Χίος, Τρίτη 25 Φεβρουαρίου

Η Βολισσός τίμησε το Πολυτεχνείο και τον Αλ. Παναγούλη

Παρουσία του αδελφού του Στάθη Παναγούλη και του Κώστα Μαρδά
Δείτε τις Φωτογραφίες
Παρ, 15/11/2019 - 18:09

Πως δεν χάνεται η ουσία μέσα σε πράγματα ουσιαστικά μεν αλλά χιλιοειπωμένα;

Τόσα χρόνια κανείς δεν σκέφθηκε τον άνθρωπο, που έβαλε βόμβα να τινάξει στον αέρα τον Δικτάτορα Παπαδόπουλο.

Όχι πως μας ήταν άγνωστος ο Αλέξανδρος Παναγούλης, απλά δεν το είχαμε συνδέσει με το Πολυτεχνείο.

Όπως δεν συνδέσαμε ότι το μοναδικό πλήρες βιβλίο για τον ήρωα, το έχει γράψει ένας κατάδικος μας άνθρωπος, ο δημοσιογράφος, συγγραφέας και πάνω απ’ όλα ποιητής Κώστας Μαρδάς.

Και έτσι αυτό που δεν σκεφθήκαμε όλοι μαζί, να φέρουμε τον Κώστα Μαρδά να μιλήσει μπροστά σε όλους τους μαθητές του νησιού, το σκέφθηκε το ανήσυχο αλήθεια μυαλό του Γυμνασιάρχη της Βολισσού και κατά την άποψη μας δημοσιογράφου – ερευνητή Σωτήρη Παραδείση.

Έτσι ζήσαμε το πρωί της Παρασκευής μια μυσταγωγία. Από την μια μαθητική εκδήλωση για το Πολυτεχνείο από τους λιγότερους από τρείς δεκάδες μαθητές του Γυμνασίου με Λυκειακές τάξεις της Βολισσού και από την άλλη τους ίδιους τους μαθητές σε ρόλο δημοσιογράφων να ρωτούν τον Κώστα Μαρδά και τον αδελφό του Αλέξανδρου Στάθη Παναγούλη, γνωστού επίσης αγωνιστή της Δημοκρατίας, πρώην υπουργού και πολλές φορές Βουλευτή, με πολλές περγαμηνές και κυριότερη ότι τρείς φορές τον διέγραψαν από τις Κοινοβουλευτικές ομάδες που ανήκε επειδή είχε το θάρρος να λέει τη γνώμη του!  

  Ο ίδιος εξήγησε στα παιδιά τα αγαθά της Δημοκρατίας και μίλησε ελάχιστα για τους δικούς του αγώνες, περιοριζόμενος κυρίως να ακούει τους άλλους να μιλούν για τον αδελφό του.

Στην εκδήλωση παρευρέθηκαν ο Αντιδήμαρχος Αμανής Σιδερής Ντομάτας, Ιωνίας Γ. Κλιαμενάκης, η Δημοτική Σύμβουλος Αμανής Βιβή Ποταμούση, εκπρόσωπος του Στρατιωτικού Διοικητή και του Αστυνομικού Διευθυντή, ο Αντιστράτηγος ε.α. Χρίστος Δρίβας, ο πρώην Δήμαρχος Χίου Μ. Μεννής, αρκετοί προσκεκλημένοι και γονείς των παιδιών.

Στην αρχή της εκδήλωσης ο Γυμνασιάρχης Σ. Παραδείσης είπε τα εξής:

Μέσα στα εκατομμύρια των ανθρώπινων υπάρξεων βρέθηκαν κάποιοι άνθρωποι που «χόρεψαν πάνω στο φτερό του καρχαρία». Μέσα στο πλήθος των ανθρώπων που αρκούνται στην ηδονή της επιβίωσης βρέθηκαν κάποιοι που ξεπέρασαν την ανθρώπινη φύση. Μέσα στο ευρύτερο σύνολο των αρνούμενων να αποτινάξουν τα βαρίδια της προσκόλλησης στο ευτελές και ασήμαντο βρέθηκαν κάποιοι που αποτίναξαν τα δεσμά τους και άγγιξαν το ουσιαστικό και πολύτιμο. Κάποιοι ελεύθεροι πολιορκημένοι που σε καιρούς χαλεπούς αν και πατούσαν σταθερά στη γη, πέταξαν σε ανώτερες σφαίρες αξιών και ιδανικών.

Ένας απ΄αυτούς ήταν ο Αλέξανδρος Παναγούλης. Ο κορυφαίος του αντιδικτατορικού αγώνα. Ο ασυμβίβαστος. Ο τολμηρός. Ο γενναίος. Ο αξιοπρεπής. Ο μαχητής. Ο άνθρωπος που έγραψε ιστορία και έγινε θρύλος.

