Οι τυχεροί... οι μετανάστες

ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΟ ΜΟΥ ΠΟΥΛΙ - Α’ ΜΕΡΟΣ
Σάβ, 11/07/2020 - 19:28
Ξενιτεμένο μου πουλί

Ξενιτεμένο μου πουλί

αυτού στα ξένα που ‘σαι,

σου στέλνω μήλο σέπεται

κυδώνι μαραγκιάζει

 

Σου στέλνω και το δάκρυ μου

Σ’ ένα χρυσό μαντίλι

Το δάκρυ είναι καυτερό

Και καίει το μαντίλι

 

...σύρε στην πατρίδα σου

σε καρτερεί η φαμελιά σου!

 

Ρίζες στην παράδοση (Ηπειρώτικο τραγούδι)

Χρήστος Λεοντής: Συνθέτης

 

Κάθε φορά που μαθαίναμε στην προηγούμενη δεκαετία των συσσιτίων, της ανεργίας, της απελπισίας, των μνημονίων για κάποιο συμπατριώτη μας, ότι μετανάστευε σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα, ή ακόμη και σε άλλη Ήπειρο, μήπως αρκετοί από μας, ενδόμυχα δεν σκεφτόμασταν;... «Τυχεροί! Αυτοί πρόλαβαν και έφυγαν νωρίς». Ίσως, γιατί, νιώθαμε ότι εκείνοι κατάφεραν, να φύγουν εγκαίρως, να διασωθούν από τη Χίο, την Ελλάδα, από ένα σύγχρονο «ΤΙΤΑΝΙΚΟ» που βυθίζονταν... Παρά τον παγκόσμιο χαρακτήρα της κρίσης, ακόμη μέσα στη συνείδησή μας, είχε καταγραφεί, η Αμερική, ως η «Γη της Επαγγελίας».

Στα χνάρια των ελλήνων μεταναστών – αριθμών

Από τη μια, οι καλοκαιρινές επισκέψεις των ελληνοαμερικάνων μεταναστών, των προηγούμενων δεκαετιών, δεύτερης γενιάς... Με τα ακριβά ρούχα, την οικονομική άνεση, τα εντυπωσιακά κοσμήματα, τα ελκυστικά αξεσουάρ, όλα συνέτειναν στη διατήρηση μιας, ανθεκτικής στο χρόνο θεώρησης, ότι η Αμερική... ήταν -ακόμη- η χώρα του «εύκολου, γρήγορου πλουτισμού».

Έπαιξαν βέβαια ρόλο και οι υπερπαραγωγές του αμερικανικού κινηματογράφου. Κάποιες αξιόλογες, κάποιες καθαρά διθυραμβικές για το κυρίαρχο οικονομικο-κοινωνικό, καπιταλιστικό μοντέλο. Από κοντά και οι αμερικάνικες σαπουνόπερες, τύπου Κιμ Καρντάσιαν, τα αμερικανικά ριάλιτι που αντέγραφαν πιστά μεγάλα ελληνικά ΜΜΕ... Όλα αυτά συνέτειναν ώστε το «αμερικάνικο όνειρο», ακόμη και εν μέσω κρίσης, να φαντάζει πολύ ρεαλιστικό. Πολλή δελεαστική η Αμερική των τηλεοπτικών εκπομπών, σε σχέση με τη διψήφια ανεργία στην Ελλάδα, τα λουκέτα στα μαγαζιά, τις περικοπές σε συντάξεις, τους άστεγους της χώρας μας... Εκατοντάδες χιλιάδες οι μετανάστες μας... Κάθε βράδυ στα δελτία ειδήσεων μεγαλύτερα νούμερα που με δύο βαλίτσες, έφευγαν για την Αμερική, όχι όμως για διακοπές!

Άνθρωποι - νούμερα που ξεχάστηκαν, ή μήπως «θάφτηκαν» κάτω από τους εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς της Νέας Υόρκης, κάτω από το βάρος της πανδημίας του κορωνοϊού. Ποιος τους θυμάται, τους μετανάστες, ακόμη και από τη Χίο, πήραν το ίδιο αεροπλάνο, εν μέσω κρίσης, εκτός από την οικογένειά τους και τους φίλους τους, που προφανώς, τους νοσταλγούν; Η Πολιτεία μήπως; Οι κυβερνήσεις που αλλάζουν; Έχυσαν κροκοδείλια δάκρυα γιατί έφυγαν, αλλά δεν έκαναν και κάτι έμπρακτο για να τους πείσουν να γυρίσουν πίσω. Εννοώ προ κορωνοϊού. Τι κάνουν, πού βρίσκονται οι «Μετανάστες - Αριθμοί», που άφησαν πίσω τους τη... Μυροβόλο Χίο και σκορπίστηκαν στους πέντε ανέμους; Με αυτό τον προβληματισμό, βρεθήκαμε, στα διαδικτυακά χνάρια, ενός ζευγαριού που άφησε πίσω του την πανέμορφη, την πάλαι ποτέ «Αρχόντισσα της Αμανής», τη Βολισσό, με προορισμό την Αμερική. Λίγα κουμπιά πατήθηκαν στο laptop και σε μερικά δευτερόλεπτα, με ασύλληπτη για το παρελθόν ταχύτητα, αλλά και τρόπο, επικοινωνήσαμε με τη συμπατριώτισσά μας Μαρία Μωράκη - Βυζανιάρη, στον Λονγκ Άιλαντ, κοντά στη Ν. Υόρκη.

