H μικρασιατική καταστροφή και η ανταλλαγή πληθυσμών μέσα από το "χρονικό μιας πολιτείας" του Παντελή Πρεβελάκη

Δευ, 24/01/2022 - 17:29

Έχει ενδιαφέρον να ακούσομε την περιγραφή της Μικρασιατικής Καταστροφής και την άφιξη των πρώτων προσφύγων:

«Στον χαλασμό της Σμύρνης, η καρδιά των Τούρκων αναγάλλιασε, μα δεν τό’δειξαν σε τίποτα, και τότε που πλάκωσαν οι πρόσφυγες και τους πήραμε τα περισσότερα τζαμιά τους να κονέψουμε τους ρημοσπίτηδες, κάμανε τα πικρά  γλυκά και δεν τους ξέφυγε παράπονο»

Η Σύμβαση της Λωζάνης και η μετέπειτα  Συνθήκη το καλοκαίρι του 1923 εμφανίζεται στο «Χρονικό»:

«Πέρασε έτσι λίγος καιρός ,όλοι θαρρούσαμε πως κεφαλώσαμε τον κάβο, οπόταν φτάνει το μαντάτο πως τα συμφώνησαν ο Βενιζέλος και ο Κεμάλης να κάνουν αλλαγή το τούρκικο ψυχομέτρι της Κρήτης με την προσφυγιά πούχε πλακώσει από Μικρασία…»

Στη συνέχεια ο συγγραφέας παρουσιάζει την έξοδο των Τουρκοκρητικών του Ρεθύμνου: « τους έδωσαν διορία μερικούς μήνες να προετοιμαστούν και παράγγειλαν στα βαπόρια νάρθουν να τους πάρουν μιαν ορισμένη μέρα. Σ’όλο το νησί να λογαριάσεις ζούσανε περισσότεροι από πενήντα χιλιάδες Τούρκοι, κι από τούτους δύσκολο να βρισκες  διακόσιους να στέργουν να ξενιτευτούν.

Οι αποδέλοιποι είχαν το Χάρο στην καρδιά που θα τους σήκωναν από τη γης που τους ανάστησε, από τα σπίτια και τα υπάρχοντά τους, και καθένας τους γύριζε σαν τη σβούρα, μελετώντας τι να πάρει μαζί του, μα τι να προφθάσει ο φουκαράς, που όλοι τους την έπαθαν σαν τη νοικουρά του Ρεθέμνου πούπιασε φωτιά το σπίτι της και κείνη άρπαξε το τηγάνι και πετάχτηκε στο δρόμο να το γλιτώσει, σα να 'τανε το τεφαρίκι του νοικουριού της. Έβρισκες Τούρκους που ότι είχαν αποχτισμένο το κονάκι τους  και πάνω στην ώρα που σκόλαγαν οι μαστόροι, τους έλεγαν να αφήσουν τα κλειδιά  στην πόρτα και να του δίνουν.

Ήταν άλλοι που κείνον το δίσεχτο χρόνο περίμεναν τον πρώτο καρπό από τις ελιές τους, που για να αναστηθούν και να καρπίσουν θέλουν πέντε και περισσότερα χρόνια .
Ήτανε παζαρίτες που ότι είχαν παραλάβει την πραμάτεια της χρονιάς και τώρα ζορίζουνταν να την ξεκάμουν όσο-όσο. Τέτοια όσα θες! Άλλοι είχαν τ’ αμπέλια φυτεμένα κι άλλοι θα πιναν τα κρασιά» λέγοντας : « Όποιος πονεί, γαιδουρινά φωνάζει. Άκουγες λοιπόν από τη μια το σύθρηνο της Τουρκιάς που ξεσηκώνουνταν να φύγει κι από την άλλη την προσφυγιά που χτυπιόταν κι αυτή γιατί ξεσπιτώθηκε κι αναρωτιόσουν τι θεόργιστα θεριά πρέπει να’ναι   εκείνοι που  αστοχούνε τον πόνο του ανθρώπου και τι περιμένουν να βγάλουν απ’αυτόν»

Ακολουθεί η περιγραφή του φευγιού με όσα παρατράγουδα σημειώνει από πλευράς Τούρκων: « Ήρθε η πικραμένη μέρα, τα βαπόρια φουντάρισαν αρόδο, αντικρυστά στην πολιτεία, κι οι Τούρκοι κίνησαν να μπαρκαρίζουνται.

Αποβραδί είχαν κατεβασμένα τα πράματά τους στο λιμάνι -που να σου δώσω να καταλάβεις τι παίρνει μαζί του ο δύστυχος που ξενητεύεται για πάντα- και πήγαν ν’ αποχαιρετίσουν τα αδειανά κονάκια τους.

Εκεί, τι τους έπιασε Χριστέ μου! Κανένας παλαβός ξεκρέμασε τα παραθυρόφυλλα του σπιτιού του να τα σηκώσει κι αυτά στην ξενιτιά και τούτο το πήρε ο ένας απ’ τον άλλο σαν μόλεμα κι όλη η Τουρκιά έπεσε πάνω στην ξυλική των σπιτιών κι έριχνε κάτω τα καφάσια, ξήλωνε τι πορτωσιές, ξεπέτσωνε τα πατώματα - κι όλα τούτα μέσα σ’ένα μπουρίνι ζουρλό κι αγριεμένο που ήταν
το ανάποδο από τη φρονιμάδα πούχανε δείξει από τη μια στιγμή στην άλλη, ο τούρκικος μαχαλάς ανταριάστηκε, βογγούσε σα δάσος που το λοτομούν, τριζοκοπούσε, μούγκριζε σα βουβάλι που το σφάζουν».

Η κινητοποίηση των ρεθεμνιωτών ήταν άμεση στην καταστροφή των σπιτιών και ο στρατός επενέβη και επέβαλλε την τάξη λέει ο Πρεβελάκης και οι Τούρκοι επιβιβάστηκαν με τάξη στα πλοία. Ακολουθεί η σπαρακτική σκηνή της αναχώρησης: «…Ακούσαμε τα βαπόρια που σφύριζαν τρεις φορές, τους χαλκάδες και τις άγκυρες που κάμανε ν’αχολογήσει ο γιαλός ...κι ύστερα μια φωνή από χιλιάδες στόματα, από άντρες, από παιδιά και γυναίκες, μια φωνή που να μη σου οργιστεί ο θεός να την ακούσεις ποτέ σου…».

Αγαπητή Αλήθεια, μπορεί ο αναγνώστης να έχει πληρέστερη εικόνα για την ''υποδοχή'' των προσφύγων στο Ρέθυμνο μέσω του ''Βρυκόλακα'' του Νενεδάκη και το ρεθυμιώτικο τύπο της εποχής.

 

Με εκτίμηση, Αναστασία Μανδάλα.

Άλλες απόψεις: Της Τασούλας Μανδάλα