Αυτό το σύμβολο της Δημοκρατίας, αυτό το πρότυπο ήθους τιμούμε σήμερα. Αυτό το παράδειγμα θέλει να προβάλλει η σχολική μας κοινότητα στα νέα παιδιά.

Για μας είναι μια μεγάλη τιμή η παρουσία στο σχολείο μας δυο σημαντικών ανθρώπων που ανταποκρίθηκαν στην πρότασή μας και ήρθαν από την Αθήνα για να μας γνωρίσουν καλύτερα τον Αλέξανδρο Παναγούλη.

Ο ένας είναι ο πρώην υπουργός και βουλευτής ο κ. Στάθης Παναγούλης, αδελφός και συναγωνιστής του Αλέξανδρου Παναγούλη.

Ο άλλος είναι ο συμπατριώτης μας δημοσιογράφος και συγγραφέας κ. Κώστας Μαρδάς, ο καλός φίλος Κώστας Μαρδάς, συγγραφέας του βιβλίου «Πρόβες θανάτου – Αλέξανδρος Παναγούλης, ο ήρωας, ο ποιητής, ο πολιτικός».

Θέλουμε να ευχαριστήσουμε και τους δύο για την πρόθυμη ανταπόκρισή σας και τη σημερινή παρουσία τους εδώ.

Μεθαύριο 17 Νοεμβρίου συμπληρώνονται 46 χρόνια από τη θυσία του Πολυτεχνείου. Από την εξέγερση της νέας γενιάς ενάντια στη χούντα των συνταγματαρχών που πνίγηκε στο αίμα. Από το αίτημα για «Ψωμί – παιδεία – ελευθερία» που συνέθλιψαν οι ερπύστριες των τανκς. Ας είναι αιώνια η μνήμη των νέων παιδιών που θυσίασαν τη ζωή τους για τη Δημοκρατία, την ελευθερία, την κοινωνική δικαιοσύνη, την απεξάρτηση από τα ξένα συμφέροντα.

Μεθαύριο όμως συμπληρώνονται και 51 χρόνια από τις 17 Νοεμβρίου 1968, ημέρα έκδοσης της απόφασης του Έκτακτου Στρατοδικείου Αθηνών, με την οποία ο Αλέξανδρος Παναγούλης καταδικάστηκε δις εις θάνατον. Η στάση του μελλοθάνατου Αλέξανδρου Παναγούλη μπροστά στον επικείμενο θάνατο απέδειξε το μεγαλείο της ψυχής του.

Εδώ στη Χίο, όμως, υπάρχει και μια άλλη επέτειος. Αύριο συμπληρώνονται 48 χρόνια από τις 16 Νοεμβρίου 1971, όταν εξαφανίστηκε μυστηριωδώς ο συγκρατούμενος του Αλέξανδρου Παναγούλη, συμπατριώτης μας Σταύρος Κιολέογλου, ένα ακόμη θύμα της βίας των συνταγματαρχών. Και χαιρόμαστε  που βρίσκεται σήμερα εδώ η αδελφή του η κ. Μαρκέλλα Μυλωναδάκη – Κιολέογλου.

Η διατήρηση της ιστορικής μνήμης αποτελεί όρο ιστορικής επιβίωσης για ένα λαό. Και σ΄ αυτό αποσκοπεί η σημερινή μας εκδήλωση.

Σας ευχαριστώ»

 

Ακολούθησαν οι απαντήσεις του Κώστα Μαρδά στους μαθητές, που συνοψίζονται στην παρακάτω εισήγηση, στην οποία ας μας επιτραπεί να βάλουμε τον τίτλο

 Αλέξανδρος Παναγούλης: Ο τυραννοκτόνος από ατσάλι και λουλούδια!

 ΟΜΙΛΙΑ-ΜΑΘΗΜΑ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΜΑΡΔΆ ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΒΟΛΙΣΣΟΥ

 

 

Κυρίες, δεσποινίδες, κύριοι και αγαπητά μας παιδιά!

Στο σημερινό μας μάθημα, θα σας μιλήσω για έναν μαθητή άτακτο, παράλληλα αριστούχο στα περισσότερα μαθήματα. Που εξελίχθηκε σε σύγχρονο τυραννοκτόνο. Σε Έλληνα Θεό της γενναιότητας. Σε μοντέρνο ποιητή αλλά και νουνεχή, μυαλωμένο πολιτικό.

Γι ΄αυτό το παλληκάρι που, στις 17 Νοεμβρίου του 1968, δηλαδή σαν μεθαύριο, αντιμετώπισε με απάθεια την ανακοίνωση της ποινής του θανάτου δια τυφεκισμού!

