Oρθοδοξία: Άνοιγμα προς πάντα τα Έθνη

Τετ, 16/03/2022 - 16:21

Πορευόμενοι τὴν ἀνάβασιν τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς καὶ ἀτενίζοντες διὰ τοῦ ζωοποιοῦ σταυρικοῦ θανάτου τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ πρὸς τὴν λαμπροφόρον κλητήν καὶ ἁγίαν ἡμέραν τῆς Ἀναστάσεως, ἑορτάζομεν σήμερον ἐν Ἐκκλησίαις, ἐν λατρείᾳ καὶ ἐν διδαχῇ τοῦ λόγου τὴν ἡμέραν τῆς Ὀρθοδοξίας. Τῆς δόξης, δοξολογίας καὶ θεολογίας τῆς πίστεως καὶ τῆς λειτουργικῆς μας ζωῆς.

Ἐπανεντρυφῶμεν εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὀρθοδόξου διδασκαλίας καὶ ζωῆς, ὡς κοινωνίας, ὡς μεθέξεως εἰς τὴν ἄπειρον καὶ ἀρτίαν ἑνότητα τοῦ ἀπροσίτου καὶ ἀπείρου Τριαδικοῦ Θεοῦ: Ὕπαρξις ἑνιαίας οὐσίας καὶ μετοχῆς προσώπων, Μονάς ἐν Τριάδι καὶ Τριάς ἐν Μονάδι. Αὐτό σημαίνει ὑπέρβασιν τῶν ἀριθμητικῶν κατηγοριῶν, ἔξοδον ἐκ τῆς συγχύσεως τῆς πολλαπλότητος, ἀλλά καὶ ἐκ τῆς μονώσεως τοῦ ἑνός, κοινωνία θεοπρεποῦς ἀγάπης. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον καὶ ἡ Ἁγιωτάτη Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἀνεκήρυξεν τὴν περίοδον αὐτήν ὡς Ἑβδομάδα Ἐξωτερικῆς Ἱεραποστολῆς, δεδομένου ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι πορεία πρὸς «πάντα τὰ ἔθνη», «ἵνα πάντες ἕν ὦσιν», «καὶ γενήσηται μία ποίμνη, εἷς ποιμήν» ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός.

Ὁ Ἕνας καὶ Τριαδικός Θεός ἐδημιούργησε καὶ συντηρεῖ «τὸν κόσμον καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτῷ» (Πράξ. ιζ΄ 24) παραμένει «Κύριος οὐρανοῦ καὶ γῆς», ἀλλά καὶ Πατήρ ὅλων τῶν ἀνθρώπων  ̇ «εἷς Θεός καὶ πατήρ πάντων, ὁ ἐπί πάντων καὶ διὰ πάντων καὶ ἐν πᾶσιν ὑμῖν» (Ἐφεσ. δ΄ 6).

Ἡ ἀνθρωπότης παρουσιάζει μεγάλην ποικιλίαν καὶ πολλαπλότητα, ἀλλ' ἡ ἀληθής φύσις της ἑδράζεται ἐπί τῆς ἑνότητος. Ὄχι ἁπλῶς διότι «ἐποίησέ τε ἐξ ἑνός αἵματος πᾶν ἔθνος ἀνθρώπων (ὁ Θεός)» (Πράξ. ιζ΄ 26), ἀλλά κυρίως διότι «κατ' εἰκόνα Θεοῦ ἐποίησεν τὸν ἄνθρωπον» (Γεν. ε΄ 1), μὲ οὐσιαστικόν χαρακτηριστικόν νὰ ἀποτελῇ «κοινωνίαν ἀγάπης» κατά τὸ πρότυπον τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς σύμπασαν τὴν κτίσιν καὶ τὴν πηγήν τῆς ἀγάπης, τὸν Θεόν. Ἔκτοτε ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ἀνεξαρτήτως ἔθνους καὶ φυλῆς καὶ γλώσσης καὶ λαοῦ, φέρουν τὴν θείαν εἰκόνα, δηλαδή νοῦν, ἐλευθέραν θέλησιν καὶ ἀγάπην.