«Δεν είναι ζωή εδώ»

Με την Μαρία, μια γυναίκα γλυκιά, απλή, αποφασιστική, με συγκροτημένη σκέψη, ένα αληθινό χαμόγελο στο πρόσωπο, μιλούσαμε σχεδόν δύο ώρες. Πρόθυμη, με οικειότητα που αναπτύχθηκε αμέσως, δέχθηκε να απαντήσει στις ερωτήσεις μου που μάλλον έμοιαζαν με επικοινωνία, δύο ανθρώπων που γνωρίζονταν και είχαν να τα πουν χρόνια. Στην αρχή κάπου χαθήκαμε, όταν η Μαρία ανακαλούσε αναμνήσεις, γλυκόπικρες, που έβγαιναν στην επιφάνεια χωρίς σωστή χρονική αλληλουχία.

Το πρώτο, σπονδυλωτό ερώτημα που έδωσε ώθηση για να φτάσουμε στην ουσία της πραγματικότητας, γύρισε την Μαρία, πολύ - πολύ πίσω. Μόνο η πρώτη λέξη «Γιατί...» ήταν αρκετή για να αρχίσει η Μαρία να ξετυλίγει το κουβάρι των αναμνήσεων. Κάπου στα μέσα περίπου της «μαύρης δεκαετίας των μνημονίων». Η ζωή της με τον άντρα της, Μάρκο Βυζανιάρη, φαινόταν να έχει δρομολογηθεί καλά. Τουλάχιστον έτσι νόμιζαν...

Είχαν ανοίξει ένα βενζινάδικο πριν το γεφυράκι στη Βολισσό. Το πάλευαν. Πρόσμεναν και τη στήριξη των Βολισσιανών, των κατοίκων της Αμανής, φυσικά και των τουριστών. Μέχρι που τους «χτύπησε» το «τσουνάμι» της οικονομικής κρίσης... Το οικοδόμημα των ονείρων που με κόπο είχαν κτίσει, άρχισε να σείεται επικίνδυνα.

Πολύ φυσικά, με την ευκολία της απόστασης από τη δραματική εκείνη στιγμή, η Μαρία επανέλαβε τη φράση που είπε στον άνδρα της, εκείνη τη στιγμή που σταμάτησε η δική τους Γη να γυρίζει.

«Δεν είναι ζωή εδώ στη Χίο», είπε μια μέρα στον άντρα της, κοντά στο 2013. Η απόφαση που πάρθηκε από κοινού κάτω από τον κίνδυνο των χρεών που τους έπνιγαν, του τζίρου που είχε πέσει, της βαριάς φορολογίας... έπεσε σαν «βόμβα» στην οικογένειά της. Ειδικά τη δική της, που λίγο καιρό πριν έχασε πρόωρα, αδόκητα, το άλλο τους παιδί, το γιο τους, παντρεμένο και με μωρό παιδί. Ο ξενιτεμός της κόρης τους, άλλη μια μαχαιριά στην καρδιά τους. Τότε ήταν που η σταθερή -μέχρι εκείνη τη στιγμή- φωνή της Μαρίας «έσπασε». Πίσω της το βαρύ πένθος, τα μνημόνια, τα λουκέτα, τα χρέη, τα συσσίτια, ακόμη και στη Χίο. Μπροστά τους, σε ένα εντυπωσιακό, αστραφτερό κουτί με ένα μεγάλο φιόγκο στα χρώματα της αστερόεσσας. Στο εσωτερικό του, σαν να ήταν γιορτές, μια γυάλινη μπάλα, με κουκλίστικα σπίτια, με αυλές, ακριβά αυτοκίνητα, μεγάλες βιτρίνες, ουρανοξύστες. Μια άνετη, ξέγνοιαστη, ασφαλής ζωή...

