1822. Χίος, μια πόλη φημισμένη, ερείπια και στάχτες

ΤΗΣ δρ. ΙΣΤΟΡΙΑΣ & ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ ΑΠΘ, ΑΘΗΝΑΣ ΖΑΧΑΡΟΥ-ΛΟΥΤΡΑΡΗ
Τρί, 06/07/2021 - 12:06
Η πόλη της Χίου από χαλκογραφία στο βιβλίο του D.O. Dapper, Description Exacte des Isles de L’ Archipel…1703. (Από: Φ. Αργέντης - Στ. Κυριακίδης, Ἡ Χίος παρὰ τοῖς γεωγράφοις καὶ περιηγηταῖς.)

Η Χίος στα προεπαναστατικά χρόνια υπήρξε ένας τόπος πολυάνθρωπος και ευδαίμων. Είχε τη φήμη κοσμοπολίτικου κέντρου και χαρακτηρίστηκε ως η βασίλισσα του Αρχιπελάγους και ως το νησί των μακάρων. Στη δημιουργία υψηλής ποιότητας συνθηκών διαβίωσης συνετέλεσαν τα φυσικά πλεονεκτήματα του τόπου, οι πατροπαράδοτες αρετές των κατοίκων και οι ευνοϊκές ιστορικές συγκυρίες. Εκτός από τα προνόμια που παρείχαν πολλές ελευθερίες, ακμάζουσα ήταν η οικονομία, αποτέλεσμα της ανάπτυξης της υφαντουργίας στο νησί και των μεγάλων εμπορικών οίκων που ονομαστές χιώτικες οικογένειες είχαν ιδρύσει σε διάφορα λιμάνια και οικονομικά κέντρα της Μεσογείου, Μαύρης Θάλασσας, Ευρώπης και Ανατολής. Καθώς διατηρούσαν στενές σχέσεις με τη γενέτειρα, την ανέδειξαν ως τόπο ονομαστό με άνθηση των γραμμάτων και των τεχνών, εντυπωσιακές κοινωνικές εκδηλώσεις και μεγαλοπρεπή οικοδομήματα.

Ήρθε όμως η φοβερή συμφορά του 1822 και μετέτρεψε τον παράδεισο σε κόλαση. Θρηνούμε τους 42.000 χιλιάδες νεκρούς, την πικρή μοίρα των 52.000 αιχμαλώτων και πρωτίστως τιμούμε αυτή τη μεγάλη θυσία, που αφύπνισε την οικουμένη υπέρ του ελληνικού αγώνα. Για τα φοβερά γεγονότα έχουν γραφεί χιλιάδες σελίδες και νέα στοιχεία προσθέτει η ιστορική έρευνα. Στο άρθρο αυτό, εν συντομία, θα εστιάσουμε σε μία άλλη πτυχή, την εικόνα της πόλης πριν και μετά την καταστροφή, που, αν και η αναφορά είναι στα άψυχα, αυτά νοούνται συνδεδεμένα με τους ανθρώπους που ζούσαν και κινούνταν μέσα και γύρω τους.

Ο πληθυσμός της πόλης Χίου πριν το 1822 ανερχόταν σε 30.000 (από τις 117.000 όλου του νησιού). Από αυτούς μόνο περί τους 3.000 ήταν οι Τούρκοι, λίγοι Εβραίοι και 2.000 Καθολικοί. Κατά την περιγραφή του Ι. Πιτσιπιού στα 1820 είχε 2.380 οικοδομήματα, σπίτια και εργαστήρια. Διατηρούσε τη μεγαλοπρέπεια της γενουατικής εποχής και χαρακτηριζόταν «ἡ ὡραιοτάτη πόλις τοῦ Αἰγαίου». Εντυπωσιασμένος από την ομορφιά της ο J. Galt έγραψε ότι οι αναρίθμητες επαύλεις, οι κήποι, οι ανεμόμυλοι, τα δέντρα ανάμεσα στα σπίτια, οι φάροι, το φρούριο, τα πλοία στο λιμάνι και πίσω τα απόκρημνα και ψηλά βουνά καθιστούσαν τη θέα από τις ωραιότερες της Μεσογείου[1].