Ο Αλέξανδρος Παναγούλης, του Βασιλείου και της Αθηνάς, γεννήθηκε στις 2 Ιουλίου του 1939 στην Αθήνα. Μεγάλωσε στη Γλυφάδα, σε μια μέση ελληνική οικογένεια δημοκρατικών στρατιωτικών. Ο πατέρας του Βασίλειος, καταγόμενος από το χωριό Δίβρη της Ηλείας, απόγονος των αγωνιστών του ’21, αξιωματικός εξ΄ εφέδρων, μαχητής στον Σαγγάριο και στο Αλβανικό μέτωπο, έφθασε μέχρι το βαθμό του αντισυνταγματάρχη.

Η μητέρα του Αθηνά, καταγόμενη από το χωριό Σίβρος της Λευκάδας, τελειόφοιτη του Σχολαρχείου, με πατέρα που είχε υποστεί διώξεις από τους βασιλόφρονες, ήταν μια άφοβη απέναντι σε κάθε κίνδυνο.

Πριν από τον Αλέξανδρο, η Αθηνά γέννησε το 1938 τον Γιώργο. Ο οποίος έγινε αξιωματικός των Καταδρομών, με πρωτοφανείς επιδόσεις στις ασκήσεις όλων των χωρών του ΝΑΤΟ. Ο υπολοχαγός Γιώργος, εγκατέλειψε τον στρατό, με σκοπό να ενταχθεί στην αντίσταση. Κατέφυγε στο Ισραήλ πηγαίνοντας για την Ευρώπη, αλλά οι ισραηλινές μυστικές υπηρεσίες τον έστειλαν στην Ελλάδα πεσκέσι στον δικτάτορα. Χάθηκε πιθανότατα στα νερά του Σαρωνικού, καθώς το φινιστρίνι της καμπίνας-φυλακής βρέθηκε ανοικτό.

Το 1946 η Αθηνά γέννησε τον Στάθη, που κατόπιν εντάχθηκε κι αυτός στον αγώνα κατά της Χούντας, εισπράττοντας φυλακίσεις, καταδίκες και εξορία.

Θα έλεγε κανείς ότι τους έγινε οικογενειακή υπόθεση η πάλη κατά της δικτατορίας με προσωπικό κόστος ζωής και θανάτου.

Ο Αλέξανδρος Παναγούλης ξεχώρισε για τις επιδόσεις του στα μαθήματα του εξαταξίου -τότε- γυμνασίου (20 στα Θρησκευτικά, 19 στα Μαθηματικά, 20 στην Ιστορία, 19 στη Φυσική, 14 στα Αρχαία και ένα οκταράκι στα Λατινικά, αλλά 18 στην Κοσμογραφία). Άριστος όμως και στις διασκεδάσεις του. Τα γλέντια στην Πλάκα έφθαναν τα αρχαιοελληνικά όρια του Βάκχου και του Συμποσίου του Πλάτωνος… Πειραχτήρι στο σχολείο. Αλλά και προστατευτικός στους αδύναμους συμμαθητές του. Δεν άφηνε σε χλωρό κλαδί όποιον καθηγητή συμπεριφερόταν με αυταρχισμό. Και μια φορά ήρθε στα χέρια με τον καθηγητή της Ωδικής, ο οποίος σήκωνε χέρι, σε αγόρια και κορίτσια, - όπως ήταν τότε το… βάρβαρο έθιμο… στην αυταρχική εκπαίδευση του 1960… Και βάλε…

Από εφηβική του ηλικία είχε ενταχθεί στη νεολαία της Ενώσεως Κέντρου. Πρωτοστατούσε στις διαδηλώσεις. Ήταν γνώριμος της αστυνομίας και της δικαιοσύνης, δύο θεσμοί που κυριαρχούντο από το κράτος της τότε Δεξιάς. Απέναντι στα αστυνομικά γκλομπς, αμύνετο συνήθως με ευμεγέθη καδρόνια από οικοδομές… Και, δόξα τω Θεώ, τότε η ανοικοδόμηση στο αθηναϊκό κέντρο ήταν στο φόρτε της…

Όντας φοιτητής του πολύ δύσκολου τμήματος ηλεκτρολόγων-μηχανολόγων του Μετσόβιου Πολυτεχνείου, όπου εισήλθε από τους πρώτους, αποφάσισε να διακόψει τις σπουδές του το 1966 και, υπηρετώντας σε μονάδα πυροβολικού στη Βέροια, λιποτάκτησε από τον στρατό της Χούντας. Λιποτάκτησε για να στρατευτεί στον δυναμικό αγώνα κατά της φιλομερικανικής δικτατορίας.