Ἡ ῥῆξις τῶν σχέσεων τοῦ ἀνθρώπου μετά τοῦ Θεοῦ, ἡ δραματική τάσις ἀδιακόπτου διασπαστικῆς κινήσεως πρὸς τὰς λοιπάς «εἰκόνας τοῦ Θεοῦ», τοὺς συνανθρώπους, ἀλλά καὶ πρὸς τὴν δημιουργίαν τοῦ Θεοῦ, τὴν φύσιν, ἐκορυφώθη εἰς τὴν διάσπασιν αὐτοῦ τούτου τοῦ ἐγώ καὶ ἐχαρακτηρίσθη ὡς ἐκφυλισμός, «ἁμαρτία», «ἀλλοτρίωσις» τῆς οὐσίας τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως  ̇ «πάντες γάρ ἥμαρτον καὶ ὑστεροῦνται τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ» (Ρωμ. γ΄ 22-23). Ὑπ' αὐτάς τὰς συνθήκας ἡ «κοινωνία», ἡ ἑνότης τῶν ἀνθρώπων διεσπάσθη καὶ μετετράπη εἰς μίαν τοὐλάχιστον δυνατότητα συνυπάρξεως.

Τὴν ἀποκατάστασιν τῆς διασπάσεως καὶ ἀλλοτριώσεως αὐτῆς τῆς ἑνότητος ὡς κοινωνίας ὑπηρετεῖ τὸ «ἕν γεγονός», τὸ «κατ΄ ἐξοχήν γεγονός» τῆς προσλήψεως τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ὑπό τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος «μορφήν ἀναλλοιώτως ἀνθρωπίνην προσέλαβεν» (Ἀπολυτίκιον ἑορτῆς Περιτομῆς τοῦ Χριστοῦ). Περί αὐτοῦ τοῦ γεγονότος εἶναι ὑποχρεωμένοι οἱ Ὀρθόδοξοι νὰ ὁμιλήσουν «εἰς τὸν κόσμον ἅπαντα» (Μάρκ. ιστ΄ 15), δεδομένου ὅτι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, προσλαμβάνων τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν, ἡνώθη μεθ' ὁλοκλήρου τοῦ ἀνθρωπίνου φυράματος, λόγῳ τῆς ἑνότητος τῆς καθόλου ἀνθρωπίνης φύσεως. Δι' Αὐτοῦ ἡ ἀλλοτριωθεῖσα ἀνθρωπότης ἐπανέρχεται ἐν Χριστῷ εἰς τὴν «κοινωνίαν» μετά τῆς Ἁγίας Τριάδος. Τὸ ἑνιαῖον μάλιστα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως καθιστᾶ τὰς ἐπιπτώσεις τῆς σαρκώσεως τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Πάθους καὶ τῆς Ἀναστάσεως παγκοσμίους, οἰκουμενικάς καὶ λυτρώνει ὅλον τὸν κόσμον διὰ τῆς συνεχοῦς ἐνεργείας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅθεν, ἡ Ὀρθόδοξος Χριστιανική Ἐκκλησία δὲν νοεῖται ὡς μία νέα κλειστή εἰς τὸν ἑαυτόν της κοινωνία, ὡς ἑταιρεία, ἡ ὁποία ζητεῖ τὴν ἰδίαν αὔξησιν πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν μελῶν της καὶ τῶν δυνάμεών της, ἀλλ' ὡς τὸ σημεῖον «τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως», τῆς παγκοσμίου ἑνότητος.

Πρόκειται περί ἑνότητος μὴ στηριζομένης ἐπί τῆς ἰσοπεδώσεως καὶ μὴ ὁδηγούσης εἰς τὴν πολτοποίησιν. Ἡ ἑνότης αὐτή εἶναι ἔργον τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτό ἀπ΄ ἀρχῆς τῆς δημιουργίας «ἐπεφέρετο» (Γεν. α΄ 2) ὑπεράνω τοῦ χάους, ἕως ὅτου τοῦτο διεμορφώθη εἰς «κόσμον» ̇ τὸ αὐτό συνέχισε νὰ ἐπιτελεῖ ἐντός τῆς ἱστορίας ἐμπνέον τοὺς προφήτας καὶ καθοδηγοῦν τοὺς ἀνθρώπους ἀπό τοῦ πνευματικοῦ χάους εἰς τὴν περιοχήν τῆς πνευματικῆς δημιουργίας. «Πανταχοῦ παρών καὶ τὰ πάντα πληρῶν» ὁ Παράκλητος ἐργάζεται διὰ τὴν ἐπίτευξιν ἑνότητος ὅλων τῶν ὄντων, μὲ τρόπους, οἱ ὁποῖοι ὑπερβαίνουν τὴν ἀνθρωπίνην σκέψιν. Τὰ δομικά ὑλικά τῆς ἑνότητος αὐτῆς εἶναι οἱ καρποί τοῦ Παρακλήτου «ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθοσύνη, πίστις, πραότης, ἐγκράτεια» (Γαλάτ. ε΄ 22). Οἱ καρποί αὐτοί καὶ πᾶσαι αἱ δωρεαί τοῦ Θεοῦ δὲν πρέπει νὰ κατακρατῶνται ἐγωϊστικῶς ̇ πρέπει νὰ τίθηνται εἰς τὴν διάθεσιν ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ὅλων τῶν ἐθνῶν.