Η πόλη της Χίου περί το 1600. Χαλκογραφία G. Boutats. (Από: Φ. Αργέντης - Στ. Κυριακίδης, Ἡ Χίος παρὰ τοῖς γεωγράφοις καὶ περιηγηταῖς.)

 

Ήταν κτισμένη αμφιθεατρικά γύρω από το όμορφο λιμάνι της και το κάστρο, που δέσποζε στη βόρεια πλευρά του και χωριζόταν από την ξηρά με τάφρο. Κατοικούσαν σ’ αυτό μόνο οι Τούρκοι και οι Εβραίοι, ενώ οι Έλληνες και οι Καθολικοί στην εκτός των τειχών πόλη, η οποία ήταν πυκνοδομημένη με το βασικό οδικό δίκτυο προς τις συνοικίες και την ύπαιθρο, όπου σχεδόν και σήμερα. Κεντρική πλατεία ήταν του Βουνακίου, «μεταξὺ τῆς πόλεως καὶ τοῦ φρουρίου», όπου, όπως σημειώνει ο J. Dallaway, «εὑρίσκεται τουρκικὴ κρήνη, ἡ ὁποία μετὰ τοῦ λιμένος καὶ τῶν παρακειμένων οἰκιῶν ἀποτελεῖ θαυμασίαν εἰκόνα». Το διοικητήριο (Κονάκι), διώροφο κτήριο, στέγαζε τις δικαστικές, αστυνομικές, και διοικητικές οθωμανικές αρχές[2]. (Το μουσουλμανικό τέμενος οικοδομήθηκε στα μέσα του 19ου αι. στον χώρο που υπήρχε ορθόδοξη εκκλησία[3].)

Βόρεια του λιμανιού και του κάστρου, στον Επάνω Αιγιαλό υπήρχαν τα βυρσοδεψεία και σειρά ανεμομύλων, που μερικοί σώζονται. Νότια, ο Κάτω Αιγιαλός, που έφτανε ως την Μπέλλα Βίστα, ήταν ο τόπος της θερινής αναψυχής, με μικρά καφενεία, εκτεταμένα περιβόλια, κήπους και ανεμόμυλους. Περιλάμβανε το τουρκικό νεκροταφείο κατάφυτο από δέντρα[4].

Η πόλη χωριζόταν σε τρία κύρια μέρη, τις Αδελφότητες, που ονομάζονταν από την τοποθεσία και την κύρια εκκλησία τους: Ἁπλωταριά ή Ἀδελφότης τῶν Ἁγίων Βικτώρων, όπου περίπου και σήμερα, με το μητροπολιτικό μέγαρο, το θρησκευτικό κέντρο των ορθοδόξων, ο Ἐγκρημνός ή Ἀδελφότης τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων, που, όπως και στην Απλωταριά, κατοικούσαν οι ευπατρίδες και οι έμποροι, και Παλαιόκαστρον ή Ἀδελφότης τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, όπου κατοικούσαν οι τεχνίτες και οι εργαστηριάρχες. Άλλες μεγάλες συνοικίες της πόλης ήταν η Ατσική, η Βλαταριά, ο Άγ. Ιάκωβος, πιο ψηλά η Τρουλωτή και στην ευρύτερη περιοχή του Παλαιοκάστρου το Ρεπάρος, ο Χάντακας, ο Κάντηλας, η Καπέλα, η Ράμνη. Οι αδελφότητες υποδιαιρούνταν σε 47 ενορίες με την εκκλησία της η κάθε μία. Το πλήθος των ναών της πόλης, που ξεπερνούσε τους 300, προξενούσε θαυμασμό και έκπληξη σε όσους επισκέπτονταν τη Χίο. Λειτουργούσαν ναοί κοινοτικοί ή ενοριακοί, κτητορικοί και συντεχνιακοί (των Αδελφάτων), στους οποίους εφημέρευαν 100 ιερείς και 20 διάκονοι[5].