Μια φωτογραφία του νεκρού αδελφού και μια εικόνα

Η ερώτηση που θα ήθελα να είχα αποφύγει, γιατί έκανε την Μαρία να κλάψει ήταν: «Τι πήρες, φεύγοντας από το σπίτι σου, σαν το πιο πολύτιμο για σένα;». Σταμάτησε για λίγα δευτερόλεπτα, μέχρι να βρει δύναμη να απαντήσει. Έμοιαζε ατελείωτη η σιωπή της. Αμηχανία και για τις δυο μας. «Μια φωτογραφία του αδελφού μου που είχε σκοτωθεί πρόσφατα, σε ένα δυστύχημα και μια εικόνα του Ταξιάρχη».

Μέλημά της, εκείνη τη μέρα - ορόσημο για την απαρχή της ξενιτιάς ήταν μέχρι το τελευταίο λεπτό να μην τύχει και την δουν οι χαροκαμένοι γονείς της να φεύγει. Προσπαθούσε απεγνωσμένα να κρύψει έστω και από μια αχτίδα του πρωινού ήλιου, τα δάκρυα που ανεξέλεγκτα κυλούσαν από τα μάτια της.

Ανώμαλη προσγείωση και ένας... λαθρεπιβάτης

Δεν χρειάστηκε πολλή ώρα, από την προσγείωσή τους στο αεροδρόμιο, για να νιώσουν την πρώτη μεγάλη απογοήτευση από την Αμερική των... ονείρων τους! Το δωμάτιο που τους πήγε το μεσιτικό γραφείο, ήταν πολύ μικρό, πολύ ακριβό, πολύ σκοτεινό, πολύ βρόμικο, πολύ άδειο. Άκρως απογοητευτικό! Η πρώτη «ανώμαλη προσγείωση» του ζευγαριού νέων χιωτών μεταναστών στην Αμερική! Πρόσκαιρη λύση, η ευγενική φιλοξενία τους από τα ξαδέλφια του άντρα της, από την Παρπαριά. Μόνο που εκείνες τις μέρες, ανακάλυψαν ότι δεν είχαν φέρει μόνο τα ρούχα τους από τη Χίο, την Ελλάδα. Προς έκπληξη όλων, ανακαλύφθηκε ένας μικρός «λαθρεπιβάτης» που ταξίδεψε μαζί τους, χωρίς εισιτήριο... Ναι! Η Μαρία ήταν έγκυος! Η χαρά τους, όπως την περιγράφει η Μαρία... μεγάλη! Συναγωνιζόταν, ωστόσο, σε μέγεθος την στεναχώρια και το άγχος που τους προκάλεσαν τα ανέλπιστα προβλήματα που τους «υποδέχτηκαν» εκεί... Η Μαρία δεν ήξερε τη γλώσσα, ο άντρας της δεν είχε δουλειά και τα ενοίκια σε μια πιο φωτεινή και ήσυχη περιοχή από το κέντρο, ήταν δυσθεώρητα. Η «πτώση» από το «αμερικάνικο όνειρο» στη σκληρή πραγματικότητα -χωρίς αλεξίπτωτο- συνεχίστηκε. Σε βαθμό τέτοιο που έκανε την Μαρία να σχολιάζει, περιγράφοντας το «ανώμαλο έδαφος» που βρήκαν φτάνοντας μόλις στην Αμερική, με τις φράσεις «Άλλο νόμιζα ότι ήταν η Αμερική, και άλλο αντίκρυσα. Νόμιζα ότι η ζωή ήταν εύκολη. Μαζεύεις με άνεση τα λεφτά».

Τα ενοίκια κινούνται, σε πιο ήρεμες περιοχές, όπως το Λονγκ Άιλαντ, σε δυσθεώρητα ύψη, ειδικά για τους νέους μετανάστες. Ένα σπίτι με 2 δωμάτια έφτανε τα 2.200 δολάρια το μήνα. «Τσουχτερές» ήταν και οι ασφάλειες των αυτοκινήτων. Για 2 αμάξια πλήρωναν 250 ευρώ το μήνα, θυμάται με εκπληκτική ακρίβεια, τα νούμερα που έβαλαν νέα ασφυκτικά όρια, στην... ελεύθερη από οικονομικά βάρη ζωή, που μέσα στο μυαλό τους είχαν φανταστεί, ότι τους περίμενε εκεί. Με ορθάνοιχτες, μάλιστα τις πόρτες! Αλλά...

Περισσότερα από το γερασμένο, χωρίς «πλαστικές», πρόσωπο του «αμερικανικού ονείρου», όπως το έζησαν οι δύο χιώτες μετανάστες από τη Βολισσό, διωγμένοι από την ίδια τους την πατρίδα κι αυτούς που την κυβέρνησαν, στο επόμενο φύλλο της ΑΛΗΘΕΙΑΣ.

 

Ευγενία Κώττη

 

Υ.Γ.: Όποιος θέλει να κάνει κατάθεση ψυχής, με το αντικείμενο αυτό ας επικοινωνήσει μαζί μου στην Αλήθεια.

Σχετικά Άρθρα