Παναγία Ρουχουνιώτισσα: Το τελευταίο ελληνικό μότορσιπ του Δούναβη, με αιωνόβια ιστορία

Δείτε τις Φωτογραφίες
Κυρ, 23/01/2022 - 19:33

Σε ένα καρνάγιο στο Κοντάρι της Χίου στέκει ένα μικρό σκαρί με πολυτάραχη πορεία, που ξεπερνά τον έναν αιώνα στις θάλασσες. Μια πορεία που ξεκίνησε από την αυτοκρατορική Ρωσία, συνέχισε στις ελληνικές παροικίες του Δούναβη και ολοκληρώθηκε στο Αιγαίο.

Τριακόσια χιλιόμετρα από τις εκβολές του Δούναβη, στο Νικολάγιεφ της Ουκρανίας, λειτουργούσαν ναυπηγεία ήδη από το 1788. Το 1910, όμως, εξαιτίας της παρωχημένης τεχνολογίας του και της έλλειψης κεφαλαίων για τον εκσυγχρονισμό του, η ρωσική κυβέρνηση αποφάσισε να κλείσει το ναυπηγείο του «Ναυαρχείου».

Έναν χρόνο αργότερα ιδρύθηκε η Ρωσική Εταιρεία Ναυπηγήσεως (Rus-Sud), κοινοπραξία που απέκτησε τον χώρο και προχώρησε σε επενδύσεις. Εκεί βρίσκονταν ήδη κατασκευασμένα τμήματα και εξοπλισμός ενός ρυμουλκού με δυνατότητες πυρόσβεσης, που αρχικά προοριζόταν να ενταχθεί στο Στόλο της Μαύρης Θάλασσας. Το υλικό αυτό περιήλθε στη νέα επιχείρηση, που τον Απρίλιο του 1914 άρχισε να ναυπηγεί το σκάφος που τον Σεπτέμβριο του 1915 ολοκληρώθηκε με το όνομα ΡΟΥΣΟΥΝΤ. Είχε εκτόπισμα 110 τόνων, διαστάσεων 23,8 Χ 5,2 μέτρα και βύθισμα 2 μέτρα, ενώ το κινούσε μια ατμομηχανή 200 ίππων που του έδινε ταχύτητα 10 κόμβων. Το ρυμουλκό χρησιμοποιήθηκε για τις ανάγκες του ναυπηγείου, όπου είχαν αρχίσει να κατασκευάζονται πολεμικά πλοία του ρωσικού αυτοκρατορικού Ναυτικού.

Ο εμφύλιος πόλεμος που ακολούθησε την Οκτωβριανή Επανάσταση έληξε στην Ουκρανία το 1921 με την επικράτηση των μπολσεβίκων. Το ναυπηγείο Ρουσούντ κρατικοποιήθηκε, αλλά το ρυμουλκό ΡΟΥΣΟΥΝΤ είχε ήδη προφτάσει να διαφύγει προς τη γειτονική Ρουμανία. Τον Μάιο του 1924 απέκτησε νέους πλοιοκτήτες: τις Πηνελόπη Παναγοπούλου, Ουρανία Βαλσαμάκη και Δέσποινα Μπαρμπάτη.

Ύψωσε ελληνική σημαία και εγγράφηκε στο νηολόγιο Α’ κλάσης του Προξενικού Λιμεναρχείου της Βραΐλας με το όνομα ΑΘΗΝΑ. Είναι γνωστός ο καίριος ρόλος των ελλήνων εφοπλιστών και ναυτικών στην ανάπτυξη του ρουμανικού εμπορίου μέσω της ποτάμιας οδού του Δούναβη. Προς τα τέλη το 19ου αιώνα οι έλληνες καραβοκύρηδες είχαν αποκτήσει σημαντικό αριθμό από φορτηγίδες ποτάμιων πλόων, που αποκαλούνται και σλέπια (ρουμ. slep) ή μπαράζισες (αγγλ. barges). Ταυτόχρονα, προκειμένου να υποβοηθούνται οι μηχανοκίνητες φορτηγίδες στους χειρισμούς τους αλλά και να ρυμουλκούνται οι μη μηχανοκίνητες, αναπτύχθηκε μεγάλος στόλος από ατμοκίνητα ρυμουλκά.

Τον Αύγουστο του 1926, αφού εκτέθηκε σε δημόσιο πλειστηριασμό στη Βάρνα της Βουλγαρίας, το ΑΘΗΝΑ περιήλθε στην κυριότητα του Περίανδρου Κυριακίδη.