Από το τέμπλο του Αγ. Πολυκάρπου στον Κάμπο, περί το 1800. Πριν την καταστροφή το τέμπλο αυτό πρέπει να βρισκόταν στον Ταξιάρχη της Καμπάνας στην πόλη.

 

Μητροπολιτικός ναός από το 1700 ως το 1822 ήταν ο μέγας ναός του Αγ. Νικολάου Βασιλικάρη στην Απλωταριά, του οποίου κανένα ίχνος δεν υπάρχει σήμερα πλην της ομωνύμου οδού. Πριν από αυτόν, από το 1571 μέχρι το 1619, ήταν ο Άγιος Βασίλειος Πετροκοκκίνων, τα ερείπια του οποίου υπάρχουν στο Δημοτικό Κήπο, και από το 1619 μέχρι το 1700 ο Ταξιάρχης της Καμπάνας, ο οποίος καταστράφηκε ολοσχερώς το 1822 και σήμερα στο χώρο υπάρχει μικρός ευκτήριος οίκος. Ο ναός αυτός είχε ένα σπουδαίο μαρμάρινο τέμπλο, όπως μαρτυρεί έγγραφο του 1820 με την παραγγελία της κατασκευής ομοίου τέμπλου στη Μονή Αγίας ή Ζωοδόχου Πηγής Άνδρου. Πιθανόν, κατά τους μελετητές, να είναι αυτό που βρίσκεται σήμερα στον Άγιο Πολύκαρπο στο Τάλαρος Κάμπου και να μεταφέρθηκε μετά την καταστροφή[6].

 Οι Καθολικοί κατοικούσαν στη Φραγκοπαροικιά, απέναντι από το φρούριο, και εκεί βρισκόταν η μητρόπολή τους καθώς και το γαλλικό και ιταλικό (Νεάπολης) υποπροξενείο. Υποπροξενεία υπήρχαν επίσης της Αγγλίας, των Κάτω Χωρών, της Αυστρίας, της Δανίας και άλλα.

Το ελληνικό διοικητικό κέντρο, ο «Μεζάς» (σώζεται μέρος του κτηρίου του), ήταν έδρα της Δημογεροντίας, η οποία με ετήσιους αιρετούς άρχοντες ασκούσε τη διοικητική, δικαστική και εν μέρει εκτελεστική εξουσία, στο πλαίσιο της ιδιάζουσας αυτονομίας που είχαν πετύχει οι Χιώτες[7]. Άλλα κοινωνικά καταστήματα με τα ανάλογα κτήρια ήταν: Το Εμπορικό δικαστήριο, με πέντε ετήσιους δικαστές, το Θαλασσινό δικαστήριο, με τρεις, δύο Συμβολαιογραφεία, ένα στην Απλωταριά με τέσσερις συμβολαιογράφους και ένα στο Παλαιόκαστρο με δύο[8].

Το υψηλό επίπεδο ζωής της προεπαναστατικής Χίου αποδεικνύουν και τα υγειονομικά και φιλανθρωπικά ιδρύματα. Το Νοσοκομείο, ο «Ξενώνας τῆς Κεχαριτωμένης» από την εκκλησία του, ήταν εκτεταμένη οικοδομή με αυλές, ευρύχωρο κήπο, πολλά νερά, μύλο και φούρνο και μπορούσε να περιθάλψει 200 ασθενείς, ανεξαιρέτως ντόπιους και ξένους. Προσαρτημένο σ’ αυτό ήταν ένα άσυλο, όπου έβρισκαν φροντίδα γέροντες, ανάπηροι, ζητιάνοι, ορφανά, φρενοβλαβείς («καθ’ ἣν στιγμήν, όπως αναφέρει ο Αθ. Γκιάλας, αἱ ψυχιατρικαὶ κλινικαὶ ἦσαν σχεδὸν ἄγνωστοι εἰς ὁλόκληρον τὸν κόσμον»). Εκεί ήταν επίσης η φυλακή των κακοποιών και των γυναικών με επιλήψιμη διαγωγή[9].