Ἡ ἐν Χριστῷ μαθητεία ὅλων τῶν ἐθνῶν ὁδηγεῖ εἰς τὴν βαθείαν εἰρήνην τῆς ἀγάπης ἐν τῷ ὀνόματί Του: «Αὐτός γάρ ἐστιν ἡ εἰρήνη ἡμῶν, ὁ ποιήσας τὰ ἀμφότερα ἓν καὶ τὸ μεσότοιχον τοῦ φραγμοῦ λύσας... ἵνα τοὺς δύο κτίσῃ ἐν ἑαυτῷ εἰς ἕνα καινὸν ἄνθρωπον ποιῶν εἰρήνην» (Ἐφεσ. β΄ 14-15). Πλέον δὲν ὑφίσταται ἐθνικῶς περιούσιος λαός τοῦ Θεοῦ. Περιούσιος λαός τοῦ Θεοῦ εἶναι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ὅλων τῶν ἐθνῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐπιθυμήσουν νὰ ἀποδεχθοῦν ἐλευθέρως τὴν ὀρθόδοξον μαθητείαν Του καὶ τὴν μυστηριακήν κοινωνίαν καὶ ἕνωσιν μετ΄ Αὐτοῦ ἐν τῷ κοινῷ Σώματί Του, τὴν Ἐκκλησίαν.

Τὸ οἰκουμενικόν κήρυγμα τῆς Ὀρθοδοξίας δὲν εἶναι εἷς ἄνευρος καὶ ψυχρός οἰκουμενικός μοραλισμός. Εἶναι ἐπιστράτευσις τοῦ ὅλου ἀνθρώπου εἰς μίαν προσπάθειαν ὑπερκεράσεως τοῦ ἑαυτοῦ του «εἰς ἕνα καινόν ἄνθρωπον», διὰ τὸν ὁποῖον δὲν ὑφίστανται πλέον κοσμικαί καὶ γήϊναι διακρίσεις, θέτουσαι ὅρια μεταξύ αὐτοῦ καὶ τῶν ἄλλων ἀνθρώπων. Ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ «πάντες ἡμεῖς εἰς ἓν σῶμα ἐβαπτίσθημεν, εἴτε Ἰουδαῖοι εἴτε Ἕλληνες, εἴτε δοῦλοι εἴτε ἐλεύθεροι, καὶ πάντες εἰς ἓν Πνεῦμα ἐποτίσθημεν» (Α΄ Κορ. ιβ΄ 13). Κατά τὸν ἀπόστολον Παῦλον οἱ λαοί τῶν ἐθνῶν δὲν πρόκειται νὰ συγκεντρωθοῦν εἰς τὸν ναόν τοῦ Θεοῦ, ἀλλά θὰ γίνουν ἕν μὲ τὸν λαόν τοῦ Θεοῦ καὶ θὰ καταστοῦν αὐτοί κατοικητήριον καὶ ναός τοῦ Θεοῦ: «Ἄρα οὖν οὐκέτι ἐστὲ ξένοι καὶ πάροικοι, ἀλλ΄ ἐστέ συμπολῖται τῶν ἁγίων καὶ οἰκεῖοι τοῦ Θεοῦ, ἐποικοδομηθέντες ἐπὶ τῷ θεμελίῳ τῶν ἀποστόλων καὶ προφητῶν, ὄντος ἀκρογωνιαίου αὐτοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐν ᾧ πᾶσα ἡ οἰκοδομὴ συναρμολογουμένη αὔξει εἰς ναὸν ἅγιον ἐν Κυρίῳ, ἐν ᾧ καὶ ὑμεῖς συνοικοδομεῖσθε εἰς κατοικητήριον τοῦ Θεοῦ ἐν πνεύματι» (Ἐφεσ. β΄ 19-22).