Οι γεωπολιτικές εξελίξεις των τελών της δεκαετίας του 1930 στην Ευρώπη οδήγησαν αρκετούς έλληνες εφοπλιστές του Δούναβη στην απόφαση να απομακρύνουν τα πλοία τους προς την Ελλάδα. Κάπως έτσι το ΑΘΗΝΑ κατέπλευσε στο Αιγαίο και τον Απρίλιο του 1939 νηολογήθηκε στο Λαύριο υπό νέα πλοιοκτησία. Το φθινόπωρο του 1940, με την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου, η ελληνική κυβέρνηση προχώρησε στην επίταξη όσων πλοίων μπορούσαν να ενισχύσουν τον αγώνα.

Ωστόσο, το ΑΘΗΝΑ δεν συμπεριλαμβάνεται στους καταλόγους των επιταγμένων πλοίων και τα στοιχεία δείχνουν ότι κατά την περίοδο της Κατοχής βρισκόταν εκτός Ελλάδος, υπό συμμαχικό έλεγχο.

Το επόμενο ιστορικό ίχνος του εντοπίζεται το 1949, όταν αλλάζει χέρια και πλέει στα ναυπηγεία προκειμένου να μετασκευαστεί σε ακτοπλοϊκό φορτηγό. Η καταστροφή του ακτοπλοϊκού στόλου μας στη διάρκεια του πολέμου και οι αυξημένες ανάγκες για θαλάσσιες μεταφορές οδήγησαν στην αξιοποίηση κάθε είδους διαθέσιμου πλεούμενου. Οι νέοι πλοιοκτήτες του, λοιπόν, προτίμησαν να το μετασκευάσουν ώστε να ενταχθεί στο δίκτυο των ακτοπλοϊκών μεταφορών. Μεταφέρθηκε πρύμα το κομοδέσιο, αφαιρέθηκε η ατμομηχανή και ο λέβητας και τοποθετήθηκε κατάπρυμα μια μεταχειρισμένη πετρελαιομηχανή.

Με αυτό τον τρόπο εξασφαλίστηκε χώρος στον οποίο μπορούσε να διαμορφωθεί ένα ενιαίο αμπάρι.

Ήταν τόσο εκτεταμένη η μετασκευή και τέτοια η αλλαγή χρήσης του πλοίου, που καταχωρήθηκε στις βάσεις δεδομένων με χρονολογία ναυπήγησης το 1949. Αφού ολοκληρώθηκαν οι εργασίες, το 1950 μετονομάστηκε σε ΚΩΣΤΗΣ και ανέλαβε τα νέα του καθήκοντα. Τα ντιζελοκίνητα ακτοπλοϊκά φορτηγά της εποχής, τα λεγόμενα μότορσιπ, πρόσφεραν πολύτιμες υπηρεσίες στην ανασύνταξη της ελληνικής οικονομίας και ιδίως των νησιών. Χάρη στο μικρό τους μέγεθος μπορούσαν να προσεγγίσουν σε νησιά με υποτυπώδεις ή ανύπαρκτες λιμενικές εγκαταστάσεις, να μεταφέρουν τα απαραίτητα και να παραλάβουν τα όποια προϊόντα τους, συμβάλλοντας έτσι στην ανάπτυξή τους.

Παράλληλα, αυτά τα ταλαιπωρημένα σκάφη αποτέλεσαν εφαλτήριο για μια σειρά καραβοκύρηδες και ναυτικούς που εξελίχθηκαν σε επιτυχημένους εφοπλιστές.

Τον Απρίλιο του 1959, το μότορσιπ περιήλθε στην πλοιοκτησία του Στάθη Ρεφενέ, μετονομάστηκε σε ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ Ρ και συνέχισε να μεταφέρει φορτία κυρίως μεταξύ Πειραιά και Νάξου, όπου και ο τόπος καταγωγής του πλοιοκτήτη του. Δέκα χρόνια αργότερα αγοράστηκε από τον Συμιακό πλοίαρχο Κώστα Σίκαλο, μετονομάστηκε σε ΧΡΥΣΟΠΗΓΗ και υπηρέτησε ως αμμοληπτικό. Τον Ιούνιο του 1981 πέρασε στην πλοιοκτησία Κωνσταντίνου Πλάτιγκου και στο Νηολόγιο Χίου και έλαβε το όνομα ΠΑΝΑΓΙΑ ΡΟΥΟΥΝΙΩΤΙΣΣΑ Ι, αν και στο σκαρί του έγραφε ανορθόγραφα ΠΑΝΑΓΙΑ ΡΟΥΧΟΥΝΙΟΤΗΣΑ Ι.