Χρησιμοποιώντας το διαβατήριο του Κύπριου φοιτητή του Παντείου, ταξίδεψε αεροπορικώς στην Κύπρο όπου τον έκρυψαν ομοϊδεάτες του στα σπίτια τους. Ήρθε σε επαφή με τον αγωνιστή της ΕΟΚΑ, Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών, Ανδρέα Παναγιώτου ο οποίος τον ενημέρωνε πώς να ξεφεύγει από τη μυστική υπηρεσία της Κύπρου, καθώς οι δικτάτορες στην Αθήνα είχαν κοινοποιήσει στις εφημερίδες τη φωτογραφία του, καταζητώντας τον για λιποταξία.

Μη αντέχοντας όμως άλλο να κρύβεται, ζήτησε από τον Ανδρέα Παναγιώτου να τον πάει στο γραφείο του υπουργού Δημόσιας Τάξης και Άμυνας, Πολύκαρπου Γεωρκάτζη. Ο Γεωρκάτζης ήταν προσωπικός φίλος του Ανδρέα Παναγιώτου. Επρόκειτο για έναν αγωνιστή που είχε γίνει μυθικό όνομα, καθώς είχε ξεφύγει πλειστάκις από τα μπλόκα των Άγγλων αποικιοκρατών. Τους οποίους χτυπούσε αλύπητα.

Κατά την τετ α τετ συνάντηση Παναγούλη – Γεωρκάτζη στο υπουργικό γραφείο, ο καταδιωκόμενος, από τον Γεωρκάτζη, Παναγούλης έπεισε τον αρμόδιο… διώκτη του να του χορηγήσει διαβατήριο προς την Ευρώπη.

Ο δαιμόνιος υπουργός, συγκλονισμένος από τη στάση του νεαρού υποψήφιου τυραννοκτόνου, δέχθηκε να τον βοηθήσει με όλα τα μέσα. Του διέθεσε μια ομάδα αγωνιστών της ΕΟΚΑ, που είχαν ενταχθεί στην υπηρεσία πληροφοριών και με την ανοχή του Προέδρου και Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, του χορήγησε διαβατήριο για την Ευρώπη.

Και τότε συνέβη το εκπληκτικό φαινόμενο: Οι πρώην… διώκτες του να τον εκπαιδεύουν στις επιτυχείς εκρήξεις σε μυστικούς χώρους βολής της Κύπρου.

Ο Παναγούλης, αφού περιήλθε τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες αναζητώντας συμμαχητές για την εκτέλεση του δικτάτορα Γεωργίου Παπαδόπουλου, και αφού απογοητεύτηκε από την λειψανδρία, ήρθε στην Αθήνα όπου συγκρότησε την αντιστασιακή του ομάδα, έχοντας πάλι την απίθανη βοήθεια του Κύπριου υπουργού. Με ποιο τρόπο; Ο Γεωργάτζης, όταν συναντιόταν με τον κουμπάρο του δικτάτορα Παπαδόπουλο (ο Παπαδόπουλος του είχε βαφτίσει το γιο του Κωνσταντίνο, σημερινό δημοκράτη δήμαρχο Λευκωσίας), του αποσπούσε πληροφορίες, τις οποίες κατέγραφε σε μαγνητόφωνο, ενημερώνοντας τον Παναγούλη.

Και το πιο κινηματογραφικό: Ο Γεωρκάτζης έδωσε εντολή σε ανθρώπους του, να προμηθεύσουν τα αναγκαία εκρηκτικά στον Παναγούλη μέσω του διπλωματικού σάκου της εν Αθήναις κυπριακής πρεσβείας. Ένας μυημένος στην οργάνωση πήγαινε στην πρεσβεία και ζητούσε το δέμα με τα… βιβλία που περίμενε από τη Λευκωσία.

Με μια ομάδα συμφοιτητών του, φίλων του και συναγωνιστών του από την Ένωση Κέντρου, συγκρότησαν την οργάνωση Ελληνική Αντίσταση με εκείνον αρχηγό.

Ήταν Τρίτη και 13 Αυγούστου του 1968, ώρα 8 παρά είκοσι το πρωί στο 31ο χιλιόμετρο της οδού Αθηνών Σουνίου, όταν ο αποφασισμένος τυραννοκτόνος πυροδότησε τα εκρηκτικά που είχε τοποθετήσει μέρες πριν με συντρόφους του. Για ελάχιστα δευτερόλεπτα η πυροδότηση καθυστέρησε και το αυτοκίνητο του δικτάτορα πέρασε από το υπονομευμένο σημείο της ασφάλτου. Από την έκρηξη ανοίχθηκε ένας μεγάλος κρατήρας. Ο Παναγούλης έτρεξε. Κρύφτηκε στα βράχια. Αλλά εντοπίστηκε, μέσα σε μια εσοχή βράχου,  από εκατοντάδες αστυνομικούς, στρατιωτικούς, λιμενικούς που χτένιζαν όλη την περιοχή.