Ἡ ἀναφορά αὐτή μεταθέτει τὸ κέντρον τῆς ὀρθοδόξου ἱεραποστολικῆς πορείας καὶ μαρτυρίας πρὸς τὰ ἔθνη. Αὐτό τὸ κέντρο δὲν εὑρίσκεται πλέον οὔτε εἰς τὸ ὄρος Σιών καὶ τὴν καρδίαν τῆς Ἰερουσαλήμ, οὔτε εἰς τὰ ἔθνη, οὔτε εἰς τὴν πατρίδα ἑκάστου ἐξ ἡμῶν. Εὑρίσκεται εἰς Αὐτόν τὸν Ἰησοῦν Χριστόν: «ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ Πατρός μου μοναὶ πολλαί εἰσι... καὶ ἐὰν πορευθῶ καὶ ἑτοιμάσω ὑμῖν τόπον, πάλιν ἔρχομαι καὶ παραλήψομαι ὑμᾶς, ἵνα ὅπου εἰμὶ ἐγώ, καὶ ὑμεῖς ἦτε» (Ἰωάν. ιδ΄ 2-3). Ἡ «οἰκία» τοῦ Πατρός καὶ αἱ «μοναί» δὲν πρέπει νὰ νοηθοῦν διὰ τῶν κατηγοριῶν τοῦ χώρου καὶ τοῦ χρόνου. Ἡ ἀρχιερατική προσευχή καθορίζει: «Ἐγὼ εἰμί ἐν αὐτοῖς καὶ σὺ ἐν ἐμοί, ἵνα ὦσι τετελειωμένοι εἰς ἕν» (Ἰωάν. ιζ΄ 23). Τὸ «ποῦ» τοῦ Χριστοῦ εἶναι «ὁ κόλπος τοῦ Πατρός» (Ἰωάν. α΄ 18). Συνεπῶς κέντρον, εἰς τὸ ὁποῖον διὰ τῆς ὀρθοδόξου ἱεραποστολῆς θὰ κατευθυνθῇ ἡ ἡνωμένη ἀνθρωπότης, εἶναι ἡ Ἁγία Τριάς. Εἰς αὐτό ὁδηγεῖ τὴν οἰκουμένην τῶν ἐθνῶν ἡ ἱεραποστολική πορεία τῆς Ὀρθοδοξίας, «εἰς ἕν», «εἰς μίαν βασιλείαν οὐράνιον».

Λόγοι ἱστορικοί,  ἐξωτερικοὶ  ἠνάγκασαν κατὰ τοὺς τελευταίους αἰῶνας τοὺς Ὀρθοδόξους νὰ ἀποσύρωνται εἰς τὰ «ἴδια», δία τὴν διατήρησιν  τῆς  πίστεώς των, καὶ νὰ δημιουργοῦν κλειστοὺς τοπικοὺς κύκλους. Ἡ τακτικὴ αὐτή, ἴσως ἐπιβεβλημένη εἰς πολλάς περιπτώσεις, ἐνέχει τὸν κίνδυνον νὰ ὁδηγήσῃ εἰς μίαν τάσιν ἀπομονωτισμοῦ καὶ θρησκευτικοῦ ἐπαρχιωτισμοῦ . Εἶναι ὅμως σαφὲς ὅτι ἡ ἀκινησία εἰς τὴν οἰκουμενικὴν πορείαν τῆς Ἐκκλησίας σημαίνει ἄρνησιν αὐτῆς τῆς Ὀρθοδοξίας.

Ἡ μνημόνευσις τῆς «ἀπὸ περάτων ἕως περάτων τῆς Οἰκουμένης» Ἐκκλησίας,  κατὰ τὴν τέλεσιν  τῆς Θείας Λειτουργίας τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, δεικνύει ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία δὲν εἶναι μία συνομοσπονδία Ἐκκλησιῶν, ἀλλὰ ἡ «Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία», εἰς τὴν ὁποίαν ὁ Κύριος ἐνεπιστεύθη τὴν συνέχισιν τοῦ ἀπολυτρωτικοῦ Του ἔργου, τῆς σωτηρίας τοῦ σύμπαντος κόσμου. Συνεπῶς ἂν ἡ Ὀρθοδοξία δὲν ἐναγκαλίζηται μετ᾿αὐτοῦ τοῦ ὁρισμοῦ τῆς οἰκουμενικότητος, ἁπλῶς ἀρνεῖται τὸν ἑαυτό της.

Ἀληθής, γνησία, ἀνόθευτος, ἀκαινοτόμητος Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ πορεία πρὸς τὴν οἰκουμένην, πρὸς πάντα τὰ ἔθνη, πορεία τῆς ὁδοῦ, τὴν ὁποίαν διαγράφουν τὰ αἱματόβρεχτα ἴχνη τοῦ Χριστοῦ.

Σχετικά Άρθρα