Το Λοιμοκαθαρτήριο-Λαζαρέττο βρισκόταν βόρεια της πόλης (όπου σήμερα το Νοσοκομείο), μεμονωμένο και περιφραγμένο με ψηλό τείχισμα. Η είσοδος ήταν από τη θάλασσα και δρόμος σκιερός από κληματαριές οδηγούσε σε μεγάλη στρωμένη με ποικιλόχρωμες πλάκες αυλή, που τριγύρω υπήρχαν τα χωρισμένα μεταξύ τους δωμάτια. Άλλοι κοιτώνες προορίζονταν γι’ αυτούς που ήταν στα πρώτα στάδια και άλλα για όσους ήταν στην ανάρρωση. Είχε δύο πατώματα και υπόγειο, με μεγάλες δεξαμενές για τη συλλογή ομβρίου ύδατος, αποθήκες για τις τροφές, δύο πύργους κτισμένους με πέτρα Θυμιανών και εκκλησία του Αγίου Νικολάου, όπου γίνονταν κατ’ έτος το μνημόσυνο για τους θανόντες από την πανώλη. Τρεις υγειονόμοι, δύο ιερείς και άνδρες και γυναίκες απόλοιμοι φρόντιζαν τους ασθενείς. Μέχρι τα μέσα 20ού αι. σώζονταν τα θεμέλια[10].

Η έδρα της Δημογεροντίας, «ο Μεζάς».

 

Το Λωβοτροφείο-Λεπροκομείο βρισκόταν βορειοδυτικά της πόλης, σε τερπνότατη κοιλάδα, όπου υπάρχουν σήμερα οι μεταγενέστερες εγκαταστάσεις. Μετά από προσθήκες χωρούσε 150 ασθενείς, είχε τριάντα χωριστούς οικίσκους και άλλους τόσους μικρούς κήπους για την απασχόληση των ασθενών και δύο ναούς. Ο W. Wittman (1800) χαρακτηρίζει το οίκημα «ἐνάερον, εὐρύχωρον καὶ ἀναπαυτικόν». Το 1822 οι Τούρκοι έσφαξαν τους λεπρούς  ̶ από τους 75 διασώθηκαν μόνο πέντε. «Οἱ λεβωβημένοι ἀσθενεῖς ἔγιναν ἀπαρχὴ μαρτυρικοῦ θανάτου»[11].

Τα καταστήματα και τα εργαστήρια ήταν σε ξεχωριστό μέρος κοντά στη θάλασσα, όπου υπήρχαν και πολυάριθμα καφενεία. Ήταν εφοδιασμένα με όλα τα απαραίτητα, τα εμπορεύματα πωλούνταν σε σχετικά υψηλές τιμές και είδη πολυτελείας γέμιζαν τα ράφια και τους πάγκους τους[12].