Μεταφέρθηκε με αυτοκινητοπομπή στο ειδικό ανακριτικό τμήμα της Ελληνικής Στρατιωτικής Αστυνομίας και από την πρώτη στιγμή έπεσαν πάνω του βρίζοντας τον. Χτυπώντας τον σε όλα τα σημεία του σώματος. Κρεμώντας τον μέχρι να χάσει τις αισθήσεις του. Όμως δεν άνοιξε το στόμα του. Δεν μίλησε. Δεν έδωσε το όνομα κανενός. Αντίθετα έβριζε τους βασανιστές του. Τους έφτυνε… Τους δάγκωνε. Έκανε απεργία πείνας. Ακόμα και ο διοικητής της Στρατιωτικής Αστυνομίας, ταξίαρχος Δημήτριος Ιωαννίδης, ο μετέπειτα προδόσας την Κύπρο, αναγκάστηκε να πάει στο κελί του για να δει από κοντά αυτόν τον μετρίου αναστήματος άνθρωπο, που είχε ορθώσει το ανάστημά του… Την ώρα που η μεγάλη μάζα του ελληνικού λαού συνέχιζε ήσυχα τη δουλειά της. Παρ΄ότι από την πρώτη στιγμή υπήρξαν λίγοι, αλλά αποφασισμένοι να αντισταθούν.

Στις 4 Νοεμβρίου του 1968, ημέρα Δευτέρα, ξεκίνησε η δίκη του στο στρατοδικείο μαζί με τους συγκατηγορούμενους του. Την προηγούμενη μέρα χιλιάδες Αθηναίοι συμμετείχαν στο μνημόσυνο-διαδήλωση για τον Γεώργιο Παπανδρέου - τον μέντορα του Παναγούλη. Αλλά, από τους χιλιάδες διαδηλωτές δεν βρέθηκε ούτε ένας να καταθέσει στο δικαστήριο ως μάρτυρας υπεράσπισης, εξ αιτίας του φόβου. Στη δίκη ήταν με τις χειροπέδες. Τους τις έβγαλαν μετά από διαμαρτυρίες του ιδίου. Στην απολογία του, κατήγγειλε τα φοβερά βασανιστήρια.

Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα του βουλεύματος δια του οποίου παραπέμφηκαν σε δίκη οι διαβόητοι αξιωματικοί της αστυνομίας Μάλλιος και Μπάμπαλης:

«Υπέβαλον από κοινού εις βασάνους τον Αλέξανδρον Παναγούλη, ον εκτύπουν δια των γρόθων αυτών και αστυνομικής ράβδου εις το σώμα, ελάκτιζαν αυτόν εις τα γεννητικά όργανα και υπέβαλον τούτον εις το μαρτύριον της φάλαγγος μέχρι λιποθυμίας. Εισήγαγον εις την ουρήθραν αυτού βελόνην και έκαιαν το έν άκρον ταύτης και δι’ αναμμένου σιγαρέττου προξένησαν εγκαύματα εις διάφορα μέρη του σώματός του».

Κατά την απολογία του ζήτησε να του επιβληθεί η ποινή του θανάτου, αναλαμβάνοντας ο ίδιος όλη την ευθύνη της απόπειρας, προσποιούμενος ότι ο Γεωρκάτζης ήταν αμέτοχος. Η καταληκτική φράση του, εντυπωσίασε ακόμα και αυτούς τους θρασύδειλους στρατοδίκες που του είχαν επιβάλλει την ποινή δις εις θάνατον:

«Το ωραιότερον κύκνειον άσμα παντός αγωνιστού είναι ο επιθανάτιος ρόγχος προ του εκτελεστικού αποσπάσματος».

Μεταφέρθηκε στις φυλακές Αίγινας όπου θα γινόταν η εκτέλεση. Τον ξύπνησαν στις 25 Νοεμβρίου και του είπαν να ετοιμαστεί, ενώ από το προαύλιο ακουγόταν ο ήχος των όπλων του αγήματος που βρισκόταν ήδη εκεί για να εκτελεστεί η απόφαση του στρατοδικείου. Παρά τις επανειλημμένες προτροπές των χουντικών αξιωματικών να υπογράψει αίτηση χάριτος, εκείνος αρνιόταν μέχρι τέλους.

