικογένειας Απέσσου. Το περιβόλι τους δεν παραμένει ένας ιδιωτικός χώρος κλεισμένος στον εαυτό του. Γίνεται, κάθε χρόνο, τόπος συνάντησης, προσευχής και κοινωνικής επικοινωνίας. Με ευγένεια και διακριτικότητα, η οικογένεια διατηρεί ζωντανό ένα έθιμο και ταυτόχρονα προσφέρει στην τοπική κοινωνία τη δυνατότητα να πλησιάσει έναν ιστορικό τόπο, να τον αισθανθεί και να τον αγαπήσει. Αυτή η προσφορά έχει ιδιαίτερη σημασία. Γιατί τα μνημεία δεν σώζονται μόνο με πέτρες και κονιάματα. Σώζονται και με τη μνήμη των ανθρώπων, με τη φροντίδα τους, με την παρουσία τους. Κάθε φορά που ανάβει ένα κερί, κάθε φορά που ακούγεται ένας ύμνος, κάθε φορά που μια οικογένεια ανοίγει τις πόρτες της σε φίλους και συμπολίτες, ένα κομμάτι της τοπικής ιστορίας εξακολουθεί να αναπνέει.
Ίσως αυτή να είναι η πιο γλυκιά εικόνα της Παναγιάς η Γλυκιάς: ένας μισογκρεμισμένος ναός που δεν παραδόθηκε στη λήθη, ένα περιβόλι που ευωδιάζει ζωή και μια οικογένεια που, με σεμνότητα και αγάπη, κρατά αναμμένο το καντήλι της μνήμης. Εκεί, στον Κάμπο, το βράδυ του Δεκαπενταύγουστου, κάτω από τον χιώτικο ουρανό, η Παναγία μοιάζει να μην κατοικεί μόνο στις παλιές πέτρες. Κατοικεί στη φύση, στη μνήμη, στην οικογένεια και στις ανθρώπινες καρδιές. Και ο Εσπερινός της γίνεται μια ήσυχη γιορτή της ζωής, της πίστης και της συνέχειας.
Παύλος Καλογεράκης





































