
«Είμαστε, τι είμαστε, τίποτα δεν είμαστε»… Τους στίχους αυτούς του Νιόνιου (Διονύση Σαββόπουλου) στο τραγούδι «Ας κρατήσουν οι χοροί» θυμήθηκα τις προάλλες που έκανα μια μικρή βόλτα στο χωριό μου. Και βέβαια πως δεν είμαστε, τελικά, τίποτα, το έχουμε καταλάβει προ πολλού από τους θανάτους γνωστών και φίλων που έφυγαν ξαφνικά από τη ζωή. Γνωστοί και φίλοι που την «έκαναν» με ελαφρά πηδηματάκια και ποιος τους θυμάται τώρα πια…
Κάνοντας λοιπόν αυτή τη μικρή βόλτα που έλεγα παραπάνω και περνώντας μπροστά από κατοικημένα αλλά και ακατοίκητα σπίτια άρχισα να φέρνω στο μυαλό μου ποιοι κάθονταν εδώ και ποιοι εκεί. Ρε συ, έλεγα στον εαυτό μου, εδώ καθόταν η τάδε ή ο δείνα αλλά εξαερώθηκε. Και συγχρόνως άρχισα να θυμάμαι λεπτομέρειες. Τα πρόσωπά τους, τις συνήθειές τους, τις δουλειές τους, τα παρατσούκλια τους, τους δικούς τους.
Αμέτρητος ο αριθμός και κάθε στάση μου έφερνε στην επιφάνεια αλλοτινές μνήμες που είχαν μείνει ζωντανές στο μυαλό μου. Κυρίως για εκείνους μεγαλύτερης ηλικίας που τους είχα αποτυπώσει στο μνημονικό μου ως παιδί. Κάθε ένας και κάθε μία ξεχωριστή περίπτωση. Με τα καλά και τα κακά τους, τις νοοτροπίες, τις συμπεριφορές, τις παραξενιές, τις λόξες τους. Για θυμήσου τον ένα, για θυμήσου την άλλη, για θυμήσου τον τρίτο.
Και δεν ήταν μόνο τα σπίτια ήταν και τα καφενεία και τα μπακάλικα που ήταν πολλά στις δεκαετίες του ‘50 και του ’60. Ποιο να θυμηθείς και ποιο να ξεχάσεις; Μπορεί να υπήρχαν και 10 καφενεία κι άλλα 10 μπακάλικα. Και ιδιαίτερα τα απογεύματα και τα βράδια ήταν γεμάτα ασφυκτικά τα περισσότερα. Βλέπετε σ’ αυτά γίνονταν και οι συμφωνίες για δουλειές κ.λπ.
Και όλοι, βέβαια, εκείνα τα χρόνια ψώνιζαν με τεφτεράκι, παρακαλώ, από τα μπακάλικα, αφού τα σούπερ μάρκετ ήταν άγνωστο είδος. Αλλά και ελλείψει ρευστού. Καλογεράκης, Μαμαλής, Σωτηρίου, Αφεντής (2), Πιτσάκης, Φιλίδης (Φίλος), Βλάχος (λοστρόμος) Kαρανικόλας, ενδεικτικά. Εδώ ακόμα με την επιγραφή του και το επιπλοποιείο Τζιώτη - Λεμονιάδη στο οποίο θήτευσαν πολλά παιδιά και έγιναν καλοί μάστορες.
Πόσοι «έφυγαν» λοιπόν οριστικά και αμετάκλητα αλλά άφησαν τα χνάρια τους καθώς οι άνθρωποι πεθαίνουν, αλλά τα οικήματα και οι θύμησες μένουν. Κι αφού δεν είμαστε τίποτα φροντίζουμε να περνάμε καλά μέχρι να έρθει η ώρα μας. Γιατί κάποια στιγμή θα έρθει…
Του Δημήτρη Φρεζούλη






