Οι δικτάτορες δεν τόλμησαν να τον εκτελέσουν, διότι ένα πανευρωπαϊκό κίνημα αλληλεγγύης είχε οργανωθεί με επικεφαλής τον αδερφό του Στάθη. Δυστυχώς, αυτό που έκανε ο γραμματέας του ΟΗΕ, ο Πάπας της Ρώμης και εκατοντάδες προσωπικότητες και Μέσα Ενημέρωσης της Δύσης, δεν το έκανε η ελληνική Εκκλησία στην οποία προσέφυγε το Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών, ζητώντας από τον τότε αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο να παρακαλέσει τον δικτάτορα να αποφύγει την εκτέλεση, κάνοντας έκκληση των αρχών της επιείκειας και του ελέους, που επιβάλλει ο Χριστιανισμός. Ο Αρχιεπίσκοπος, απαντώντας στη σχετική επιστολή, σημείωσε «Φοβούμαι ότι η πλειονότης της Εκκλησίας της Ελλάδος θα χαρακτηρίσει την ενέργειά σας ως πολιτική και θα την απορρίψει. Η μέθοδος της δολοφονίας ως πολιτικής πράξεως, η οποία έχει εισαχθεί προσφάτως σε ορισμένα κράτη, είναι ιδιαιτέρως αποκρουστική στη δημόσια γνώμη της Ελλάδος ανεξαρτήτως πολιτικής τοποθετήσεως. Δια τούτο, μια επέμβασις προς βοήθεια δολοφόνου, θα ήτο εναντίον αυτού».

Όμως, αυτό που δεν έκανε η ηγεσία της εκκλησίας το έπραξε ο ίδιος ο δικτάτορας επιδεικνύοντας επιείκεια. Η εκτέλεση του Παναγούλη αναβλήθηκε και μεταφέρθηκε στις στρατιωτικές φυλακές Μπογιατίου.

Επί έξι μήνες κοιμόταν στο δάπεδο και έτρωγε φορώντας τις χειροπέδες. Συνέχισε τις διαμαρτυρίες, τις προκλήσεις και τις λεκτικές επιθέσεις, στοχοποιώντας τον ίδιο τον διευθυντή των φυλακών. Σε τέτοιο βαθμό, που του δημιούργησε ψυχολογικά προβλήματα ,καθώς διέδιδε διάφορα γύρω από τις ερωτικές προτιμήσεις του…

Όταν χαλάρωσαν τα βασανιστήρια πήρε δυνάμεις. Τη νύχτα της 5ης προς την 6η Ιουνίου του 1969 δραπέτευσε από τις φυλακές μαζί με τον φρουρό εκείνης της βραδιάς, τον δημοκρατικό κρητικό Γιώργο Μοράκη ο οποίος υπηρετούσε την στρατιωτική του θητεία και ο οποίος, μη αντέχοντας να βλέπει τις άθλιες συνθήκες κράτησης, του προμήθευσε μια στολή στρατιώτη, του άνοιξε το κελί και, υπερπηδώντας την περιτείχιση του στρατοπέδου, πήραν το λεωφορείο της γραμμής για την Αθήνα.

Σε ένα διαμέρισμα της οδού Πάτμου, στα Πατήσια, φιλοξενήθηκαν από έναν ξάδερφο του Παναγούλη που συγκατοικούσε με έναν άλλο φίλο του. Εν τω μεταξύ, η δικτατορία είχε επικηρύξει τον Παναγούλη με το ποσόν των 500 χιλιάδων δραχμών. Την τρίτη ημέρα η αστυνομία, έχοντας τα κλειδιά του διαμερίσματος, μπήκε αιφνιδιαστικά και τον συνέλαβε μαζί με τον απελευθερωτή του στρατιώτη Μοράκη. Ο ξάδερφος, όπως προκύπτει από έγγραφα που παρουσιάζω στο βιβλίο μου «Αλέξανδρος Παναγούλης – Πρόβες θανάτου», είχε εισπράξει με τον συγκάτοικό του το εν λόγω ποσόν… Επιπλέον, εξασφάλισαν και οι δύο διορισμό στο δημόσιο. Ο ένας διορίστηκε στη γραμματεία του Πανεπιστημίου Αθηνών και ο άλλος στην Ολυμπιακή. Λίγους μήνες μετά, ο Παναγούλης σε γράμμα προς το πανευρωπαϊκό κοινό που κατάφερε να στείλει μέσω επισκεπτηρίου της μητέρας του, κατονόμασε τους καταδότες του: Πατίστας και Περδικάρης.

