Χοιροσφάγια

Πέμ, 18/12/2025 - 16:04
Ο Γιάννης Παϊδούσης

Σε όλα τα καμπούσικα νοικοκυριά, εκτρέφαμε ένα γουρουνάκι για τα Χριστούγεννα. Παραμονές Χριστουγέννων, λοιπόν, έπρεπε να θυσιαστεί. Περιγράφω τη διαδικασία. Αυτά ήταν τα λεγόμενα «χοιροσφάγια». Ο δήμιος ερχόταν με τα μαχαίρια του, μαζί και φίλοι και οι γειτόνοι, ‘βάζαν ένα καζάνι με νερό στη φωτιά να κάψει καλά και αφού «εκτελούσαν» τον χοίρο, τον έπλεναν, μιας και δεν είχε πλυθεί ποτέ στη ζωή του, μετά τον ανέβαζαν πάνω σε ένα τραπέζι και άρχιζαν να ρίχνουν πάνω του καυτό νερό, ενώ συγχρόνως τον έξυναν με μαχαίρι να φύγουν οι τρίχες, τον «ξύριζαν» όπως έλεγαν, γιατί ήθελαν και το πετσί, όχι για τσαρούχια (τα γνωστά γουρουνοτσάρουχα), αλλά τους ευκόλυνε στη συντήρηση, μιας και δεν υπήρχαν ψυγεία.

Όταν τέλειωνε το ξύρισμα άρχιζε ο τεμαχισμός. Το κεφάλι θα γινόταν πηχτή, τα μπούτια τα έκαναν παστό, ένα κομμάτι πετσί με παχύ στρώμα λίπους αλατιζόταν και το κρεμούσαν σε ευάερο μέρος, γινόταν κάτι όπως το «χαμ». Μετά από μέρες ένα κομματάκι στο τηγάνι με αβγά ομελέτα ήταν τέλειο! Τα έντερα καθαρίζονταν και τα φούσκωναν και τα κρεμούσαν να στεγνώσουν για να φτιάξουμε τα σουντζούκια. Η φούσκα (ουροδόχος) καθαριζόταν και την φούσκωναν (ήταν για την τραμπούκα και για άλλη μια χρήση που μόνο σε μήνυμα γράφεται, εδώ έχει λογοκρισία).

Τέλος το λίπος το μάζευαν και το έλιωναν και με αυτό γέμιζαν γυάλες που είχαν βάλει μέσα κομμάτια κρέας, έτσι τα συντηρούσαμε. Τίποτα δεν πετούσαμε έστω και χωρίς ψυγείο. Μερικά κομμάτια συκώτι μαζί με κοψίδια έμπαιναν στο τηγάνι, για να συνοδέψουν το κρασί που προσφερόταν στους παρευρισκόμενους, μαζί με ένα κομμάτι κρέας.

Από ένα κομμάτι κρέας, για μερικές μπριζόλες μοιραζόταν στη γειτονιά και σε συγγενείς και φίλους.

Το έθιμο το τηρούσα και εγώ σχεδόν κάθε χρόνο. Μια χρονιά θυμάμαι μετά τα χοιροσφάγια μαζευτήκαν οι φίλοι, ψήναμε κρέας και πίναμε κρασί μέχρι αργά το βράδυ. Στο τέλος της βραδιάς πολύ λίγο κρέας έμεινε για να φάμε τα Χριστούγεννα.

Αξέχαστα χοιροσφάγια.

Καλές γιορτές ΚΑΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΜΕ ΥΓΕΙΑ!

 

*(Από το βιβλίο μου Καμπούσικες Ιστορίες της πεζούλας, σελ. 46)

 

Άλλες απόψεις: Του Γιάννη Παϊδούση