Ο πλούτος της Χίου είχε την πηγή του στην υφαντουργία και το εμπόριο. «Πρὸ περίπου ἑβδομήκοντα ἐτῶν (περί το 1770) ὑπῆρχαν στὴ Χίο, αναφέρει ο Βλαστός, 1200 ἐργοστάσια, ὅπου κατεσκευάζοντο παντὸς εἴδους χρυσοΰφαντα καὶ ἁπλὰ μεταξωτά». Αυτά βρίσκονταν κυρίως στο Παλαιόκαστρο και στη Φραγκοπαροικιά με μηχανές ικανού μεγέθους. «Τὰ καταστήματα εἶναι πλήρη, πολλὰ ἐξ αὐτῶν ἀπὸ τὰ πολυτελῆ ὑφάσματα, τὰ χρυσοΰφαντα καὶ ἀργυροΰφαντα, τὰ ὁποῖα σπανίως βλέπει τις καὶ ἐν Λονδίνῳ. Ἡ πόλις Χίος εἶναι ἐκ τῶν κυριωτέρων βιομηχανικῶν κέντρων τοῦ κράτους, μεταξωτὰ δέ, ἁμιλλώμενα εἰς ὡραιότητα καὶ κομψότητα πρὸς τὰ πολυτελέστερα τῆς Γαλλίας καὶ Ἰταλίας, κατασκευάζονται εἰς τοὺς ἀργαλειοὺς τῆς Χίου»[13]. Συνοικία των εργοστασίων ήταν και η Βλαταριά, στην πλατεία, όπως σημειώνει στο υπόμνημα του Σχεδιαγράμματος της πόλης ο Κ. Κανελλάκης, όπου περιγράφει και τα είδη των υφασμάτων: «Ἀρ. 17. Ἡ Πλατεία αὕτη ἔγεμε πρὸ τοῦ 1822 ἐργοστάσια εἰς ἃ ἠργάζοντο τὴν μέταξαν … Ἠμπορεύοντο εἰς τὰς ἀγορὰς τῆς Κωνσταν/λεως, Σμύρνης Θεσσαλονίκης, Βυρητοῦ κλπ. μερῶν»[14]. (Η ονομασία μίας οδού πίσω από τη Δημ. Πινακοθήκη είναι ό,τι έμεινε από την φημισμένη συνοικία.)

Κτητορική επιγραφή του παλιού νοσοκομείου, το οποίο ολοκληρώθηκε το 1760. (Από: Μ. Παϊδούσης, «Ἡ ἰατρικὴ εἰς τὴν Χίον κατὰ τοὺς τελευταίους αἰῶνας».)

Η οικονομική ανάπτυξη έδωσε ώθηση και στην πνευματική. Τα φροντιστήρια που λειτουργούσαν οι τρεις αδελφότητες του νησιού συνενώθηκαν το 1792 στο Γυμνάσιον ή Μεγάλη Δημόσια Σχολή της Χίου, υπό τη διεύθυνση του Αθ. Παρίου, φημισμένου δασκάλου της εποχής του. Με τη χρηματοδότηση και την εποπτεία της αστικής τάξης και με αδιάκοπες φροντίδες του Αδ. Κοραή, η Σχολή με δασκάλους πολλών ειδικοτήτων παρείχε σε ντόπιους και ξένους σπουδαστές παιδεία πανεπιστημιακού επιπέδου[15]. Το κτηριακό συγκρότημα ήταν εντυπωσιακό. Στην αρχική ευρύχωρη οικία με τον κήπο και τη μεγάλη αυλή προστέθηκαν οι πολυδάπανες μεγαλοπρεπείς κατασκευές της βιβλιοθήκης και της πηγής, που κόστισαν 80.000 γρόσια, ενώ υπήρχε επίσης εργαστήριο θαυμάσιο χημείας και μεγάλη αίθουσα αναγνωστηρίου, όπου η Δημογεροντία είχε τοποθετήσει την εικόνα του Κοραή αναγνωρίζοντας τις υπηρεσίες του[16]. «Εὐρυχωροτάτη οἰκοδομή» αποτελούσε την αίθουσα των εξετάσεων με αμφιθεατρικά καθίσματα για όσους κατά το τυπικό παρακολουθούσαν αυτές[17]. Το όλο οικοδόμημα σχημάτιζε ένα κανονικό τετράγωνο και περιλάμβανε ακόμα εκκλησία, θέατρο, αίθουσες και διαμερίσματα δασκάλων και μαθητών[18]. Το 1817 οικοδομήθηκε ευρύχωρο κτήριο για τη στέγαση της Δημοσίας Βιβλιοθήκης, όπου συγκεντρώθηκαν όλα τα βιβλία, που αύξαναν διαρκώς, ώστε ο Στ. Καββάδας υπολογίζει ότι πριν την καταστροφή ξεπερνούσαν τις 20.000[19]. Ήταν «στερεῶς ἐκτισμένη μὲ λίθους καὶ θολοσκεπὴς μὲ μακρὰς καμάρας» σημειώνει ο Marsellus, και για το τυπογραφείο, που εγκαταστάθηκε στις αρχές του 1819 με δύο πιεστήρια για την έκδοση διδακτικών βιβλίων, ότι ήταν «συνεσφιγμένον καὶ θὰ εὕρισκε εἰς τὰς σχεδιαζομένας νέας οἰκοδομὰς εὐρυχωτέραν ἐγκατάστασιν»[20].