Το 1971, μέσω δεσμοφυλάκων του-βασανιστών, οι οποίοι, λόγω των τύψεων τους, τον βοηθούσαν, κατόρθωσε να στείλει στον αδερφό του Στάθη στην Ιταλία, ποιήματα γραμμένα σε μικροσκοπικά χαρτάκια. Εκδόθηκαν με την επιμέλεια του συγγραφέα Βασίλη Βασιλικού και με πρόλογο του κορυφαίου σκηνοθέτη και κινηματογραφιστή Πιέρ Πάολο Παζολίνι. Πρόκειται για ποιήματα που υπερέβαιναν βαθμηδόν την ρητορικότητα και κατακτούσαν το ύψος της αυθεντικής ποίησης.

«Θέλω να προσευχηθώ
με την ίδια δύναμη που θέλω να βλαστημήσω
Θέλω να τιμωρήσω
με την ίδια δύναμη που θέλω να συγχωρήσω
Θέλω να νικήσω
αφού δεν μπορώ να νικηθώ»

Στη δεύτερη ποιητική συλλογή έγραψε:

«Ζωντάνεψα τους στίχους
φωνή τους έδωσα
πιο φιλική να γίνουν συντροφιά.
Και οι δεσμοφύλακες ζητούσαν
να μάθουνε που βρήκα τη μπογιά.

Οι τοίχοι του κελιού
το μυστικό το κράτησαν
κι οι μισθοφόροι ψάξανε παντού
Όμως μπογιά δε βρήκαν.

Γιατί στιγμή δεν σκέφτηκαν
στις φλέβες μου να ψάξουν»

Όπως γράφει στη σημείωση κάτω από το ποίημα, τιμωρημένος με απαγόρευση μολυβιού και χαρτιού μετά από μια νέα απόπειρα απόδρασης, έκοβε τις φλέβες του και με ένα σπίρτο έγραφε με το αίμα του συνθήματα στους τοίχους για να ομορφαίνουν το κελί του.

Ο χρόνος της Χούντας περνούσε με τον ισοπεδωτικό τρόπο που περνάει ένα τανκ πάνω σε άνθη. Μετά το κίνημα των φιλελεύθερων αξιωματικών του Βασιλικού Ναυτικού τον Μάιο του 1973 ο Παπαδόπουλος κατάργησε το θεσμό της βασιλείας, αυτοανακηρύχθηκε πρόεδρος της Δημοκρατίας, ψήφισε Σύνταγμα με νόθο δημοψήφισμα που προέβλεπε επταετή θητεία και ανάθεσε στον παλαιό αρχηγό του κόμματος των Προοδευτικών Σπύρο Μαρκεζίνη να προχωρήσει σε ελεγχόμενες εκλογές παρέχοντας αμνηστία στους πολιτικούς κρατούμενους.

Στις 20 Αυγούστου του 1973, ημέρα Δευτέρα, ο διευθυντής των φυλακών Μπογιατίου, Νικόλας Ζαχαράκης, πήγε στο κελί του για να του αναγγείλει το χαρμόσυνο γεγονός της αποφυλάκισής που απαιτούσε όμως αίτηση χάριτος που έπρεπε να υπογράψει. Ο Παναγούλης αρνήθηκε να υποβάλλει αίτηση, παρά τις επανειλημμένες παρακλήσεις των δεσμωτών του. Τελικά ο δικτάτορας αναγκάστηκε να αλλάξει το νομοθετικό διάταγμα ώστε η διαδικασία χάριτος να κινείται αυτεπαγγέλτως με απόφαση του υπουργού δικαιοσύνης και χωρίς αίτηση του καταδικασθέντος.

Έτσι ο Παναγούλης βγήκε από τη φυλακή και κατευθύνθηκε στο χώρο του στρατοπέδου όπου έγινε η σχετική τελετή αναγγελίας της χάριτος από τον εισαγγελέα, αφού προηγουμένως απαίτησε από τους βασανιστές-αξιωματικούς να του προμηθεύσουν γαλλικό άρωμα, καπνό για την πίπα του και να του παρουσιάσουν όπλα…

Λίγες μόλις μέρες μετά την αποφυλάκισή του έδωσε συνέντευξη στην κορυφαία ιταλίδα δημοσιογράφο Οριάνα Φαλάτσι με την οποία σχετίστηκαν και έφυγαν στην Ιταλία, όπου συνέχισε τον αγώνα του υπέρ της Δημοκρατίας.

Το 1974, στις 13 Αυγούστου – ημερομηνία της απόπειρας κατά του Παπαδόπουλου, επέστρεψε στην Αθήνα γενόμενος στο αεροδρόμιο δεκτός από συντρόφους του, καθώς είχε πέσει η Χούντα από την προδοσία της Κύπρου και είχε συγκροτηθεί κυβέρνηση εθνικής ενότητας. Μέσα σε εκείνο το πυρακτωμένο επαναστατικό κλίμα, αντιστάθηκε με τις ομιλίες του στους λαϊκιστές του ιδεολογικού του χώρου.

