Βάρκες…

Τετ, 15/09/2021 - 10:43
Οι βάρκες είναι αγαπησιάρες, ίσως και γιατί είναι και γένους θηλυκού.

Όποτε σηκώνω το βλέμμα μου, εδώ στο λιμανάκι της Αγίας Ερμιόνης, τις βλέπω και τις χαίρομαι. Να αναπαύονται, να χαλαρώνουν, να μπαινοβγαίνουν, να λικνίζονται με χάρη, να τρέχουν, να πηγαίνουν σιγά - σιγά, πολύχρωμες και όμορφες. Πάντα ήθελα να γράψω δυο λόγια, γιατί οι βάρκες είναι αγαπησιάρες, ίσως και γιατί είναι και γένους θηλυκού, όπως είχα διαβάσει παλιά στο «Βήμα».

Άλλες βέβαια οι σημερινές, που τις αποκαλούμε και σκάφη, κι άλλες οι πιο παλιές, οι ξύλινες…Και ήταν βάρκες νιες, με φρεσκάδα, λυγερόκορμες, με σωστές αναλογίες ή όχι, με καμπύλες και ισιάδες, μακρόστενες ή «στρογγυλές», σοβαρές ή αστείες, συχνά τσαχπίνες, βολικές ή άβολες, σπάνια ασουλούπωτες, οικείες ή απόμακρες, παράξενες και απλές, συχνά «απλοϊκές», βάρκες παλιές και γηραιές, φτιασιδωμένες ή όχι, γουστόζικες, αλλά μερικές απόμαχες, εγκαταλελειμμένες, παροπλισμένες, ξεχασμένες.

Βάρκες αμόλυντες και άσπιλες, ατίθασες, δύσκολες ή υπάκουες, σφριγηλές και ακμαίες, δυσκίνητες ή ευκίνητες, όμορφες, ωραίες, αλλά ποτέ άσχημες. Πάντα ξεχωριστές, πάντα θηλυκές, όμορφες και χαριτωμένες, ονειρεμένες. Βάρκες μικρές και μεγάλες, διαφορετικά σχήματα, χρώματα ζωηρά, άλλοτε μουντά. Χρώματα διαφορετικά, ένα ουράνιο τόξο. Μπλε και κόκκινα, λευκά και ωχρόλευκα, κίτρινα και ωχροκίτρινα, πράσινα και μενεξεδένια, βυσσινί και σταχτί, κανελί, χρυσωπό, λαδί και μολυβί, μενεξεδένιο και ταγαλί, χρώματα και αποχρώσεις. Κάθε κομμάτι τους διαφορετικό, είχε δεχθεί από αντρίκια χέρια το πλάνεμα, το πασπάλισμα, το χάιδεμα, την τρυφεράδα, τη σκληράδα, το κάψιμο, τη βρισιά, τον μονόλογο. Βάρκες αγγελοκάμωτες από τον χαμοθεό τους.

Κοιτάζω και τις σημερινές, τις βλέπω, τις παρατηρώ πολλά χρόνια, αλλά δεν βρίσκω τίποτε το κοινό μεταξύ των σύγχρονων πλαστικών και των παλιών ξύλινων. Ευτυχώς έχουν απομείνει κάποια μικρά ξύλινα καϊκάκια και μπότηδες, αλλά και βαρκούλες να μας τις θυμίζουν. Καθεμία  διαφορετική κυρία, με ιδιαιτερότητες και ιδιομορφίες. Καθεμιά με την προσωπικότητά της. Τίποτε το όμοιο, τίποτε το ίδιο, με έντονη τη σφραγίδα του κατόχου τους, του συντρόφου τους, του συνοδού τους.

Του Δημήτρη Φρεζούλη

Σχετικά Άρθρα