Παράλληλα με το υψηλό επίπεδο της παιδείας οι τέχνες βρίσκονταν σε μεγάλη άνθηση στην προεπαναστατική Χίο, μία περιοχή με μακραίωνη παράδοση σ’ αυτές, ακμάζουσα οικονομία και αρχοντικό τρόπο ζωής. Ντόπιοι και ξένοι καλλιτέχνες, αρχιτέκτονες, αγιογράφοι, ξυλογλύπτες, μαρμαρογλύπτες κ.ά. δημιουργούσαν λαμπρά εκκλησιαστικά έργα, καθώς λόγω των θρησκευτικών ελευθεριών, της έντονης θρησκευτικότητας των Χιωτών και των οικονομικών τους δυνατοτήτων, άλλες εκκλησίες ανακαινίζονταν και άλλες ανεγείρονταν. Εξίσου σημαντικές παρουσιάζονται οι κοσμικές τέχνες στον τόπο που οι πολυταξιδεμένοι Χιώτες επιχειρηματίες συναγωνίζονταν σε λαμπρότητα και επίδειξη και οι Χιώτες τεχνίτες εντυπωσίαζαν με τα δημιουργήματά τους. Έργα γλυπτικής αρχιτεκτονικά και ελεύθερα, ευρωπαϊκών καλλιτεχνικών ρευμάτων και λαϊκότροπα, έδιδαν στα μεγαλοπρεπή οικοδομήματα και τους ελεύθερους χώρους όψη υψηλής αισθητικής, και η ζωγραφική σε οροφογραφίες, πίνακες σύγχρονων ευρωπαϊκών ρευμάτων και πορτραίτα της χιώτικης αριστοκρατίας από αναγνωρισμένους ζωγράφους κοσμούσαν τα πλούσια σπίτια: «Εἶδον εἰς παλαιὰν τινὰ γενουατικὴν κατοικίαν ἀρκετάς παλιὰς καὶ καλῶς ἐκτελεσθείσας ζωγραφίας» (J. Galt). «Ὅλαι αἱ ἀξιόλογοι οἰκίαι εἶναι κατασκευασμέναι κατὰ τὸν γενουατικὸν ρυθμόν, μὲ πυραμιδοειδεῖς στέγας, ἔχουσαι ἔμπροσθεν κλίμακας σκιαζομένας ὑπό κληματαριῶν, τῶν ὁποίων αἱ ἀφθόνως κρεμάμενοι βότρυες φαίνονται ὡς ἡ εἰκὼν τῆς ἀφθονίας» (P. E. Laurent). «Αἱ οἰκίαι κομψαὶ ἔχουν εὐκολίας τὰς ὁποίας ἐκπλήττεταί τις εὑρίσκων ἐν τῷ Αἰγαίῳ» (Choiseul Gouffier)[21]. Και από τα πολλά ακόμα που περιγράφονται, η εικόνα της οικίας Ράλλη: «Ἦτο πολὺ ὡραῖον σπίτι καὶ στολισμένον μὲ στῆλας ἀπὸ μάρμαρον τῆς Χίου, τὸ ὁποῖον πολὺ ἐξετιμᾶτο διὰ τὰς πλουσίας καὶ ποικιλοχρώμους ραβδώσεις του, καὶ στολισμένον μὲ εἰκόνας ἐγχωρίων ζωγράφων, τοὺς ὁποίους ὁ γενναιόδωρος, εὐφυής, εὐγενής, ὁ ἔχων ἐξαιρετικὸν γοῦστον διὰ καλὰς τέχνας Ράλλης, γενναιότατα συνέδραμε»[22].