Στις 17 Νοεμβρίου του 1974 –άλλη σημαδιακή μέρα- εξελέγη βουλευτής με την Ένωση Κέντρου – Νέες Δυνάμεις, αλλά με τη δεύτερη κατανομή, μόλις και με τα βίας. Αφού οι Έλληνες τον ανταμείψαμε με μόλις εννέα χιλιάδες ψήφους. Αποδεικνύοντας κόμπλεξ και αμνησία.

Εκείνος όμως απέδειξε για άλλη μια φορά το μεγαλείο του. Τον Αύγουστο του 1975, όταν το πενταμελές εφετείο, μετά από πολυήμερη δίκη, επέβαλε στους πρωταίτιους του πραξικοπήματος την ποινή του θανάτου, ορθώθηκε πάλι. Ως ιππότης-πολεμιστής, ζήτησε να μην εκτελεστεί η ποινή του θανάτου, υπογραμμίζοντας ότι: « Η Δημοκρατία δεν έχει ανάγκη από τάφους».

Την πρωτομαγιά του 1976 ο Θάνατος έγραψε στην ατζέντα του: «Αλέξανδρος Παναγούλης».

Οδηγώντας με κατεύθυνση προς Γλυφάδα για το πατρικό του σπίτι, νύχτα Παρασκευής προς Σάββατο, ώρα 2 παρά πέντε, ο βουλευτής, που λίγες μέρες πριν είχε ανεξαρτητοποιηθεί από το κόμμα της Ένωσης Κέντρου, προετοιμάζοντας τη δημοσιοποίηση των αρχείων της Στρατιωτικής Αστυνομίας, δεν έφθασε ποτέ. Ένα αυτοκίνητο τρέχει δίπλα του, ενώ ένα άλλο προσκρούει στο δικό του, με αποτέλεσμα, το Μιραφιόρι που οδηγούσε, να εκτραπεί στο χωμάτινο παράδρομο. Χτυπάει σε ένα τσιμεντένιο στηθαίο και σφηνώνεται στη ράμπα ενός φανοποιείου. Ο οδηγός του ύποπτου αυτοκινήτου σταματάει λίγο πιο κάτω. Βγαίνει έξω, και, βλέποντας περίοικους να τρέχουν στο σμπαραλιασμένο αυτοκίνητο, επιστρέφει στο δικό του. Εξαφανίζεται. Κανείς δεν έμαθε ποιο ήταν το τρίτο αυτοκίνητο.

Από εκείνη την ημέρα ο Αλέξανδρος Παναγούλης πέρασε στην ιστορική αθανασία.

Επίλογος: Ο οδηγός του μοιραίου αυτοκινήτου, που χτύπησε το αυτοκίνητο του μεγάλου ήρωα, ονόματι Μιχάλης Στέφας, επάγγελμα βιοτέχνης ενδυμάτων και προοδευτικών -κατά δήλωσή του- αρχών, τιμωρήθηκε από το δικαστήριο για τροχαίο αδίκημα. Έντεκα μήνες φυλακή που εξαγόρασε προς 150 δραχμές την ημέρα και αφέθηκε ελεύθερος.

Κυρίες, δεσποινίδες, κύριοι και αγαπητά μας παιδιά.

Έγραψα τη βιογραφία του Αλέξανδρου Παναγούλη χάρις στην εμπιστοσύνη που μου έδειξε ο αδελφός και συναγωνιστής του Στάθης Παναγούλης, με τον οποίο γνωριστήκαμε στη δεκαετία του 80, όταν ήμουν νέος κοινοβουλευτικός συντάκτης της εφημερίδας Έθνος και εκείνος διαγραφείς από το ΠΑΣΟΚ βουλευτής. Αφιερώνοντας χιλιάδες ώρες έρευνας και γραφής, το εξέδωσα για να αποδείξω ότι και σήμερα η Ελλάδα -εκτός από εμάς τους φοβισμένους μικροαστούς, γραφιάδες και μη …- γεννά ήρωες! Ήρωες, με την ευστροφία ενός Οδυσσέα και τη σωματική ρώμη ενός Ηρακλή.

Ας είναι λοιπόν αυτό το μάθημα στο σχολείο της ακριτικής Βολισσού, ένα πανελλήνιο μήνυμα- και γιατί όχι, ένα παγκόσμιο ομηρικό μήνυμα τιμής στον Αλέξανδρο Παναγούλη. Τον Μεγάλο Έλληνα!

 Τον φτιαγμένο από ατσάλι, αλλά και από λουλούδια!  

 

Σχετικά Άρθρα