Η οικογένεια Πλάτιγκου είχε μακρά παρουσία στην τοπική ναυτιλία, κατέχοντας τότε και το ιστορικό πέραμα ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ. Στο ΠΑΝΑΓΙΑ ΡΟΥΧΟΥΝΙΩΤΙΣΣΑ Ι τοποθετήθηκαν νέες μηχανές και έγιναν εκτεταμένες αντικαταστάσεις λαμαρινών στα βρεχάμενα αφαιρέθηκαν οι πριτσινωτές που έφερε από κατασκευής του και τοποθετήθηκαν νέες με ηλεκτροσυγκόλληση.

Το πλοίο αρχικά χρησιμοποιήθηκε ως αμμοληπτικό, τροφοδοτώντας με υλικά το νησί, ενώ μετέφερε αμμοχάλικο στις Οινούσσες και στα Ψαρά. Αργότερα ναυλώθηκε για να εργαστεί στις πρώτες ιχθυοκαλλιέργειες που εγκαταστάθηκαν στη Χίο, βοηθώντας στις αγκυροβολίες και μεταφέροντας δεξαμενές με γόνο από την Τουρκία. Κατά καιρούς, οπότε το απαιτούσαν οι ανάγκες, πραγματοποιούσε και ρυμουλκήσεις επιστρέφοντας στο ρόλο για τον οποίο είχε ναυπηγηθεί. Η τελευταία απασχόληση του ΠΑΝΑΓΙΑ ΡΟΥΧΟΥΝΙΩΤΙΣΣΑ Ι ήταν ως φορτηγολάντζα, μεταφέροντας εφόδια στα εμπορικά πλοία που κατέπλεαν στη ράδα της Χίου. Γύρω στο 1999 παροπλίστηκε στον αλιευτικό λιμένα του Καταρράκτη Χίου, όπου παρέμεινε για τα επόμενα χρόνια με ελάχιστη φροντίδα.

Το μικρό του μέγεθος το καθιστούσε αντιοικονομικό ως μότορσιπ. Το 2017 προσέλκυσε το ενδιαφέρον του χιώτη καραβομαραγκού Δημήτρη Μωράκη, στον οποίο μετέφερε την ιδιοκτησία του έναντι συμβολικού τιμήματος ο Κώστας Πλάτιγκος, αφού αφαίρεσε τις μηχανές, προκειμένου το σκάφος να απομακρυνθεί από τον Καταρράκτη. Κατόπιν μεταφέρθηκε στο καρνάγιο που διατηρεί ο νέος ιδιοκτήτης του στο Κοντάρι της Χίου και ανελκύστηκε στην ξηρά. Στόχος του κ. Μωράκη είναι να μετατρέψει το σκάφος σε επισκέψιμο χώρο που θα στεγάζει τη συλλογή ναυτικών αντικειμένων και εργαλείων παραδοσιακής ναυπηγικής που διατηρεί.

Με αυτή την προοπτική παραμένει εν ζωή το τελευταίο εναπομείναν πλοίο της άλλοτε κραταιάς ελληνικής ναυτιλίας του Δούναβη και συνάμα το τελευταίο δείγμα των πρώτων μεταπολεμικών ακτοπλοϊκών φορτηγών.

Σε τρία χρόνια το ΠΑΝΑΓΙΑ ΡΟΥΧΟΥΝΙΩΤΙΣΣΑ Ι, ένα από τα παλαιότερα σιδηρά πλοία που παραμένουν εγγεγραμμένα στο ελληνικό νηολόγιο, θα συμπληρώσει έναν αιώνα αδιάλειπτης παρουσίας υπό ελληνική σημαία. Με αφορμή και αυτό το ορόσημο, θα ήταν εξαιρετικό να ενισχυθεί η προσπάθεια διατήρησης και ανάδειξης του σκάφους ως μουσείου, τόσο από τους τοπικούς φορείς όσο και από μεγάλες ναυτιλιακές εταιρείες που έλκουν τις ρίζες τους από τη Χίο. Το ΠΑΝΑΓΙΑ ΡΟΥΧΟΥΝΙΩΤΙΣΣΑ Ι θα μπορούσε να αποτελέσει ένα εξαιρετικό ναυτικό έκθεμα για το νησί, η ιστορία του οποίου είναι άρρηκτα δεμένη με την εμπορική ναυτιλία.

 

Άρης Μπίλαλης, από το περιοδικό «Εφοπλιστής»

Σχετικά Άρθρα